No.1

Tο αποδημητικό ένστικτο του Μπρους Τσάτουιν

Tο αποδημητικό ένστικτο του Μπρους Τσάτουιν Facebook Twitter
1

Στα 24 του είχε γίνει διευθυντής του Οίκου Sotheby's. Κομψός, γαλανομάτης, ενδιαφέρων. Δειπνούσε με τη δούκισσα του Ουεστμίνστερ, τον Πικάσο και την Jackie Ο., μιλούσε με πάθος για τον κονστρουκτιβισμό και για τη Συλλογή Κωστάκη (που ο ίδιος ανακάλυψε), έλεγε ότι οι πίνακες είναι οι νέες ιερές εικόνες, διάβαζε Γάλλους κλασικούς, Μαντελστάμ και Κικέρωνα και τύλιγε τους συλλεκτικούς του θησαυρούς, κάτω από το μονό κρεβάτι του, με κομμάτια από αρχαίο μετάξι.

Αλλά, ξαφνικά, δεν ήθελε πια ούτε μεταξωτά μαντίλια, ούτε τίποτα. Άφησε το γραφείο του στο έλεος των επιτήδειων (και επιτηδευμένων) connoisseurs και πήγε να δει τους ναούς του Βούδα στην Ιάβα, τους γελαστούς κυνηγούς αντιλόπης Νεμάντι στην έρημο της Μαυριτανίας, τους νομάδες Μπέζα που αλείφουν με κατσικίσιο λίπος τα μαλλιά τους στους λόφους της Ερυθράς Θάλασσας. Είναι σαφές, η Ευρώπη τον έπληττε.

O Τσάτουιν πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να κάτσει ήσυχος σ' ένα δωμάτιο κι ότι για να μπορέσει να βρει το νόημα της ζωής πρέπει να αποβάλει τους δεσμούς του και να πάρει τους δρόμους.

Αλλά ο ίδιος, στα χρόνια των περιπλανήσεων, έγραψε και ξανάγραψε στα μικρά του σημειωματάρια (από δέρμα τυφλοπόντικα) ότι ο λόγος της αεικινησίας του ήτανε κάτι παραπάνω από πλήξη. Ήτανε αποδημητικό ένστικτο που υπάρχει μέσα στους ανθρώπους, όπως υπάρχει στα πουλιά το φθινόπωρο.

Από αυτά τα σημειωματάρια γεννήθηκαν τα περισσότερα βιβλία του – κυρίως όμως το Songlines, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο Τα μονοπάτια των τραγουδιών από τις εκδόσεις Χατζηνικολή. Μαζί βγήκε και το Στο μαύρο λόφο, που περιγράφει τον παράξενο δεσμό δύο δίδυμων αγοριών στην αγροτική Ουαλία των αρχών του αιώνα. Και τα δύο είναι γραμμένα με τρόπο «κλασικό», αρμονικό, χαμηλόφωνο – μιλάνε όμως για πράγματα δυνατά, μάλλον πρωτότυπα και εντελώς μελλοντικά.

τσατγουιν
KANTE KΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Μπρους Τσάτουιν, Τα μονοπάτια των τραγουδιών, Εκδόσεις Χατζηνικολή

Τα Μονοπάτια των τραγουδιών είναι, ας πούμε, τα καλτ ημερολόγιά του. Κάτι ανάμεσα σε μαρτυρία, ταξιδιωτικό, μυθιστόρημα και ταινία δρόμου. Μιλάνε, καταρχάς, για τον ιστό των μονοπατιών που καλύπτουν την Αυστραλία των Αυτοχθόνων (μονοπάτια που χωρίζουν τις κυριότητες της γης, οδοιπορούνται τραγουδώντας – και κάθε συγκεκριμένο σημείο τους «διαβάζεται» από τους Αυτόχθονες σαν ένα είδος προγονικής παρτιτούρας), αλλά καταλήγουν να δοξάζουν τη νομαδική φύση των Αυτοχθόνων και την αεικινησία των ανθρώπων.

Ο Τσάτουιν ο ίδιος περιπλανήθηκε πολύ καιρό στην αυστραλέζικη έρημο και βάδισε στα μονοπάτια των τραγουδιών. Αλλά γνώρισε κι άλλες φυλές της ερήμου. Τους Κουασγκάι, τους Ταϊμάνι, τους Τουαρέγκ, τους Μπορόρο. Γνώρισε κι άλλους νομάδες, μοναχικούς κι έκπτωτους Ευρωπαίους, που είχαν ασπαστεί ιδιόρρυθμες θρησκείες, ανέλυαν τον Ντιρκάιμ στο φως μιας λάμπας πετρελαίου και πάνω από την πόρτα του ερημητηρίου τους, στη Θάλασσα του Τιμόρ, έγραφαν:

Τρύπες έχουν οι αλεπούδες
και φωλιές τ' ανεμοπούλια.
Αλλά του Ανθρώπου ο γιος
στους πέντε δρόμους βρίσκεται.

