Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Στη γραφή και στην νταλίκα νέος μπήκα, γέρος βγήκα»

Γιώργος Σκαμπαρδώνης Facebook Twitter
Όταν βλέπεις τα πράγματα, τα ζώα και τους ανθρώπους με αθώο τρόπο, με παιδικό βλέμμα, φτάνεις στο θάμβος και σε μια αίσθηση ιερότητας της ύπαρξης, σε ένα είδος πανθεϊσμού. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

— Αλήθεια, κ. Σκαμπαρδώνη, είναι η «Εποχιακή διέλευση βατράχων» το πιο διονυσιακό, ξέφρενο και απενοχοποιημένο βιβλίο σας; Το πανηγύρι της ζωής μπροστά στις απειλές του Χάροντα;

Ο βασικός του άξονας μάλλον είναι αυτός. Αλλά υπάρχουν κι άλλες εσωτερικές διαδρομές στα διηγήματα, μοτίβα, ροές και αντανακλάσεις με παράπλευρα αινίγματα και έμμεσους υπαινιγμούς. Νομίζω πως γενικά κάθε διήγημα και κάθε συλλογή περιέχει εξέχοντες άξονες, αλλά εκπέμπει πολλές ή πολλαπλές σημάνσεις. Αυτές εσωτερικεύονται διαφορετικά από κάθε αναγνώστη, ανάλογα με τη διάθεση, τη στιγμή και τις προσλαμβάνουσες που έχει. Γιατί και ο αναγνώστης δεν είναι ανάλλαχτος και μονόγνωμος αλλά εν ροή. Οπότε κι αυτός, σε διαφορετικές στιγμές, είναι πιο δεκτικός σε απρόσμενες αναγνώσεις και συγκινείται ή βλέπει διαφορετικά πράγματα σε κάθε αφήγηση.

— «Ο διάβολος είναι κρυμμένος μέσα στην ομορφιά» διαβάζουμε στον «Διάδρομο», το διήγημα για τον γέροντα από το Άγιο Όρος, που αντικατέστησε τις υπαίθριες βόλτες με... έναν διάδρομο γυμναστικής, για να αποφύγει τον πειρασμό που του προκαλούσε η ομορφιά του φυσικού τοπίου. Έχει κανείς την αίσθηση ότι οι περισσότεροι από τους ήρωες σε αυτές τις ιστορίες είναι ανυπεράσπιστοι απέναντι στην ομορφιά. Είναι όντως έτσι;

Όλοι είμαστε στο έλεός της. Η ομορφιά, το κάλλος σε οποιοδήποτε εκδοχή του, είναι υπέρτατη αξία, υπεράνω πολιτευμάτων, κοινωνικών ιεραρχιών και συγκυρίας. Ένας πολύ όμορφος άντρας ή μια πολύ ωραία γυναίκα είναι κάτι το συντριπτικό σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπου και να φανούν, λύνουν γόνατα. Παντού. Καίνε καρδιές, που λέμε.

Στην περίπτωση του διηγήματος, ο καλόγερος νιώθει πως η αβάσταχτη ομορφιά της φύσης γύρω απ’ το μοναστήρι τού κλέβει τους λογισμούς και ξαστοχάει την πίστη. Αποπλανείται. Γι’ αυτό παίρνει διάδρομο γυμναστικής μέσα στο κελί του και κάνει έγκλειστος επιτόπιο, επίμονο, εμμονικό βάδην, ώστε μέσα στην απόλυτη μοναξιά, χωρίς περισπασμούς και μουρμουροψέλνοντας, να αποπνευματωθεί, να φτάσει στην απόλυτη έξαρση, να εξαϋλωθεί, να αγγίξει το φόρεμα της Παναγιάς.

Όλοι είμαστε στο έλεός της. Η ομορφιά, το κάλλος σε οποιοδήποτε εκδοχή του, είναι υπέρτατη αξία, υπεράνω πολιτευμάτων, κοινωνικών ιεραρχιών και συγκυρίας.

— Κι αυτό σίγουρα εκφράζει μια μορφή αθωότητας, για την οποία μιλάτε πολύ στα διηγήματά σας. Λέτε, άλλωστε, κάπου ότι είναι πιο σημαντική από την εξυπνάδα. Σας έλκει αυτό το γνώρισμα στους ανθρώπους;

Όταν βλέπεις τα πράγματα, τα ζώα και τους ανθρώπους με αθώο τρόπο, με παιδικό βλέμμα, φτάνεις στο θάμβος και σε μια αίσθηση ιερότητας της ύπαρξης, σε ένα είδος πανθεϊσμού. Αν δεν υπάρχει ιδιοτέλεια, αν δεν κοιτάς τους άλλους προς χρήση, τότε αποκαθίσταται ο αρχικός μύθος τους. Αστραφτογεννιούνται πάλι όλοι και όλα.

