«Τιμπουκτού, Τουμπούτο, Τομπουκτού, Τιμπικτού ή Τεμπούχ; Σημασία δεν έχει πώς το γράφετε. Η λέξη είναι συνθηματική, είναι τελετουργική συνταγή. Από τη στιγμή που την ακούς, δεν την ξεχνάς ποτέ». Κάπως έτσι όρισε το Τιμπουκτού ο Μπρους Τσάτουιν μετά από ένα ταξίδι του σε αυτό, το 1970.

 

Πράγματι, αυτή η λέξη μού είχε κολλήσει στο μυαλό από τα φοιτητικά χρόνια, όταν ο φίλος μου ο Θανάσης, ο πιο διαβασμένος της παρέας, έλεγε σε όποιον χανόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα: «Καλά, πού χάθηκες; Μήπως είχες πάει στο Τιμπουκτού;».

 

Έτσι, το Τιμπουκτού έγινε μια συνθηματική λέξη, απέκτησε νόημα και παρέπεμπε ασυναίσθητα στην εξαφάνιση, στον χαμό, κάτι που έκτοτε  δεν μπόρεσα να ξεχάσω ποτέ. Ο ευφυής ταξιδευτής Τσάτουιν είχε απόλυτο δίκιο.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, στο Παρίσι, φίλοι Γάλλοι που είχαν ζήσει στο Μάλι, το άλλοτε γαλλικό Σουδάν, μιλούσαν με έκσταση γι' αυτήν τη μυστηριώδη πόλη στην καρδιά της Αφρικής, που τους είχε γεμίσει με δέος.

 

Κάποτε το Τιμπουκτού ήταν μια πόλη των εκατό χιλιάδων κατοίκων, αλλά αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ένα μεγάλο χωριό των δέκα χιλιάδων ανθρώπων, μια μάζα από κακόσχημα σπίτια, κατασκευασμένα από χώμα. Τους δρόμους τείνουν να τους καταπιούν τα χαλάσματα και η άμμος της ερήμου που έχει κίτρινο, υπόλευκο χρώμα και ξεβράζει μια βαθιά σιωπή.

 

Το Τιμπουκτού ανήκει στους μυθικούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, κυρίως λόγω της απομόνωσής του στην έρημο Σαχάρα, τριακόσια χιλιόμετρα βορειοδυτικά του κοντινότερου κατοικημένου σημείου, του χωριού Ντουεντζά στο κεντρικό Μάλι.

 

Πρωτοεμφανίζεται σε έναν καταλανικό χάρτη του δέκατου τέταρτου αιώνα ως Τεμπούχ. Στην Ευρώπη είχαν φτάσει από ταξιδιώτες φήμες για ένα αφρικανικό βασίλειο, όπου τα παιδιά του ήλιου έτρεχαν αθώα εδώ και κει και το οποίο διοικούνταν από έναν σοφό μαύρο μονάρχη που λεγόταν Rex Melly, ο οποίος θα κατανικούσε τον Άπιστο, θα ένωνε όλους τους χριστιανούς και ο κόσμος θα απολάμβανε την αιώνια ειρήνη.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Η απόσταση του Τιμπουκτού από κάθε άλλο κατοικημένο σημείο ενδυνάμωνε τους μύθους που έλεγαν ότι οι στέγες των σπιτιών ήταν φτιαγμένες από χρυσάφι. Από το Τιμπουκτού περνούσαν όλα τα καραβάνια της κεντρικής Αφρικής που κατευθύνονταν προς τη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό, αλλά ο πλούτος του προερχόταν κυρίως από το εμπόριο του μεταλλικού αλατιού της Σαχάρα.

 

Ίσως όμως τον θρύλο και το μυστήριο του Τιμπουκτού, πέρα από την απομόνωση, να έθρεψε και μια διαδεδομένη τότε φήμη που βρισκόταν σε μια παροιμία του Σουδάν: «Το αλάτι έρχεται από τον Βορρά, ο χρυσός από τον Νότο και το ασήμι από τη χώρα των λευκών, αλλά τον λόγο του Θεού, τα σπουδαία πράγματα, τις ιστορίες και τους θρύλους θα τους βρείτε μόνο στο Τιμπουκτού».

 

Η πόλη τότε διέθετε εκατόν ογδόντα σχολές διδασκαλίας του Κορανίου και στις βιβλιοθήκες της υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδες χειρόγραφα. Δεν είναι τυχαίο που της αποδόθηκε η ονομασία «Η πόλη των 333 Αγίων».

 

Στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα οι εξερευνήσεις έχουν επεκταθεί παντού στον πλανήτη, με αποτέλεσμα οι επίγειοι παράδεισοι να έχουν μειωθεί αισθητά. Έτσι, το Τιμπουκτού, που ανήκει πλέον στη σφαίρα του μύθου, γίνεται το επίκεντρο των επιδιώξεων πολλών Ευρωπαίων ταξιδευτών και εξερευνητών που επιχειρούν να φτάσουν σε αυτό.

 

Από τον δέκατο όγδοο έως τον δέκατο ένατο αιώνα τουλάχιστον σαράντα τρεις ταξιδιώτες επιχείρησαν να φτάσουν στην απαγορευμένη πόλη του Τιμπουκτού. Από αυτούς μόλις τέσσερις το κατόρθωσαν, ο Ρόμπερτ Άνταμς, Αμερικανός ναύτης, το 1811, ο οποίος αργότερα θεωρήθηκε ότι έλεγε ψέματα, ο Σκωτσέζος εξερευνητής Γκόρντον Λέικ, το 1826, ο Γερμανός ταξιδευτής Χένρι Μπαρτ, το 1953, και ο επίσης Γερμανός Όσκαρ Λεντζ, το 1880.

 

Ο πρώτος Ευρωπαίος που μπήκε μεταμφιεσμένος σε Αιγύπτιο στην απαγορευμένη πόλη του Τιμπουκτού ήταν ο Ρενέ Καγιέ, το 1828, ένας Γάλλος ταπεινής καταγωγής που αποφάσισε να γίνει εξερευνητής αφού διάβασε τον «Ροβινσώνα Κρούσο». Μετά από έντεκα χρόνια επιμελούς προετοιμασίας και έπειτα από ένα επικίνδυνο ταξίδι, ξεκινώντας από τις ακτές του Ατλαντικού και μαθαίνοντας τα αραβικά σε ένα χωριό των Μουρίς, στα βόρεια του Τιμπουκτού, ο Ρενέ Καγιέ έφθασε στη θρυλική πόλη και κατόρθωσε να επιστρέψει ζωντανός για να διηγηθεί τις περιπέτειές του.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Το 2010 επιχείρησα να επαναλάβω το ταξίδι του Ρενέ Καγιέ, ταξιδεύοντας με τοπικά λεωφορεία από τον Ατλαντικό (Ντακάρ/Σενεγάλη) έως το Μόπτι (Μάλι) και από κει με τοπικά τζιπ, παλιά Ρέιντζ Ρόβερ που εξυπηρετούσαν τους ντόπιους και ήταν το μόνο μέσο διέλευσης της ερήμου, έως το Τιμπουκτού.

 

Βασικά, επιδίωξα αυτόν τον τρόπο προσέγγισης μιας μυθικής μέχρι τον εικοστό αιώνα terra incognita, που αποτελούσε για αιώνες μέρος μιας μυστικής γεωγραφίας του ταξιδιώτη, ο οποίος σιωπηλά, επίμονα και διακριτικά επιδίωκε να το ανακαλύψει.

 

Στον ενθουσιασμό του ταξιδιού και στην επιτόπια οργάνωση των σταδίων του αγνοούσα παντελώς ότι η Γαλλική Πρεσβεία στο Μπαμακό είχε εκδώσει ταξιδιωτική οδηγία που έλεγε ότι είναι επικίνδυνες οι μετακινήσεις εκτός της πόλης, που στη χειρότερη περίπτωση έφθαναν μέχρι τη Σεγκού, μια πόλη στις όχθες του Νίγηρα.

 

Στο Μόπτι διαπιστώνω ότι οι περισσότερες μοτοσικλέτες φέρουν αυτοκόλλητα με τη φωτογραφία του Μπιν Λάντεν, ενώ ο ιδιοκτήτης της πανσιόν μού ανέφερε συνωμοτικά ότι η Αλ Κάιντα τα χαρίζει στους νέους για να προσηλυτίσει οπαδούς.

 

Νύχτα, στη διαδρομή Ντουεντζά-Νίγηρας, στη μέση της ερήμου, θηριώδη τζιπ γεμάτα οπλισμένους τζιχαντιστές διασταυρώνονταν με το δικό μας. Το επόμενο πρωί, ο οδηγός ενός Άγγλου που ταξίδευε μόνος του με τζιπ από τη Μπουργκίνα Φάσο στο Τιμπουκτού, περιμένοντας στις όχθες του Νίγηρα το μικρό φέρι που θα μας μετέφερε στο επίνειο του Τιμπουκτού, το Κορουμιέ, επιβεβαίωσε τις ανησυχίες μου. Το ταξίδι άρχιζε να φλερτάρει βίαια με το απρόβλεπτο.

 

Φυσικά, αυτό είχε αρχίσει από τα σύνορα Σενεγάλη - Μάλι και είχε επαναληφθεί αρκετές φορές σε κάποια χωριά πριν το Μόπτι, όταν νεαροί, βλέποντάς με, έφερναν το χέρι τους στον λαιμό, κάνοντας την κίνηση του αποκεφαλισμού. Αγνοούσα παντελώς ότι στο Γκάο, ένα χωριό στον Νίγηρα μετά το Ντουεντζά, που σχεδίαζα να επισκεφθώ στη συνέχεια, ήταν τότε το αρχηγείο των τζιχαντιστών.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Μετά από τριακόσια χιλιόμετρα διαδρομής στην έρημο Σαχάρα –δυόμισι ώρες για το πέρασμα του Νίγηρα λόγω της δύσκολης ναυσιπλοΐας εξαιτίας των πολλών νησίδων άμμου και του αβαθούς του ποταμού την καλοκαιρινή περίοδο– και έχοντας καταβροχθίσει και τα τελευταία δεκαεννέα χιλιόμετρα δρόμου με το γερασμένο και βαρυφορτωμένο τζιπ, έφτασα στο μυθικό Τιμπουκτού, μαζί με τους υπόλοιπους δεκαεπτά παστωμένους επιβάτες του.

 

Επιτέλους, βρισκόμουν στο Τιμπουκτού. Εκτός του ότι είναι το διοικητικό κέντρο μιας περιφέρειας του Μάλι, διαπιστώνω τώρα, με τα ίδια μου τα μάτια, ότι στην πραγματικότητα είναι ένας αποκομμένος τόπος στην έρημο Σαχάρα, χωρίς ίχνος σκιάς, που τσουρουφλίζεται εδώ και αιώνες από τον σκληρό αφρικανικό ήλιο. Τώρα καταλαβαίνω γιατί παραμένει συνώνυμο της εξαφάνισης και του χαμού. Έως τώρα ζούσα το φανταστικό Τιμπουκτού, του μύθου, των ταξιδιωτικών διηγήσεων και ονείρων.

 

Κάποτε το Τιμπουκτού ήταν μια πόλη των εκατό χιλιάδων κατοίκων, αλλά αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ένα μεγάλο χωριό των δέκα χιλιάδων ανθρώπων, μια μάζα από κακόσχημα σπίτια, κατασκευασμένα από χώμα. Τους δρόμους τείνουν να τους καταπιούν τα χαλάσματα και η άμμος της ερήμου που έχει κίτρινο, υπόλευκο χρώμα και ξεβράζει μια βαθιά σιωπή. Προσπαθώ να καταλάβω εάν το Τιμπουκτού έχει αλλάξει από την εποχή του Ρενέ Καγιέ. Ίσως, πέρα από κάποια άχρωμα διοικητικά κτίρια και τους χωμάτινους σωρούς από τα χαλάσματα, δεν πρέπει να έχει αλλάξει αισθητά.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Ο Ντιμπουά, συγγραφέας του βιβλίου «Τιμπουκτού, η μυστηριώδης πόλη», αναφέρεται σε μια πόλη, όπου, υπό την απειλή των Τουαρέγκ, οι πλούσιοι έμποροι κρύβονταν στο βάθος των κατοικιών τους, φορώντας φτωχικά ρούχα, μεταμορφώνοντας το εξωτερικό μέρος των σπιτιών τους σε ερείπια, καμουφλάροντας τη ζωή τους, όπως και την πόλη τους.

 

Προσπαθώ να φανταστώ τη διαφορά του τότε με το σήμερα. Εντύπωση μου προκαλούν αρκετές κάσες θυρών με τα τεράστια μεταλλικά καρφιά και τα σχέδια που αποτελούν τη μοναδική ίσως κληρονομιά της πόλης από τους κατακτητές Μαροκινούς.

 

Γυναίκες εμφανίζονται και εξαφανίζονται γρήγορα στα αμμουδερά σοκάκια, σαν φαντάσματα της ερήμου, φορώντας βαμβακερά μαύρα ή γαλάζια ίντιγκο μπουμπού. Κάποιοι γέροντες και μερικοί λυγερόκορμοι Τουαρέγκ, με τα πρόσωπά τους τυλιγμένα σε υφάσματα χρώματος ίντιγκο, με κοιτούν αυστηρά και γεμάτοι περιέργεια, χωρίς ωστόσο να δείχνουν έχθρα.

 

Μια παχύσαρκη γυναίκα με συνοδεία από νεαρά κορίτσια με προσπερνά σε κάποιο στενό. Εδώ η γυναικεία παχυσαρκία αποτελεί ακόμα αντικείμενο θαυμασμού και δείγμα πλούτου. Μόνο οι πλούσιοι έχουν τη δυνατότητα να έχουν σύζυγο τέτοιου μεγέθους, που να χρειάζεται υπηρέτριες για τη μετακίνησή της.

 

Στη σκεπαστή αγορά της πόλης, το Γιόμπου Μπερ (μεγάλη αγορά), γυναίκες πουλούν μέσα σε κολοκύθες στο χρώμα της ώχρας ένα δημοφιλές ρόφημα, ξινόγαλα αναμειγμένο με κοπανισμένο κεχρί και μέλι.

 

Επισκέπτομαι μερικά από τα τζαμιά και μαυσωλεία της πόλης, τα σπίτια που φιλοξένησαν τον Ρενέ Καγιέ, τον Γκόρντον Λέικ, τον Χένρι Μπαρτ, καθώς και το σπίτι όπου έμεινε ο Ιμπν Μπατούτα (1304-1377), ο μεγαλύτερος, σύμφωνα με τις διηγήσεις, ταξιδευτής του κόσμου. Βρίσκω εντυπωσιακή τη βιβλιοθήκη Αχμέντ Μπάμπα, το τζαμί Σανκόρ και τον μιναρέ Τζίνγκερεμπερ Ματζίντ.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Στις μικρές τρύπες που εκτελούν χρέη εμπορικών διαπιστώνω ότι τα περισσότερα προϊόντα είναι κινεζικής προέλευσης. Οι Κινέζοι και το εμπόριό τους έχουν διεισδύσει έως εδώ. Σε έναν τοίχο διαβάζω σε ευανάγνωστα γαλλικά «Chinois sont des cons» (Οι Κινέζοι είναι ηλίθιοι).

 

Οι κάτοικοι του Τιμπουκτού ανά τους αιώνες ήταν: «Άραβες, Βερβερίνοι, Σόνγκοϊ, Μόσι, Τουκουλέρ, Μπαμπάρα, Μπέλα, Μαλίνκε, Φουλάνι, Μαυριτανοί και Τουαρέγκ». Αργότερα ήρθαν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί και οι Ρώσοι. Τελευταίοι ήρθαν οι Κινέζοι. Βλέποντας αυτό που έχουν γράψει στον τοίχο οι ντόπιοι, δεν μοιάζουν να είναι και τόσο ευπρόσδεκτοι!

 

Παρόλες τις σωρούς από ερείπια, τα φτωχικά πλίθινα σπίτια, τους λόφους της κινούμενης άμμου που εκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις, νιώθω ήρεμος και ικανοποιημένος, πλέοντας σε μια κατάσταση απαθούς ευτυχίας. Το Τιμπουκτού όλων των αναφορών που είχα ακούσει και διαβάσει στη ζωή μου ήταν εκεί, στη μέση της ερήμου, μια αντιπόδεια οφθαλμαπάτη, ένας μυθικός τόπος, ένα πολύ όμορφο παιχνίδι του νου.

 

Είμαι κουρασμένος από το ταξίδι, αλλά δεν νιώθω απόγνωση ή φόβο, έστω και εάν είναι φανερή πλέον η παρουσία των τζιχαντιστών. Στο Τιμπουκτού δεν υπάρχουν τουρίστες, τα περισσότερα καταστήματα ανοίγουν το βράδυ, ενώ στα λιγοστά άδεια εστιατόρια θα πρέπει να παραγγείλεις από πριν το φαγητό σου. Δεν νιώθω την απόγνωση της απειλής αλλά την αδυναμία σωστής προσέγγισης και ερμηνείας μιας ταξιδιωτικής ιστορίας. Το ταξίδι στο μυθικό Τιμπουκτού άρχισε να μεταμορφώνεται μέσα μου σε μια συμβολική πράξη γεμάτη μεταφορές.

 

Είναι τέσσερις το πρωί και εγκαταλείπω με κάποια θλίψη το Τιμπουκτού, στριμωγμένος σαν σαρδέλα στο σαραβαλιασμένο Ρέιντζ Ρόβερ, μαζί με δεκαέξι ντόπιους, που θα με οδηγήσει έως το Ντουεντζά. Όμως η φύση, η έρημος Σαχάρα, ντυμένη με ένα απαλό πράσινο χαλί, γεμάτο λουλούδια, αποζημιώνει το στρίμωγμα με μία από τις ομορφότερες διαδρομές που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Ο προορισμός «Τιμπουκτού» σημάδευε και εδώ ανεξίτηλα το ταξίδι.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Δύο μήνες αργότερα δεκαπέντε Γάλλοι τουρίστες απήχθησαν από τους τζιχαντιστές έξω από το Τιμπουκτού και μεταφέρθηκαν στη Νιγηρία. Για την απελευθέρωσή τους οι τζιχαντιστές ζητούν λύτρα. Το Τιμπουκτού γίνεται απαγορευμένη ζώνη. Το διάστημα μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου του 2012 αυτονομιστικές ομάδες, που αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τζιχαντιστές υπό τον έλεγχο της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους, κατέλαβαν το βορειοανατολικό Μάλι και το Τιμπουκτού, καταστρέφοντας θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία της πόλης, όπως μαυσωλεία και τζαμιά, καθώς και πολλά αρχαία χειρόγραφα.

 

Τίποτα δεν γλίτωσε από τη μανία της ένοπλης ισλαμικής οργάνωσης Άνσαρ Ντιν (Υπερασπιστές της πίστης) που κατάστρεψε ολοσχερώς ή εν μέρει επτά από τα δεκαέξι μαυσωλεία της πόλης. Το Τιμπουκτού, από το 1988, βρίσκεται στις λίστες με τις τοποθεσίες Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco. Νιώθω τυχερός που τα είδα όλα αυτά το 2010, αλλά και τρομερά θλιμμένος για την τύχη που τους επιφύλαξε ο homo sapiens στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα.

