Tα βιβλία με θέμα τα βιβλία, τους αναγνώστες και τα βιβλιοπωλεία αποτελούν πλέον ένα διακριτό είδος λογοτεχνίας που ονομάζεται book literature. Το είδος αυτό, που στηρίζεται σε έρευνα δεδομένων και αρχείων, βρίσκεται πιο κοντά στην Ιστορία και προσφέρει μεγάλες αφηγηματικές τοιχογραφίες που διαβάζονται σαν μυθιστόρημα.

 

Οι Έλληνες αναγνώστες αγάπησαν ιδιαίτερα το βιβλίο του Αργεντίνου Αλμπέρτο Μανγκέλ Η ιστορία της ανάγνωσης, που είχε κυκλοφορήσει πριν από πολλά χρόνια από τις εκδόσεις Λιβάνη και ανήκει στο είδος αυτό. Αγάπησαν, επίσης, το βιβλίο του Ισπανού Χόρχε Καριόν Βιβλιοπωλεία, ο χάρτης του κόσμου από έναν αναγνώστη (εκδόσεις Ποταμός), ουσιαστικά ένα ταξίδι με προορισμούς βιβλιοπωλεία σε πόλεις του κόσμου (και στην Αθήνα).

 

Δυστυχώς, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά το αφήγημα του Μανγκέλ Η Βιβλιοθήκη τη νύχτα, μια μπορχεσιανή φαντασίωση για τους χώρους της τάξης και της αταξίας που είναι οι βιβλιοθήκες. Δεν έχουν μεταφραστεί ούτε τα βιβλία του Αμερικανού ιστορικού και θρυλικού βιβλιοθηκάριου του Χάρβαρντ Ρόμπερτ Ντάρντον για το βιβλίο και την κίνησή του στη Γαλλία πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Μάλιστα, το τελευταίο βιβλίο του Ντάρντον με τίτλο Pirating and Publishing (Πειρατές και Εκδότες) διαβάζεται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα. Θέμα του είναι το παράνομο εμπόριο βιβλίων στη Γαλλία από εκδότες που είχαν την έδρα τους στο Νεσατέλ της Ελβετίας, για να μπορούν να παρακάμπτουν τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο το προνόμιο του τυπώματος και του εμπορίου βιβλίων είχαν μόνο οι Παριζιάνοι βιβλιοπώλες και εκδότες.

 

Το βιβλίο του ιστορικού τέχνης Ρος Κινγκ The bookseller of Florence (Ο βιβλιοπώλης της Φλωρεντίας), που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, είναι κιόλας μπεστ-σέλερ. Έχει ως θέμα του την ιστορία του Βεσπαζιάνο ντα Μπιστίτσι, που είχε γεννηθεί το 1422 και έγινε από τους μεγαλύτερους εκδότες χειροποίητων βιβλίων (πριν από την τυπογραφία) στη Φλωρεντία της Αναγέννησης, τροφοδοτώντας τις βιβλιοθήκες παπών και πριγκίπων. 

 

Στην Ελλάδα έχουμε, βεβαίως, τη μεγάλη παράδοση της έρευνας για την ιστορία του ελληνικού βιβλίου με πρωτοπόρο τον Φίλιππο Ηλιού αλλά και ιστορικούς που βγήκαν από τον κύκλο του Κ.Θ. Δημαρά και την Ιστορία των Ιδεών που αυτός υπηρέτησε.

 

Στο είδος αυτό ανήκει και το βιβλίο Ανάγνωση και αναγνώστες στη σύγχρονη εποχή του Γάλλου ιστορικού των Ιδεών και της πολιτισμικής ιστορίας Ζαν-Ιβ Μολιέ (γενν. 1947), που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πεδίο. Το βιβλίο έχει επιμεληθεί ο Λάμπρος Φλιτούρης, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, που υπήρξε μαθητής του Μολιέ και έχει γράψει το εισαγωγικό σημείωμα για την ελληνική έκδοση.