Από κει προκύπτει και η ποίηση, δηλαδή η όραση που φωταγωγεί το σύνηθες ή το ασήμαντο, δίνοντάς του διαστάσεις μεγαλείου, υπεραξίες που περιέχει, αλλά δεν τις βλέπουμε όταν το κοιτούμε με κοινόχρηστο βλέμμα. Όπως ένα παιδί που ανακαλύπτει έκθαμβο τον κόσμο γιατί αγνοεί τη χρησιμότητα, άρα δεν έχει και οπισθοβουλία ‒ τρελαίνεται με ένα κουτάβι, ή μια καραμέλα. Αν μεγαλώσει και βάλει μυαλό, η καραμέλα τού φαίνεται ασήμαντη. Αγοράζει μόνο του πάστα ή λουκουμάδες, αλλά έχει χαθεί εκείνη η αρχική επιθυμία, η αποκάλυψη, το πάθος της γεύσης χωρίς λεφτά.

Στους ανθρώπους μού αρέσει όταν νιώθω πως δεν με βλέπουν χρησιμοθηρικά, με ιδιοτέλεια – και σε ποιον δεν αρέσει; Αλλά δεν με πειράζει και όταν με εκμεταλλεύονται. Μακάρι να έχουμε εμείς, να φορολογούν και οι άλλοι. Ή, το αντίστροφο. Μπερεκέτ. Μην πέσουμε στην ανάστροφη μικρότητα.

skabardonis
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ΠΡΟΣΟΧΗ: εποχιακή διέλευση βατράχων, Εκδόσεις Πατάκη, Σελ.: 240

— Σε μικρότητα πέφτουν όλοι πάντως, κανείς δεν φαίνεται να ξεφεύγει. Ακόμα και οι άγιοι και οι γέροντες του Όρους. Αλήθεια, μήπως βρεθήκατε κι εσείς, όπως ένας ήρωάς σας, σε κάποια μονή όταν ξέσπασε η καραντίνα ή είχατε την τύχη να επισκεφθείτε τον Άθω πρόσφατα;

Τρία διηγήματα από τα είκοσι πέντε εξελίσσονται στον Άθω. Όλα κινούνται μεταξύ πραγματικότητας, φαντασίας και επινόησης. Έχω πάνω από δέκα χρόνια να μπω στο Αγιονόρος. Συνδύασα μνήμες, έμπνευση, περιστατικά, και παλαιούς, βυζαντινούς και πρόσφατους χρόνους. Αν αφηγηθείς μια ιστορία για την πανούκλα του τάδε αιώνα, είναι σαν να μιλάς για τον κορωνοϊό.

Οι αντιδράσεις των ανθρώπων σε κάθε επιδημία είναι σχεδόν ίδιες. Στο κείμενο μετράνε πάντα η μυθοποίηση, η γλώσσα, οι τροπισμοί της αφήγησης, όχι η πραγματικότητα καθαυτή, όπως στο ρεπορτάζ. Το διήγημα αποτελεί ένα μικροσύμπαν εν εαυτώ. Είναι μια άλλη, αυτογενής και αυτάρκης πραγματικότητα, με αισθητική αξίωση και τα δικά της μυστικά.

— Αφού μιλήσατε για διηγήματα, έχει κανείς την αίσθηση ότι πολλές ιστορίες της «Εποχιακής διέλευσης βατράχων» είναι φορτισμένες με παραπάνω δόσεις συγκίνησης: η λάμπα από το Πέραν, τα άλογα. Συγκινείστε περισσότερο από παλιότερα ή έχετε απενοχοποιηθεί σε σχέση με τη συγκίνηση, που σαν να τη φοβούνται οι συγγραφείς;

Και ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης προκαλούν συγκίνηση και συγκλονισμό. Όχι όμως με τη χρήση τεχνικής μελό. Η συγκίνηση δεν είναι ποτέ ένοχη. Ένοχος είναι ο συγγραφέας που πασχίζει να την προκαλέσει με γνωστά κλισέ, χρησιμοποιημένες σύριγγες, λαϊκιστικά μοτίβα, με τραβηγμένους γκαϊλέδες ή σε στυλ Καζαντζίδη.

Το ελληνικό ήθος, όπως το διδαχτήκαμε από τους τραγικούς, δεν αποδέχεται την ανατολίτικη κλαψομουνιά. Προκαλεί τη συγκίνηση, τον σπαραγμό, το μειδίαμα ή το γέλιο με τη λεγόμενη στεγνή ή σκληρή αφήγηση. Είναι ο παντοτινός, ωραίος και σκληρός ελληνισμός. Ο θρήνος της Εκάβης δεν έχει σχέση με τη Χούλια Κότσιγιτ.

