Μαζί με τους καλλιτέχνες, τους τεχνικούς και όλους τους εργαζόμενους του θεάτρου πέντε γυναίκες που βρίσκονται πίσω από τις παραστάσεις που απολαμβάνουμε και όλες τις πληροφορίες που έχουμε για αυτές, μιλούν για την εμπειρία τους σε έναν χώρο που κυριολεκτικά υποφέρει εδώ και έναν χρόνο.

 

Η Ελεάννα Γεωργίου, η Ανζελίκα Καψαμπέλη, η Μαριάννα Παπάκη, η Ευαγγελία Σκρομπόλα και η Μαρία Τσολάκη μιλούν για τη δουλειά τους, μια δουλειά που από το παρασκήνιο φέρνει στο προσκήνιο καλλιτεχνικά γεγονότα, και μοιράζονται ένα κομμάτι της ζωής τους, τις σκέψεις και την ανησυχία τους, μετά από έναν χρόνο σχεδόν αναγκαστικής απραξίας. 

 

«Το θέατρο βιώνει μια πολύ έντονη και πολύ άτονη περίοδο ταυτόχρονα. Από τη μία το #metoo έχει –ευτυχώς– ταράξει τα νερά και δίνεται η ευκαιρία να μπουν νέες βάσεις, να αλλάξουν τα κακώς κείμενα. Από την άλλη, τα θέατρα είναι κλειστά εδώ και έναν χρόνο. Όλοι αναμένουμε τα κυβερνητικά μέτρα για να οργανώσουμε το καλοκαίρι και ελπίζουμε να έχουμε μια σχετικά κανονική θεατρική ροή την επόμενη σεζόν» λέει η Μαρία Τσολάκη, που με το θέατρο συνειδητοποίησε ότι ήθελε να ασχοληθεί βλέποντας παραστάσεις –ως φοιτήτρια– του Γιάννη Κακλέα («Καπέλο από ψάθα Ιταλίας», «Ρομπέρτο Τσούκο» κ.λπ.) στο Θέατρο Τεχνοχώρος. «Εκεί ένιωσα την επιθυμία και με ονειρεύτηκα να δουλεύω μαζί του στο μέλλον, κάτι που έγινε πράξη αργότερα και συνεχίζεται και σήμερα» λέει. 

 

Οι περισσότερες τομές και στην τέχνη έγιναν μετά από βαθιά τραυματικά γεγονότα. Χρειάζεται αυτοκριτική, γνώση, συστηματική δουλειά και η απαραίτητη κρατική υποστήριξη, για να ξανασυναντηθούμε στους χώρους καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 

«Η ευκαιρία στο θέατρο άνοιξε το 2005. Είχα μόλις αποχωρήσει από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας στο οποίο απασχολούμουν στον συντονισμό ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Σε όλους τους δρόμους της Αθήνας κυριαρχούσαν τεράστια pisa με τη χαρακτηριστική αφίσα της παράστασης "Cats" κι εγώ σκεφτόμουν: "Πω! Θέλω πολύ να δουλέψω για μία τέτοια παραγωγή!" Κι έγινε! Η επαφή με τους παραγωγούς πραγματοποιήθηκε μέσω ενός καλού φίλου, και το ταξίδι μου ξεκίνησε με τον Μιχάλη Αδάμ και τους αδερφούς Γεώργα με το "Cats" και το "Les Arts Sauts" και κράτησε 10 χρόνια. Εκεί έμαθα τη δουλειά, «ψήθηκα», γνώρισα πάρα πολύ κόσμο από την Ελλάδα και το εξωτερικό, δούλεψα για μεγάλες παραστάσεις και καλλιτέχνες, έζησα όλη την πορεία του Θεάτρου Badminton. Ήταν ένα μεγάλο σχολείο και εκεί εκπαιδεύτηκα να ανταποκρίνομαι σε κάθε κλίμακας παραστάσεις και σε πολλά διαφορετικά είδη». 

 

Μαρία Τσολάκη
Μαρία Τσολάκη: «Η κατάσταση κάπως συντηρείται με κάποια live streamings αλλά το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, έχει διάδραση κοινού και καλλιτεχνών, ενέργεια, συναίσθημα». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Μαρία Τσολάκη μεγάλωσε σε ένα σπίτι με πολλή μουσική –από κλασική μέχρι Στράτο Διονυσίου και ρεμπέτικα– και πολλά βιβλία. Ο πατέρας της τη συνόδευε, με την αδερφή της, σε όλες τις παιδικές παραστάσεις (με «SOS» εκείνες του Θεάτρου Πόρτα) και σε εμβληματικά έργα όπως τον «Άμλετ» με τον Γιάννη Φέρτη στο Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου. «Είναι μια συνήθεια που κρατάμε ακόμα και σήμερα και με ευχαριστεί ιδιαίτερα» λέει. 

 

Από το 2015 εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας με βασικούς συνεργάτες το Θέατρο του Νέου Κόσμου, το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή και τις Εκδόσεις Μικρή Άρκτος. Ωστόσο στη δουλειά ξεχωρίζει καλές και κακές στιγμές «Απολαμβάνω ιδιαίτερα τη μαγική στιγμή που όλα συνδέονται: η επικοινωνία είναι δυνατή, η παράσταση είναι διαμάντι, ο κόσμος ανταποκρίνεται και το αποτέλεσμα είναι το sold out. Με ενοχλεί γενικά όταν η επικοινωνία θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνη στην αποτυχία μιας παράστασης και αντιμετωπίζεται ως αποδιοπομπαίος τράγος. 

 

Η πανδημία έχει φέρει δυστυχώς μια μεγάλη παύση στο θέατρο. Φύσει "εθισμένη" στο θέατρο (είναι πάντα η αγαπημένη μου έξοδος!), έβλεπα τουλάχιστον 3 παραστάσεις την εβδομάδα και τώρα είναι περίεργο να βιώνω το απόλυτο κενό. Η κατάσταση κάπως συντηρείται με κάποια live streamings αλλά το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, έχει διάδραση κοινού και καλλιτεχνών, ενέργεια, συναίσθημα. Αυτό δεν μπορεί να αντικατασταθεί». 

 

Ανζελίκα Καψαμπέλη
Ανζελίκα Καψαμπέλη: «Δεν υπάρχει μέρα, νύχτα, Σαββατοκύριακο ή γιορτές, είσαι αναγκαστικά διαθέσιμος συνέχεια, χωρίς οι οικονομικές απολαβές να είναι ανάλογες». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Ανζελίκα Καψαμπέλη δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε να δουλέψει στο θέατρο, αφού δεν ήθελε να γίνει σκηνοθέτης ή ηθοποιός. Και φυσικά αγνοούσε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν στο παρασκήνιο. Τελειώνοντας το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Διοίκησης Υπηρεσιών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (με κατεύθυνση επικοινωνία, διαφήμιση, δημόσιες σχέσεις) αποφάσισε η διπλωματική της εργασία να έχει ως θέμα το μάρκετινγκ μη κερδοσκοπικών θεατρικών οργανισμών, για να συνδυάσει τις σπουδές της με κάτι που της άρεσε.

 

«Στο ερευνητικό μέρος έπρεπε να πάρω συνεντεύξεις από τους καλλιτεχνικούς διευθυντές των θεάτρων. Μέσα στα πέντε θέατρα που επέλεξα για την έρευνα ήταν το Θέατρο Τέχνης, το οποίο είχε μόλις αναλάβει ο Διαγόρας Χρονόπουλος. Έκλεισα να τον συναντήσω χωρίς να με γνωρίζει. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του έθεσα διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το αν ακολουθούν κάποιες από τις πρακτικές μάρκετινγκ. Προς το τέλος, χωρίς να το περιμένω, μου είπε: "Αφού δεν τα κάνουμε εμείς, έλα να τα κάνεις εσύ!". Και έτσι ξεκίνησαν όλα». Στο Θέατρο Τέχνης έμεινε επτά χρόνια, μαθαίνοντας τα πάντα γύρω από τη δουλειά του θεάτρου, αφού δοκιμάστηκε σε όλους τους τομείς. 

 

«Το επάγγελμα αυτό μού έχει δώσει μεγάλες χαρές αλλά έχω συναντήσει και πολλές δυσκολίες. Δεν είναι δυνατή η αντικειμενική μέτρηση της αποτελεσματικότητας της δουλειάς μας, ούτε τελειώνει ποτέ, με την έννοια ότι όσο παίζονται οι παραστάσεις πρέπει να είσαι εκεί και να κάνεις ό,τι μπορείς για να βοηθήσεις στην προώθηση, ακόμα και μήνες μετά την πρεμιέρα. Δεν υπάρχει μέρα, νύχτα, Σαββατοκύριακο ή γιορτές, είσαι αναγκαστικά διαθέσιμος συνέχεια, χωρίς οι οικονομικές απολαβές να είναι ανάλογες. Ο ανταγωνισμός των παραστάσεων για την επικοινωνιακή μερίδα είναι σκληρός, τα έντυπα Μέσα μειώνονται συνέχεια, ο διαθέσιμος χώρος για τον πολιτισμό στα ΜΜΕ είναι ελάχιστος, με αποτέλεσμα τα πράγματα να γίνονται δυσκολότερα. 

 

Αλλά όλα μα όλα ξεπερνιούνται όταν βλέπεις τα πρόσωπα των ευχαριστημένων θεατών που φεύγουν από ένα γεμάτο θέατρο και τους ηθοποιούς ικανοποιημένους που η δουλειά τους βρίσκει ανταπόκριση. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Προσπαθώ πάντα να αναλαμβάνω παραστάσεις που θα μου άρεσε κι εμένα να παρακολουθήσω, αλλιώς πολύ δύσκολα μπορώ να τις υποστηρίξω. Η έννοια μου είναι να κρατάω μέσα μου την αγάπη που είχα από παιδί για το θέατρο κι αυτό το αίσθημα με οδηγεί ακόμα και σήμερα.

 

Επίσης, η μεγάλη "περιουσία" που απέκτησα από το θέατρο είναι οι σημαντικές προσωπικότητες που γνώρισα και ό,τι έμαθα από τους ανθρώπους αυτούς, όχι μόνο για το επάγγελμα αλλά και για την ίδια τη ζωή» λέει η Αντζελίκα, που από το 2007 έως σήμερα δουλεύει στο θέατρο και από το 2013 στην επικοινωνία παραστάσεων. Σήμερα είναι υπεύθυνη επικοινωνίας του θεατρικού τμήματος της Stefi Productions και μιλώντας για τη σημεριμνή κατάσταση επισημαίνει ότι η δουλειά της επικοινωνίας έχει εξαφανιστεί αφού τα θέατρα δεν λειτουργούν, ενώ πιστεύει ότι θα περάσει πολύς καιρός για να γίνουν τα πράγματα όπως πριν.

 

«Η εποχή που διανύουμε είναι πραγματικά εξαιρετικά δύσκολη. Δεν είναι μόνο ότι δεν έχουμε δουλειά αλλά ότι αισθάνομαι πραγματικά μουδιασμένη. Άραγε όταν ξεκινήσουν οι παραστάσεις, πώς θα είμαστε, πώς θα μπορέσουμε να επανέλθουμε; Θα είναι τα πράγματα όπως πρώτα; Καλύτερα ή χειρότερα; Περιμένω πραγματικά με αγωνία να στείλω ξανά δελτίο τύπου και να βρεθούμε στην πρώτη πρεμιέρα με γεμάτη αίθουσα, χωρίς ποσοστά στην πληρότητα. Θα είναι μια μεγάλη γιορτή!» λέει.

 

Μαριάννα Παπάκη
Μαριάννα Παπάκη: «Η έλευση της πανδημίας ήρθε να προσθέσει ανεργία στην ανεργία του χώρου και απογοήτευση από τους κυβερνητικούς χειρισμούς». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Μαριάννα Παπάκη ξεκίνησε ως δημοσιογράφος πολιτιστικών θεμάτων από το 2005, όταν μια καλή της φίλη και σκηνοθέτις της πρότεινε να αναλάβει την επικοινωνία μιας παράστασης. 

 

«Το αποτέλεσμα της πρώτης αυτής συνεργασίας είχε θετικό πρόσημο και έτσι ένιωσα την ηθική ικανοποίηση του να "χτίζεις" κάτι βήμα-βήμα κάνοντας μια νέα αρχή. Τα επόμενα χρόνια έφεραν την πολύτιμη συνεργασία μου με τον Νώντα Δουζίνα και πολλές εύκολες, δύσκολες αλλά πάντα εποικοδομητικές, συναντήσεις. Αναγνωρίζοντας μία ανοδική πορεία στην επικοινωνία και αρχίζοντας να έχω ενστάσεις για τη δημοσιογραφία που αγάπησα και ακόμα αγαπώ (δεν θα το κρύψω) θεώρησα δεοντολογικό να επιλέξω μεταξύ των δύο χώρων. Κι έτσι πήρα την απόφαση να περάσω επαγγελματικά στην άλλη όχθη» λέει η Μαριάννα.