 

Η μαζική κουλτούρα του βιβλίου, πάντα κατά τον Μολιέ, συνδέεται τον δέκατο ένατο αιώνα και με τη μεγάλη διάδοση των λεξικών, των εγκυκλοπαιδειών αλλά και των συλλογών, κυρίως μυθιστορημάτων που τυπώνονταν ομοιόμορφα, στο ίδιο σχήμα και με το ίδιο δέσιμο.

 

Το βιβλίο, που αποτελείται από εννιά επιμέρους μελέτες δημοσιευμένες τη δεκαετία του 1990, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2001. Ακολούθησαν εκδόσεις στη Βραζιλία, στην Αργεντινή και στις ΗΠΑ.

 

Είκοσι χρόνια μετά, το βιβλίο του Μολιέ παρουσιάζεται αρυτίδωτο. Και μολονότι αναφέρεται στο γαλλικό παράδειγμα, είναι απόλυτα διαφωτιστικό και διεγερτικό για άλλες περιοχές του κόσμου, όπου επικράτησε το γαλλικό εκδοτικό μοντέλο στην παραγωγή και τη διακίνηση του βιβλίου. Η Ελλάδα ανήκει οριστικά στο μοντέλο αυτό. Στον πρόλογο που έγραψε τώρα ο Ζαν-Ιβ Μολιέ, ειδικά για την ελληνική έκδοση, μας λέει ότι στο βιβλίο του παρακολουθεί «μια σιωπηρή πολιτισμική επανάσταση που μετέτρεψε σε αναγνώστες τους περισσότερους κατοίκους της Ανατολικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας» και δείχνει πώς «η μαζική κουλτούρα εισέβαλε στον δημόσιο χώρο, αλλάζοντας τη συμπεριφορά και διεισδύοντας βαθιά στο μυαλό όλων».

 

Όσοι ξέρουν κάπως την ελληνική εκδοτική ιστορία θα αναγνωρίσουν τους μηχανισμούς που περιγράφει ο Μολιέ και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί λειτούργησαν στην Ελλάδα. Βέβαια, λειτούργησαν με κάποια καθυστέρηση, προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του εικοστού, με μοχλούς την ανάπτυξη των εφημερίδων και τη σημαντική μείωση του αναλφαβητισμού.

 

anagnosi
Jean-Yves Mollier, Ανάγνωση και αναγνώστες στη σύγχρονη εποχή, μεταφραση: Αλεξάνδρα Νεστοροπούλου, εκδόσεις Πεδίο, σελ.: 320

Η μαζική κουλτούρα στηρίχτηκε, κατά τον Μολιέ, σε τρεις παράγοντες. Πριν απ’ όλα, στην καθιέρωση των σχολικών εγχειριδίων, που σημάδεψαν τις μεγάλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είχαν ως στόχο τους τον γενικευμένο αλφαβητισμό. Αν εξαιρέσουμε τη Βίβλο, τα σχολικά εγχειρίδια εξελίχθηκαν στα πρώτα μπεστ-σέλερ της παγκόσμιας ιστορίας και εκατομμύρια αντίτυπά τους «έφυγαν» από τα σχολεία και κατέκλυσαν τα νοικοκυριά.

 