Όσον αφορά εμένα, ναι, νιώθω πως, όσο μεγαλώνω, γίνομαι πιο ευαίσθητος. Πιο ευπαθής. Χάνω κλιμακωτά την αλαζονεία και τον κυνισμό της νεότητας. Ίσως γιατί νιώθω πιο αδύναμος. Πιο ευάλωτος. Εύθραυστος. Και εγώ εάλων – όπως όλοι, σιγά σιγά και ανεπαισθήτως. Αλλά η τέχνη εκφράζει όλα τα συναισθήματα. Το θεληματικό ντεκαφεϊνέ είναι πόζα.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Είναι, τελικά, η φαντασία του συγγραφέα που καθιστά έμψυχα τα αντικείμενα; Σαν να τα πιάνει με αυτό το αγλάισμα της γλώσσας και να τους δίνει ψυχή;

Προέχει καταρχάς η ηδονιστική όραση. Ο τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα (αν μπορεί να τα δει) σε μια στιγμή έμπνευσης, με βλέμμα που κάνει τα πάντα να αναλάμπουν. Να φωσφορίζουν. Αυτός φωταγωγεί και νοηματοδοτεί αλλιώς τα πάντα σε ώρες έλλαμψης, τα υποστασιοποιεί με προσωπικό τρόπο, τα μεγεθύνει στα όρια του θρύλου ή τα υπονομεύει και τα σχετικοποιεί, απομυθοποιώντας τα.

Μετά έρχεται η γλώσσα, η βάσανος της γλώσσας, η πιο κατάλληλη, καρφωτή λέξη στην πιο κατάλληλη θέση –όταν αυτό συμβαίνει–, για να αποδώσει φραστικά την αφηγηματική βούληση, μετατρέποντας το κοινό περίτριμμα σε είδωλο οράματος.

— Πάντως, δεν φοβάστε για τις ανάγκες της ιστορίας «Οι χιονόδρομοι του Λαϊλιά» να γίνετε μια επίδοξη μπαλαρίνα ‒ μάλιστα μιλάτε σε πρώτο πρόσωπο. Πόσο εύκολη ήταν αυτή η ταυτοπροσωπία;

Η ταυτοπροσωπία ή ετεροπροσωπία, η πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση, είναι κοινές τεχνικές στο γράψιμο. Και κυρίως προσχηματικές. Κάθε συγγραφέας, από πνευματική άποψη, στερείται, ή οφείλει να στερείται φύλου. Ο Ρίτσος στον Επιτάφιο αρχίζει πρωτοπρόσωπα, ως μάνα που μονολογεί: «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου κ.λπ.».

Κάθε δημιουργός μπορεί να πλάσει έναν ήρωα, άντρα, ή γυναίκα με την ίδια δυσκολία, ή ευκολία, και να αφηγείται την ιστορία σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο για λόγους θερμοκρασίας του κειμένου, θέλησης, πειθούς, αληθοφάνειας ή για πολλούς άλλους λόγους που δεν είναι της στιγμής. Κάθε επιλογή και κάθε τρόπος είναι δύσκολος ή εύκολος – αυτό κρίνεται εκ του αποτελέσματος και στη νεκροψία. Δηλαδή από το πόσο δραστικό αποδεικνύεται, τελικά, το κείμενο πάνω στον αναγνώστη – αν και δεν υπάρχει ένα μοντέλο αναγνώστη.

— Επίσης, ένας παντοδύναμος ήρωάς σας, κ. Σκαμπαρδώνη, ένας σύγχρονος Ηρακλής, φαίνεται, ακόμα κι αυτός, να φοβάται το νερό και τους θορύβους. Εσείς, τι φοβάστε περισσότερο;

Το νερό δεν το φοβάμαι, έχω πάθος με τη θάλασσα και τις μεγάλες διαδρομές. Οι θόρυβοι μ’ ενοχλούν, διότι προφανώς έχω γεράσει. Τα μπιτ με τρελαίνουν. Εκείνο που φοβάμαι δεν έρχεται απ’ το μυαλό ή την ψυχή, αλλά απ’ τα έγκατα της σάρκας. Είναι φυσικός φόβος, απ’ τη φθορά, πολύ διακριτικός, σαν αντίβροντος από μακρινές ντουφεκιές. Ένας διαλείπων υπαινιγμός. Ασυναίσθητος και όχι συνεχής. Τον απωθώ. Συνήθως τον ξεχνώ. Συνειδητά (και ενίοτε) φοβάμαι μόνο το Silver Alert. Το να επιβιώσει, δηλαδή, η σάρκα του μυαλού. Το να περιφέρεται, πλέον, κανείς σαν ακέφαλος πετεινός. Γιατί χειρότερος απ’ την οδύνη είναι ο εξευτελισμός.

Κατά βάση, βέβαια, δεν πρέπει να φοβόμαστε τίποτε. Έτσι κι αλλιώς, κάποτε θα μας πακετάρουν. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, και προς το παρόν όλα συνεχίζονται. Στη γραφή και στην νταλίκα νέος μπήκα, γέρος βγήκα.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT