ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ των Στάθη Ν. Καλύβα-Νατάσας Τριανταφύλλη «Big Bang 1970-1973 / Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας» [Μεταίχμιο, 2025] έχει δημιουργήσει, για διαφόρους λόγους, θόρυβο. Επειδή το βιβλίο είναι πολυσέλιδο και με ύλη που δύσκολα τακτοποιείται, γιατί αφορά μια ολόκληρη εποχή και τις πολλαπλάσιες διαστάσεις της (καλλιτεχνικές, κοινωνικές, πολιτικές), είναι δύσκολο να γράψεις μια βιβλιοκριτική γι’ αυτό – που να έχει ένα βαθύτερο νόημα εννοώ, και να μην αποτελεί, απλώς, μια τυπική διαδικασία, είτε εγκωμιαστική προς το βιβλίο είτε απορριπτική.
Κατά μίαν έννοια θα πρέπει να γράψει κάποιος ένα περίπου ίδιας έκτασης βιβλίο, αν θέλει να απαντήσει σοβαρά στο «Big Bang», στοιχειοθετώντας όλα όσα μπορεί να πει για όσα γράφονται εκεί ή –επειδή αυτό είναι σχεδόν αδύνατο– να επιλέξει κάποια συγκεκριμένα σημεία, ώστε να πει τη δική του γνώμη και να αντιπαρατεθεί. Προφανώς, εδώ θα κάνω το δεύτερο. Θα επιλέξω να πω τη γνώμη μου σε σχέση με τον δίσκο «Ο Μεγάλος Ερωτικός» [Νότος] του Μάνου Χατζιδάκι, που αποτελεί μέρος της ύλης του βιβλίου – καθότι αυτός κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1972. Γράφουν οι συγγραφείς σε κάποιο σημείο:
«Ανεξάρτητα από το πώς κρίνει κανείς την “τέχνη για την τέχνη” μέσα στο διάστημα που εξετάζουμε προέκυψαν πολλά έργα υψηλής ποιότητας που δημιουργήθηκαν σε συνειδητή απόσταση από την πολιτική. Ο “Μεγάλος Ερωτικός” του Μάνου Χατζιδάκι είναι ίσως το πιο εμβληματικό παράδειγμα».
Οι λέξεις αλλάζουν νόημα μέσα στις εποχές και αυτό μας δυσκολεύει. Αν με ρωτήσετε, σήμερα, τι σημαίνει «αντιστασιακός» ή «αντίσταση» δεν ξέρω να σας απαντήσω. Θέλει σκέψη. Δεν είναι, όμως, καθόλου δύσκολο να πω τι σήμαινε «αντίσταση» στην περίοδο της χούντας. Και σ’ αυτό θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι μας, δίχως πολλά λόγια.
Ένα πρώτο βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται εδώ αφορά την αντίληψη πως «Ο Μεγάλος Ερωτικός» ήταν ένα έργο που είχε να κάνει με την ελληνική πραγματικότητα του τέλους του ’72. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
Ο «Μεγάλος Ερωτικός» είναι έργο της αμερικανικής περιόδου του Μάνου Χατζιδάκι, ανήκει στο μετα-χίπικο σκηνικό που βίωνε στην Αμερική ο συνθέτης στα πρώτα χρόνια των σέβεντις –στον απόηχο, δηλαδή, του «make love, not war»– και δεν αφορά καθόλου την Ελλάδα. Και τούτο το λέω παρότι οι αναφορές του Χατζιδάκι ήταν φυσικά ελληνικές (καθώς είχε μελοποιήσει ελληνικά ποιήματα για τον έρωτα από διάφορες εποχές). Από σύμπτωση ο δίσκος βγήκε στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να είχε βγει στην Αμερική, όπως το «Blue» ή το «Reflections» και να μη μας αφορούσε καθόλου. Αντιλαμβάνεστε πώς το λέω. Να μην αφορούσε άμεσα τη συγκεκριμένη ελληνική συγκυρία εννοώ.
Ο Χατζιδάκις, ενόσω ζούσε, δεν είχε πει ποτέ πως έκανε «αντίσταση» μέσω του «Μεγάλου Ερωτικού». Δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτή την τόσο φορτισμένη λέξη (για την εποχή που συζητάμε), γιατί ήταν ένας σώφρων άνθρωπος. Ήξερε, δηλαδή, πως όταν κάποιοι είχαν δώσει τη ζωή τους ή είχαν φυλακιστεί, βασανιστεί και εξοριστεί για τις ιδέες τους, θα ήταν προσβλητικό να έβγαινε εκείνος με τα μελοποιημένα «ερωτικά ποιήματα» (έτσι τα είχε αποκαλέσει) του «Μεγάλου Ερωτικού» και να υποστηρίξει πως έκανε αντίσταση ή έστω πως πήγαινε κόντρα στην «κιτς αισθητική του καθεστώτος».