 

Ο Ερίκ Ορσενά, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, γράφει στο «Paris Mach» (4/10/2012) σχετικά με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας που υπόσχεται στους πιστούς της η ταχύτατα εξαπλωμένη στον πλανήτη «παγκοσμιοποίηση»: «Ήταν κάποια φορά το ενωμένο Μάλι, σήμερα το καλύπτει ένα πέπλο θλίψης. Όταν σκέφτομαι ότι δέκα φορές το περιδιάβηκα από το Τιμπουκτού έως το Τεσαλίτ και ότι τώρα δεν έχω τη δυνατότητα να πάω να φιλήσω τους φίλους μου από τη Σεγκού… Παγκοσμιοποίηση ίσως, αλλά μια ελευθερία που καθημερινά μειώνεται, μικραίνει. Το Αφγανιστάν; Κλειστό. Το Κασμίρ; Κλειστό. Η πανέμορφη Υεμένη; Κλειστή. Η Σομαλία; Κλειστή».

 

Έως το 2015 στο βόρειο Μάλι δημιουργήθηκαν πεντακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες. Η κατάσταση βελτιώθηκε μετά τον Φεβρουάριο του 2015, με τη Συμφωνία του Αλγερίου. Όμως τον Μάρτιο του 2017 οι τζιχαντιστές οργανώνονται εκ νέου σε μια καινούργια δομή με την ονομασία «Ομάδα Υποστήριξης του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων» (GSIM) που πολλαπλασιάζει τις επιθέσεις στο κεντρικό Μάλι.

 

Μεταξύ Νοεμβρίου του 2018 και Μαρτίου του 2019 περισσότερα από 4.700 άτομα σκοτώθηκαν σε 1.200 επιθέσεις των τζιχαντιστών, ενώ μεταξύ 2012 και 2018 οι θάνατοι από επιθέσεις ανέρχονταν σε 1.800. Τον Απρίλη του 2019 ο Αμπντούλ Σαλάμ Αγκ Χάσι, πολιτειακός παράγοντας, δηλώνει: «Εδώ δεν υπάρχει ειρήνη, αλλά ούτε το Μάλι». («Le Monde», 6/5/2019)

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
 

 

Στις 26/6/2021, στο χωριό Μπονί έχασαν τη ζωή τους από επιθέσεις των τζιχαντιστών έξι στρατιώτες των ειρηνευτικών δυνάμεων, ενώ τον Φεβρουάριο σκοτώθηκαν άλλοι δέκα. Την ίδια μέρα, στο βόρειο Μάλι, εκατόν σαράντα χιλιόμετρα βόρεια του Γκάο, δεκαπέντε κυανόκρανοι των Ηνωμένων Εθνών τραυματίστηκαν από επίθεση με αυτοκίνητο παγιδευμένο με εκρηκτικές ύλες που οδηγούσε καμικάζι τζιχαντιστής.

 

Δεν ξέρω εάν μετά από όλα αυτά η πεποίθηση του Τσάτουιν ότι «όσοι και να έλθουν, το Τιμπουκτού δεν θα αλλάξει και θα μείνει το ίδιο» μπορεί να ισχύει ακόμα, όταν μια απορρυθμισμένη παγκοσμιοποίηση προωθεί την πολιτιστική ομοιογενοποίηση ενός κόσμου που χαρακτηρίζει η διαφορετικότητα. Είμαι πεπεισμένος όμως ότι το μόνο που σίγουρα θα μείνει αλώβητο για πάντα από το μένος των ανθρώπων και την απειλή της ερήμου είναι το Τιμπουκτού του νου.

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
 

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
 

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
 

 

Τιμπουκτού: Η πληγωμένη καρδιά της ερήμου
Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

 

Βιβλιογραφία: Βαρβαρέσος Σ. (2017), «Η χαμένη τέχνη του ταξιδιού», Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήσης

Ο Στέλιος Βαρβαρέσος είναι καθηγητής στο ΠΑΔΑ