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η δημοσίευση μυθιστορημάτων σε συνέχειες (οι περίφημες επιφυλλίδες) από τις εφημερίδες. Η επιφυλλίδα έγινε βασικό είδος των εφημερίδων μεγάλου κοινού, του λεγόμενου penny press. Αυτές οι εφημερίδες άρχισαν να εμφανίζονται τη δεκαετία του 1830 και ονομάστηκαν penny papers επειδή η τιμή πώλησής του ήταν μόνο πέντε λεπτά, μια πεντάρα. Έτσι, το μυθιστόρημα έφυγε από τον περιορισμένο χώρο των ελίτ και πέρασε στο πλατύ κοινό της μαζικής κουλτούρας των εφημερίδων. Μυθιστορήματα του Μπαλζάκ, του Δουμά, του Ευγενίου Σι, ακόμη και του Φλομπέρ πρωτοδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες ως επιφυλλίδες, προκαλώντας αντιδράσεις κριτικών που χαρακτήρισαν αυτήν τη λογοτεχνία «βιομηχανική». Στην Ελλάδα, το πρώτο penny paper εκδόθηκε το 1873. Ήταν η εφημερίδα «Εφημερίς» του Κορομηλά, που υιοθέτησε αμέσως την πρακτική των επιφυλλίδων.

 

Ο τρίτος παράγοντας στον οποίον στηρίχτηκε η μαζική κουλτούρα της ανάγνωσης και του βιβλίου ήταν η ανάπτυξη των σιδηροδρομικών δικτύων και των ταξιδιών με σιδηρόδρομο. Η ανάγνωση έγινε απαραίτητη στα ταξίδια, ιδιαίτερα η ανάγνωση εύκολων μυθιστορημάτων. Τα μυθιστορήματα ανήκαν στην κατηγορία του ρομάντσου ή της περιπέτειας. Η ανάπτυξη της αστυνομικής λογοτεχνίας συνδέθηκε μάλιστα με τη διάδοση των σιδηροδρομικών ταξιδιών.

 

Η μαζική κουλτούρα του βιβλίου, πάντα κατά τον Μολιέ, συνδέεται τον δέκατο ένατο αιώνα και με τη μεγάλη διάδοση των λεξικών, των εγκυκλοπαιδειών αλλά και των συλλογών, κυρίως μυθιστορημάτων που τυπώνονταν ομοιόμορφα, στο ίδιο σχήμα και με το ίδιο δέσιμο. Έτσι κι αλλιώς, ο δέκατος ένατος αιώνας είναι ο «αιώνας των λεξικών», ο αιώνας του Λαρούς και των άλλων μεγάλων πρωτοπόρων του είδους.

 

Έχει ενδιαφέρον για τους Έλληνες αναγνώστες ότι ένα από τα πιο διάσημα λεξικά αυτής της εποχής ήταν το ελληνο-γαλλικό λεξικό του Σαρλ Αλεξάντρ, που είχε κυκλοφορήσει το 1830. 

 

Ο Μολιέ αναφέρεται, επίσης, στη «λογοτεχνία του πεζοδρομίου», δηλαδή βιβλία που δεν στηρίζονταν στη μυθοπλασία αλλά σε γεγονότα της πολιτικής επικαιρότητας. Και συνδέει τη «μιντιακή κουλτούρα» με τη δημιουργία των δομών και μηχανισμών μαζικής κυκλοφορίας. Η μιντιακή κουλτούρα είναι πρωτότυπη πολιτιστική δημιουργία και δεν σχετίζεται ούτε με την υψηλή ούτε με την παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα. Εμφανίζεται στο γύρισμα του δέκατου ένατου προς τον εικοστό αιώνα και, φυσικά, επιβάλλεται. Σήμερα είμαστε βυθισμένοι στη μιντιακή κουλτούρα έτσι όπως την περιγράφει ο Μολιέ και δεν πειράζει που τα μέσα είναι ψηφιακά.

 

Η μετάφραση της Αλεξάνδρας Νεστοροπούλου είναι καλή. Έχω αντίρρηση για την απόδοση του όρου «canard» ως «παπαγαλάκι». Προτιμώ τη λέξη «φυλλάδα», επειδή τα canards ήταν έντυπα που ειδικεύονταν στον εντυπωσιασμό, στην υπερβολή, ακόμα και στη δημοσίευση κατασκευασμένων και ψευδών ιστοριών. Άλλωστε η λέξη υπάρχει και στη γλώσσα μας από παλιά. «Η φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου». 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.