Αυτό το περί «αντίστασης», στην εποχή της δικτατορίας, μέσω της αισθητικής, είναι καινούργιο φρούτο και αναδύθηκε από το ακραίο κέντρο στην εποχή των μνημονίων. Ότι, δηλαδή, δεν χρειάζεται να «λαϊκίζεις», κατεβαίνοντας στους δρόμους και διαδηλώνοντας για το δίκιο σου, αφού μπορείς να «αντισταθείς» μέσω της αισθητικής, φτιάχνοντας έναν ωραίο πίνακα ας πούμε ή γράφοντας ένα ερωτικό τραγούδι. (Λες και το ένα αναιρεί το άλλο). Δεν ήταν τυχαία η συγκυρία. Στο στόχαστρο, τότε, ήταν όσοι αγωνίζονταν κατά των δανειστών, της τρόικας και των πολιτικών που έρχονταν «απ’ έξω», σχεδόν φυτευτές, και που μέσω των σχετικών εφαρμοστικών νόμων που ψηφίζονταν στη Βουλή θα διέλυαν την κοινωνία. Εξαφάνιση του 25% του ΑΕΠ της χώρας (κάτι που συγκρίνεται μόνο με ανάλογη απώλεια σε συνθήκες πολέμου, όπως είναι γνωστό), αυξημένη υπογεννητικότητα και αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων, brain drain, περικοπές μισθών-συντάξεων, ΕΝΦΙΑ, υποχώρηση αγοραστικής δύναμης, αύξηση των τιμών της ενέργειας και τόσα άλλα. Και είναι γνωστό τοις πάσι πως ο πολύς κόσμος δεν έχει σηκώσει κεφάλι από τότε (από το 2010).
Διαβάζεις πιο κάτω, στο «Big Bang»: «Έτσι ο Γιώργος Ανδρέου (σ.σ. ο γνωστός συνθέτης) θα περιγράψει τον “Μεγάλο Ερωτικό” ως “έργο βαθιά πολιτικό, αφού το ερωτικό ένστικτο είναι διαχρονικά η ισχυρότερη υπεράσπιση της ζωής, της χαράς, της αγάπης – γι’ αυτό και έχει λυσσαλέα πολεμηθεί από κάθε είδους εξουσία”».
Καλά, ας αφήσουμε τώρα τις κάθε είδους εξουσίες και ας έλθουμε στα δικά μας εκείνης της εποχής. Είχε πολεμηθεί από τη χούντα το «ερωτικό ένστικτο» των ανθρώπων; Αν είναι δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα! Το επισημαίνω αυτό, γιατί αν συζητάμε πως η χούντα είχε βάλει δεσμά και στην ερωτική ελευθερία, τότε είναι σαν να υποτιμάμε ή και να παρασιωπούμε τα αληθινά δεσμά με τα οποία το καθεστώς είχε δέσει όσους αγωνίστηκαν, πραγματικά, εναντίον του, παίζοντας κορόνα-γράμματα τη ζωή τους ή και χάνοντάς την ακόμη.
Προσέξτε τι έχει γράψει ο Κώστας Ταχτσής για την Ελλάδα εκείνων των ετών στο βιβλίο του «Το φοβερό βήμα» [Εξάντας, 1989] – όχι όποιος κι όποιος, ο Ταχτσής. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος εννοώ, με τον συγκεκριμένο ερωτικό προσανατολισμό. Προσέξτε το κοντράστ ανάμεσα στις προχωρημένες κοινωνίες του εξωτερικού, με τις αγνώριστες συμπεριφορές των ανθρώπων και στην ταπεινότητα και την αλήθεια της επικοινωνίας, που μπορεί να αναπτύσσεται, την ίδια εποχή, στην καθυστερημένη Ελλάδα, κάτω από τις πιο δύσκολες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Είμαστε στο 1971...