 

Τα χρόνια μέσα στο θέατρο την προίκισαν με σπάνιες εμπειρίες αλλά γέννησαν και κάποια ερωτηματικά για το καλλιτεχνικό παράγωγο. «Ζούμε στην εποχή που η εικόνα της παράστασης κάποιες φορές προτάσσεται σε σχέση με την ίδια την παράσταση. Αυτή η αίσθηση, όταν υπάρχει, με δυσαρεστεί. Όταν όμως, προτεραιότητα είναι η ίδια η δημιουργία τότε η ευχαρίστηση που λαμβάνει κανείς προσπαθώντας να προβάλει μια τέτοια προσπάθεια είναι μεγάλη. Αναμφίβολα, αυτές είναι και οι περιπτώσεις που με συνδέουν με αυτήν τη δουλειά. Οι παραστάσεις που εκπλήσσουν, που ξεβολεύουν, οι άνθρωποί τους που συνεχώς ψάχνουν και οι σχέσεις που αναπτύσσονται με αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίες δεν μπορεί παρά να είναι μαγικές. Ίσως όχι συχνές. Αλλά γι’ αυτό σπουδαίες».

 

Σε αναμονή της επανέναρξης των παλιών ρυθμών, των προβών και της αγωνίας πριν από το ανέβασμα μιας παράστασης, παρατηρώντας το τοπίο γύρω της επισημαίνει ότι «η κρίση σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό αποφοίτων των δραματικών σχολών οδήγησαν, τα τελευταία χρόνια, σε μια θεατρική υπερπροσφορά απευθυνόμενη σε ένα αναντίστοιχο, αριθμητικά, κοινό. Απόλυτα κατανοητή η ανάγκη έκφρασης των νέων ανθρώπων, των νέων ομάδων –άλλωστε από αυτή τη νέα γενιά θα προκύψουν και τα διαμάντια– όμως πιστεύω πως κάπου είχε χαθεί το μέτρο. Χίλιες, χίλιες πεντακόσιες, δύο χιλιάδες παραστάσεις… όλοι όσοι ασχολούμαστε με το θέατρο είχαμε χάσει τον λογαριασμό. Αποτέλεσμα; Μεγάλος ανταγωνισμός και κίνδυνος τα ζητούμενα διαμαντάκια να χαθούν στον ωκεανό. 

 

Η έλευση της πανδημίας ήρθε να προσθέσει ανεργία στην ανεργία του χώρου και απογοήτευση από τους κυβερνητικούς χειρισμούς. Ο πολιτισμός απαξιώνεται, δεν αναφέρεται καν ή αναφέρεται τελευταίος. Ο "ελεύθερος χρόνος" κλείνει. Η διασκέδαση και η ψυχαγωγία περιττεύουν. Εύχομαι μετά από όλο αυτό, το θέατρο να είναι πιο οργανωμένο, με διεκδίκηση περισσότερων δικαιωμάτων από όλους τους κλάδους του, με πρωτοποριακές καλλιτεχνικές προτάσεις».  

 

Ευαγγελία Σκρομπόλα
Ευαγγελία Σκρομπόλα: «Αισθανόμαστε ότι απαξιώνεται ο ρόλος του καλλιτέχνη, ότι υποβαθμίζεται η ανάγκη δημιουργικής έκφρασης, καταπνίγεται η ανάγκη συνεύρεσης θεατή και ηθοποιού σε φυσικό χώρο». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η διαδρομή της Ευαγγελίας Σκρομπόλα στην επικοινωνία ξεκινά λίγο παράδοξα. Μετά την αποφοίτησή της από το τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ταξίδεψε στη δεύτερη πατρίδα της, τον Καναδά, για να σπουδάσει Ιστορία και Θεωρία Μοντέρνας & Σύγχρονης Τέχνης. Το πρώτο μεταπτυχιακό έφερε το δεύτερο, Μουσειολογία αυτήν τη φορά, με εξειδίκευση στην αρχειακή καταγραφή εγκαταστάσεων (installation) σύγχρονης τέχνης. Μόνιμο σκηνικό στην πόλη ένας ατέρμονος χειμώνας που έφτανε τους 40 βαθμούς υπό το μηδέν. Το θέατρο πάντα την ακολουθούσε σε κάθε της βήμα. Στο Μόντρεαλ δίδασκε για έξι χρόνια παιδικό θέατρο σε τρίγλωσσο δημοτικό σχολείο.