Για να μην πολυλογούμε, ο Τσάτουιν πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να κάτσει ήσυχος σ' ένα δωμάτιο κι ότι για να μπορέσει να βρει το νόημα της ζωής πρέπει να αποβάλει τους δεσμούς του και να πάρει τους δρόμους. Ελευθερωμένος από τα αντικείμενα (γιατί «τα αντικείμενα καρφώνονται μες στην ψυχή κι έπειτα της λένε τι να τα κάνει»), αλλά και μελαγχολικός από τη γνώση του θανάτου του, πλανιέται στη μικρή του φυλακή, που είναι ο κόσμος, ψάχνοντας απαντήσεις.

Ο Τσάτουιν προχώρησε την άποψή του και πέραν της φιλοσοφίας. Στην ηθολογία.

Ο άνθρωπος περιπλανιέται, υποστήριξε, γιατί ακούει τη μνήμη του αίματός του. Οι πρόγονοί του στη λίθινη εποχή έπρεπε να μεταναστεύουν διαρκώς από το Τράνσβααλ ως την Αιθιοπία για να γλιτώσουν από το γιγαντιαίο ανθρωποφάγο ζώο Dinofelis. Η κοινή άμυνα σ' αυτό το ζώο δημιούργησε την περίφημη «ενστικτώδη επιθετικότητα» του Λόρεντς ή το «δολοφονικό ένστικτο» του Κέσλερ – κι όχι κάποιο έμφυτο μίσος του ανθρώπου για τον όμοιό του. Ο άνθρωπος, κατά τον Τσάτουιν, δεν είναι ένας παραλογισμένος αδελφοκτόνος – αλλά ένας τραγουδιστής «με αέρινες σόλες» που ψάχνει πρόσκαιρες ειρηνικές πατρίδες και εν ανάγκη πολεμάει μαζί με τους άλλους, ενάντια στο Μεγάλο Θηρίο ή την Ανάμνησή του.

Έτσι ο Τσάτουιν διάβασε τα ίχνη της ζωής πάνω στην άμμο της ερήμου. Πίστεψε ότι η έρημος είναι η πατρίδα του. Κάπνισε χόρτο στην Καμπούλ, δούλεψε υλοτόμος στη Σκωτία, έμεινε στα κιμπούτς του Ισραήλ και στις πολύμηνες παραμονές του στον πύργο του Teddy Millington-Drake στην Πάτμο άρχισε να δίνει μορφή στα Songlines.

Στο μεταξύ, παντρεύτηκε, έφτιαξε ένα υποτυπώδες αγρόκτημα στο Οξφορντσάιρ και χαιρετίστηκε ως ο μεγαλύτερος ζων στυλίστας της αγγλικής γλώσσας. Αλλά προσβλήθηκε από ΑIDS. Kι έτσι, ο «αναλυτής της αεικινησίας» καθηλώθηκε από το καλοκαίρι του 1988 σε μια αναπηρική πολυθρόνα.

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του έζησε στη σοφίτα ενός γεωργιανού σπιτιού – σε λίγα τετραγωνικά που, αντί για τοίχους, είχαν κρέπια για να χωρίζει το ντους από την κουζίνα και τη βιβλιοθήκη. Είχε μόνο ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, μια καρέκλα (Jacob!) κι έναν καναπέ. Έγραψε το τελευταίο του βιβλίο What am I doing here (από το λίγο που διάβασα, ένα είδος γλωσσικού ασκητισμού) και έπιασε φιλίες με έναν Νοτιοαφρικανό συνθέτη, ο οποίος συνέθετε τότε το «The songlines quartet».

Στο μεταξύ, είχε γίνει χριστιανός ορθόδοξος κι ετοιμαζόταν να πάει με ελικόπτερο σε μια μονή του Αγίου Όρους για να χειροτονηθεί ιερέας. Δεν πρόλαβε. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1989 στα 48 του χρόνια. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε εξ ολοκλήρου στα ελληνικά, στην ελληνική εκκλησία της Moscow Road, στο Λονδίνο.

Η αφρόκρεμα των γραμμάτων που μυξόκλαιγε στα κράσπεδα αναρωτιόταν αν το Songlines είναι fiction ή nonfiction.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Βιβλίο
1

No.1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

1 σχόλια
Καλησπέρα, Θα ήθελα να προσθέσω δύο πράγματα για τον Chatwin, είναι πολύ σημαντικό το βιβλίο του "In Patagonia" το οποίο ο ίδιος υπεραγαπούσε, επίσης οι στάχτες του είναι θαμμένες σε ένα παρεκκλήσι στην Καρδαμύλη, το μέρος που ζούσε ο πνευματικός του πατέρας, Patrick Leigh Fermor