«Τι ανάμικτα αισθήματα κάθε φορά που φεύγει κανείς απ’ την Ελλάδα! Σα φυτό, που ξεριζώνεται με τα ίδια του τα χέρια και περιφέρεται γεμάτο αγωνία ώσπου να βρει μια κατάλληλη γωνίτσα στην ξένη γη, να χωθεί μέσα, χωρίς ελπίδα ή διάθεση να ριζώσει, απλώς για να διατηρηθεί ζωντανό με μοναδικό σχεδόν σκοπό να γυρίσει πίσω στο δικό του χώμα. Μα εδώ στο Μιλάνο δεν υπάρχουν, που να πάρει ο διάβολος, ούτε καν τέτοιες γωνίτσες με λίγο χώμα, όλα είναι πλακοστρωμένα (σ.σ. τώρα είναι πλακοστρωμένες και οι δικές μας πόλεις), κάθε κομματάκι γης ασφυκτικά φυτεμένο, πρέπει, για να επιβιώσεις, να χωθείς μέσα σε κάποιο ανθοδοχείο – ας πούμε στη γκαλερί του φίλου μου, στο παλάτσο της οδού Μαντσόνι, που ’ναι γεμάτη τεχνητά λουλούδια: Μάτα, Μαν Ρέι, Φοντάνα, Φινόκι. Κι αυτές οι καταραμένες οι αντιφάσεις που σε μπερδεύουν και σε διχάζουν! Στην Ελλάδα του ΕΑΤ/ΕΣΑ μπορείς να περπατήσεις άφοβα τις νύχτες, να κάνεις έρωτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό μ’ αγόρια-αγριολούλουδα, χωρίς ποτέ κανείς να σε ληστέψει ή να σε μαχαιρώσει. Ένα βλέμμα, και καταλαβαίνουν αμέσως τι θέλεις. Εδώ, αν ατενίσεις κάποιον λίγο παραπάνω, σε κοιτάζει μ’ απορία, με καχυποψία ή και φόβο. Εδώ, όλα είναι κλειδαμπαρωμένα, με διπλά λουκέτα και με περίπλοκα συστήματα ασφαλείας».
Διαβάζουμε στη συνέχεια στο «Big Bang»: «Στην ίδια γραμμή, ο Διονύσης Σαββόπουλος σημειώνει πως “η κορυφαία πράξη μουσικής αντίστασης στη διάρκεια της δικτατορίας, για μένα, δεν θα το περίμενε κανείς, ήταν ο Μεγάλος Ερωτικός του Χατζιδάκι. Δεν έχει τίποτα το πολιτικό μέσα. Όμως είναι τέτοια η ποιότητα και η ομορφιά του έργου, που κάνει σκόνη τη βαρβαρότητα και το άξεστο στοιχείο των συνταγματαρχαίων”».
Οι λέξεις αλλάζουν νόημα μέσα στις εποχές και αυτό μας δυσκολεύει. Αν με ρωτήσετε, σήμερα, τι σημαίνει «αντιστασιακός» ή «αντίσταση» δεν ξέρω να σας απαντήσω. Θέλει σκέψη. Δεν είναι, όμως, καθόλου δύσκολο να πω τι σήμαινε «αντίσταση» στην περίοδο της χούντας. Και σ’ αυτό θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι μας, δίχως πολλά λόγια.
Όταν όμως αρχίζουμε το πράγμα να το τραβάμε και να το ξεχειλώνουμε, λέγοντας πως η «ομορφιά» ήταν «αντίσταση» και άλλα τέτοια απίθανα, φοβάμαι πως το μόνο που θα απομείνει, στο τέλος, θα είναι να βρικολακιάσουν οι νεκροί του Πολυτεχνείου, οι δολοφονημένοι από το χουντικό κράτος και το παρακράτος, και ν’ αρχίσουν να μας κυνηγάνε.
Ο «Μεγάλος Ερωτικός» δεν ήταν πολιτικό άλμπουμ όχι γιατί ο Χατζιδάκις το ολοκλήρωσε «σε συνειδητή απόσταση από την πολιτική» (όπως λένε οι συγγραφείς του «Big Bang») αλλά γιατί αφορούσε μια διαφορετική κοινωνία και όχι την ελληνική του ’72. Αυτό κατά βάση το ήξερε ο Χατζιδάκις ή τέλος πάντων το αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα, με το που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, βλέποντας πως μέσα στο κλίμα της έντονης πολιτικοποίησης δύσκολα θα μπορούσε να ορθοποδήσει με τέτοιου τύπου τραγούδια. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει πως ο Χατζιδάκις δεν είχε προοδευτικές πολιτικές ευαισθησίες, παρά τα όσα άφηνε να εννοηθούν στις συνεντεύξεις του, και θα πω λίγο πιο κάτω γι’ αυτό. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα, εδώ στο LiFO.gr.
Το 1973 είναι μια καθοριστική χρονιά για πολλούς ανθρώπους της τέχνης εκείνης της περιόδου, ενώ ταυτόχρονα είναι και μια μάλλον περίεργη χρονιά για τον Μάνο Χατζιδάκι – κάτι που φαίνεται και από το γεγονός της πλήρους δισκογραφικής αποχής του.
Ο Χατζιδάκις είναι κάπως έξω από τα νερά του. Η πολύ χλιαρή αντιμετώπιση του «Μεγάλου Ερωτικού» από τον κόσμο ήταν ένα χτύπημα για τον ίδιο, όπως και να το κάνουμε, με αποτέλεσμα ο συνθέτης να σκέφτεται ακόμη και την αποχώρησή του από την ελληνική πραγματικότητα. Το αγωνιστικό κλίμα, τουλάχιστον στον χώρο της νεολαίας, στην οποία κατά βάθος προσβλέπει ο Χατζιδάκις, όπως και η έντονη πολιτικοποίηση της περιόδου δεν τον ευνοούν. Έτσι, το πρώτο εξάμηνο του 1973 θα το περάσει βασικά στο εξωτερικό, κινούμενος μεταξύ Παρισίων, Βρυξελλών και Λονδίνου.