 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, η πρώτη της δουλειά ήταν στο Βρυσάκι: εκεί γνώρισε και τον Βασίλη Μαυρογεωργίου που την έπεισε και της εμπιστεύτηκε την επικοινωνία του θεάτρου Skrow. Και κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της στο χώρο της πολιτιστικής επικοινωνίας. Με άγνωστο κόσμο, κοντά σε μια άλλη πραγματικότητα, πιο ζωντανή, διαρκώς μεταβαλλόμενη, με συγκινήσεις, υπέροχες συνεργασίες, αλλά και βαθιές απογοητεύσεις. 

 

«Το θέατρο έγινε –εδώ και έξι χρόνια πια– ο χώρος στον οποίο κινούμαι επαγγελματικά ως υπεύθυνη επικοινωνίας. Και νιώθω βαθιά ευγνώμων. Τροφοδοτεί την ανάγκη μου να κινούμαι συνεχώς μέσα στο χώρο της τέχνης, όχι ως δημιουργός, αλλά ως κρίκος μιας δημιουργικής αλυσίδας που οδηγεί σ’ ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Και με ενοχλεί βαθιά όταν η επιτυχία μιας παράστασης χρεώνεται αποκλειστικά στην παράσταση, αλλά η αποτυχία της στην επικοινωνία. 

 

Παραμένει, όμως, ένας χώρος απρόβλεπτος. Και αυτό, στην πορεία, εκτίμησα περισσότερο. Απαιτεί από μένα να μετατοπίζομαι διαρκώς, να μη μένω στάσιμη, να διευρύνω διαρκώς τις δεξιότητές μου. Αγαπώ ένα απόφθεγμα του Μπέκετ το οποίο κρατώ πάντα στη σκέψη μου ως πυξίδα: «Πάντα προσπάθεια. Πάντα αποτυχία. Δεν πειράζει. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα» λέει.

 

Η Ευαγγελία θεωρεί ότι έχει υπάρξει τυχερή έως τώρα γιατί η παραμονή της σ’ έναν χώρο από τον οποίο βιοπορίζεται αποκλειστικά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις συνεργάτιδές της. «Αυτές  με δίδαξαν, με τη στάση τους πρωτίστως, να βρίσκομαι σε διαρκή επαγρύπνηση και διαπραγμάτευση με τα όσα συμβαίνουν στο χώρο μας». 

 

Όσο για την κατάσταση που επικρατεί στο θέατρο σήμερα, τα λόγια της δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολίες. «Η σημερινή κατάσταση είναι απογοητευτική. Θεωρώ ότι όλοι όσοι εργάζονται στον χώρο του πολιτισμού θα συμφωνήσουν. Αισθανόμαστε ότι απαξιώνεται ο ρόλος του καλλιτέχνη, ότι υποβαθμίζεται η ανάγκη δημιουργικής έκφρασης, καταπνίγεται η ανάγκη συνεύρεσης θεατή και ηθοποιού σε φυσικό χώρο. Ο χώρος της τέχνης ασφυκτιά. Σε αυτή την πρόκληση που αντιμετωπίζουμε όλοι, η αίσθηση είναι ότι η πολιτεία υποδεικνύει παντού την ευθύνη του πολίτη, αλλά η θεσμική ευθύνη αποσιωπάται» λέει. 

 

Ελεάννα Γεωργίου
Ελεάννα Γεωργίου: «14 χρόνια εργάζομαι στον χώρο του θεάτρου κι όσες φάσεις επαναπροσδιορισμού κι αν έχω περάσει, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό. Πάντα οι άνθρωποι και τα έργα τους θα με φέρνουν μπροστά στο φως και τα σκοτάδια μου». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Ελεάννα Γεωργίου όταν αποφοίτησε το 2004 από τη Φιλοσοφική Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία δεν είχε φανταστεί ότι θα έμπαινε στον κόσμο του θεάτρου που αγαπούσε από μικρή με άλλη ιδιότητα πέραν του θεατή. Αν έχει σκεφτεί ποτέ να εγκαταλείψει; «14 χρόνια εργάζομαι στον χώρο του θεάτρου κι όσες φάσεις επαναπροσδιορισμού κι αν έχω περάσει, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό. Πάντα οι άνθρωποι και τα έργα τους θα με φέρνουν μπροστά στο φως και τα σκοτάδια μου».