Το φθινόπωρο του ’73 ο Χατζιδάκις είναι πλέον στην Ελλάδα, σε μια εποχή όπου το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση. Ο Χατζιδάκις δεν μπορεί να «συνομιλήσει» με τον κόσμο, με τη νεολαία, μέσω του έργου του και αυτό φαίνεται στις συνεντεύξεις της εποχής, στις οποίες «βγαίνει» επιθετικά και με κόκκινο.
Όταν λέει, για παράδειγμα, στον Κώστα Ρεσβάνη, στον «Ταχυδρόμο» [τεύχος #1019, 19 Οκτ. 1973] πως... «Κι’ εγώ νέος είμαι. Και μάλιστα πιο νέος από τους νέους που πιστεύουν σαν βλάκες ότι πονάνε για τα κοινά. Φασαρία μόνο κάνουν» και «Πάρτε το είδηση, εμένα δεν με αγγίζει ο μύθος της νέας γενιάς. Και στο τέλος, να σας πω κάτι; Εγώ δεν απευθύνομαι σε γενιές» και πως «Είμαι εναντίον του προετοιμασμένου ηρωισμού. Οι ακούσιοι ήρωες είναι ιδανικές περιπτώσεις. Ο προετοιμασμένος ήρωας είναι ο μελλοντικός δυνάστης»... είναι σίγουρο πως δεν μπορούσε να προβλέψει –ούτε και κανείς άλλος προφανώς– την εξέλιξη των πραγμάτων, μετά από ένα μήνα, με τα τραγικά γεγονότα στο Πολυτεχνείο, κάτι που χοντρικά θα ριζοσπαστικοποιούσε και τον ίδιο, αφού ο ηρωισμός, εκεί, θα ήταν αυθόρμητος και καθόλου προετοιμασμένος!
Και αυτό φαίνεται όχι μόνον από το γεγονός πως άνοιξε το δικό του Πολύτροπον στην Πλάκα (Σωτήρος 19) τον Δεκέμβριο του ’73, σε μια καθαρά νεανική γειτονιά, που δύο μήνες πριν, τον Οκτώβριο, την κακολογούσε (έλεγε στον Ρεσβάνη πως δεν μπορούσες να περάσεις παρά «μόνο με την συνοδεία της Αμέσου Δράσεως»), αλλά και γιατί κάνει αμέσως μετά ένα απολύτως πολιτικό άλμπουμ, για τα δικά του μέτρα, το «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης» [Νότος], που ολοκληρώνεται στις 16 Ιανουαρίου 1974, δύο μήνες μετά από το Πολυτεχνείο – με τον Χατζιδάκι να διαθέτει επαρκή χρόνο, προκειμένου να διαμορφώσει αναλόγως το κλίμα του δίσκου, καταφανώς επηρεασμένος από τα αιματηρά γεγονότα του Νοέμβρη του ’73.
Έτσι, και παρότι θα συνεργαζόταν μ’ έναν κατεξοχήν πολιτικό στιχουργό, τον Μάνο Ελευθερίου (που εδώ, όμως, θα έγραφε κάπως σαν τον Γκάτσο), θα ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις που θα προτιμούσε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, γράφοντας για την «κόκκινη γυναίκα» («Σαν και χτες / τα πουλιά / ξεκίνησαν για του ανέμου τις πηγές / ανοιχτές / οι πληγές / μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές»), αναφερόμενος συνεχώς στα «παιδιά», μια λέξη άρρηκτα συνδεμένη με το Πολυτεχνείο, αφού με αυτήν τη λέξη ο κόσμος αποκαλούσε τους φοιτητές («μια κραυγή / βάφει τον κόσμο με οργή / το παιδί θα πνιγεί / μεθαύριο την αυγή»), περιγράφοντας, περαιτέρω, το σκληρότερο «ιωαννιδικό» καθεστώς και βάζοντας την Ελένη Μανιάτη να λέει (στον «Φόβο»):
«Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένους δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο φόβος».
Το να ισχυρίζονται οι συγγραφείς του «Big Bang» πως ο Χατζιδάκις δρούσε «σε συνειδητή απόσταση από την πολιτική» στην τελευταία φάση της δικτατορίας, κρίνοντας από τον... αμερικανικό «Μεγάλο Ερωτικό», είναι κάτι τελείως έξω από την πραγματικότητα. Κανείς δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από τον «άγριο Νοέμβρη».