 

Το 2008 μπήκε επαγγελματικά στον χώρο του θεάτρου, ύστερα από μια απλή αποστολή βιογραφικού –τηλεφώνημα, πρόσληψη, όλα την ίδια μέρα–, στην τέως Ελληνική Θεαμάτων, χωρίς να γνωρίζει κανέναν νωρίτερα. Μεσολάβησαν συνεργασίες με πολλούς και αξιόλογους συντελεστές, ενώ την τελευταία πενταετία, έχοντας ως βάση το θέατρο Πόρτα, συνεργάζεται σταθερά με το Καλλιτεχνικό Δίκτυο Παραστατικών Τεχνών Κινητήρας, τα θέατρα Σφενδόνη, Χώρος, Skrow, Επί Κολωνώ, και περιοδικά με το Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Καλαμάτας, την Ελευσίνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2023. 

 

«Έχτισα μια εικόνα για το τι σημαίνει πολιτιστική επικοινωνία ως απάντηση στον ενδόμυχό μου φόβο απέναντι στα εμπόδια της ανθρώπινης επαφής, ταύτισα τον τομέα αυτόν με σχέσεις βάθους και αποφάσισα να αναζητήσω τρόπους να στηρίξω τα δημιουργικά συστήματα της τέχνης με όλες μου τις δυνάμεις. Αλλά είτε πρόκειται για αγαπημένους μου πλέον συνεργάτες είτε για καλλιτέχνες με τους οποίους δεν αντάλλαξα ποτέ ούτε λέξη, για όλες εκείνες τις παραστάσεις που με έκαναν να πεταχτώ απ’ την καρέκλα μου ή με ακινητοποίησαν μες στη σιωπή ή τα κλάματα, νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη. Χωρίς αυτά τα έργα, χωρίς αυτούς τους δημιουργούς, δεν θα ήμουν ο ίδιος άνθρωπος σήμερα». 

 

Η συμπόρευση είναι ο λόγος που την κάνει να αισθάνεται πλήρης και την οδηγεί σε μια εσωτερική διαδρομή με μια βεντάλια συναισθημάτων. «Με αυτήν τη δουλειά μού δίνεται η μοναδική δυνατότητα να γίνομαι κι εγώ μέρος της μαγικής αυτής ένωσης πάνω και κάτω από τη σκηνή, για την αντάρα στις πρώτες πρόβες, τις αμέτρητες ώρες επικοινωνίας με τους συνεργάτες καλλιτέχνες, δημοσιογράφους και παραγωγούς, τη θλίψη ή την ανακούφιση στο κατέβασμα της αυλαίας, τις σωστές δόσεις ατομικής (ενίοτε μοναχικής) και συλλογικής εργασίας, για τον κόπο που επιβάλλει το χτίσιμο αυτής της γέφυρας ανάμεσα σε ένα έργο και το κοινό του. Με οτιδήποτε λιγότερο, υποφέρω» λέει.

 

Όσο για αυτήν τη δύσκολη περίοδο σημειώνει ότι «η πανδημία και η απολύτως προβληματική αντιμετώπιση του κλάδου μας απ’ το κράτος αποκάλυψαν χρόνιες παθογένειες του χώρου μας. Επισφαλείς συνθήκες εργασίες, αδιαβάθμητη καλλιτεχνική εκπαίδευση, απουσία συλλογικών συμβάσεων και κώδικα δεοντολογίας, υποεκπροσώπηση γυναικών, ΑμεΑ και άλλων μειονοτήτων, έμφυλη βία... Οι εργαζόμενοι στον πολιτισμό, οι τυχεροί εξ ημών, καταγραφήκαμε στο σχετικό μητρώο που συστάθηκε κατόπιν πίεσης, λειτουργώντας ως ένας προβληματικός αξιολογητής καταβολής επιδομάτων. Λόγου χάρη, η ειδικότητά μας ως υπεύθυνων επικοινωνίας δεν περιλαμβάνεται καν στους ΚΑΔ στήριξης, αλλά καταχωρίζεται ως τομέας συναφής με τον δημοσιογραφικό ή βάσει των σχετικών (;) πτυχίων μας. 

 

Οι περισσότερες τομές και στην τέχνη έγιναν μετά από βαθιά τραυματικά γεγονότα. Χρειάζεται αυτοκριτική, γνώση, συστηματική δουλειά και η απαραίτητη κρατική υποστήριξη, για να ξανασυναντηθούμε στους χώρους καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κι όταν έρθει αυτή η νέα, υγιών βάσεων, ελπιδοφόρα πραγματικότητα, οι καλές συνάδελφοι κι εγώ θα είμαστε εκεί για να επικοινωνήσουμε το νέο αυτό κεφάλαιο της πολιτισμικής μας ιστορίας όλα μας τα μέσα».