«Ώχου μωρέ, ποιος πέθανε και διορίστηκε στη θέση του αρχηγός της φιλοσοφικής ηθικής αυτός ο Αριστοτέλης;» ρωτάει βαριεστημένα η Έλενορ τον Κίντι που προσπαθεί μάταια να την επιμορφώσει σχετικά με θεμελιώδεις ηθικές αρχές, καθιστώντας την καλύτερο και πιο υπεύθυνο άτομο, έτσι ώστε να κερδίσει εκείνη κάποια στιγμή επάξια τη θέση που έχει πάρει από λάθος στο «Καλό Μέρος». «Ποιος πέθανε; Ο Πλάτωνας!! Τι λέω τόση ώρα;!» της απαντά αυτός με απόγνωση δείχνοντας της το όνομα του αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου στον μαυροπίνακα δίπλα του.


Το ιδιαίτερο μάθημα λαμβάνει χώρα σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ή μάλλον στον άλλο κόσμο, και συγκεκριμένα σ΄ένα από τα προκάτ χωριά του «Καλού Μέρους», όπως αποκαλείται εκεί αυτό που εμείς εδώ στο επίγειο καθαρτήριο έχουμε στο μυαλό μας ως παράδεισο.

 

Σ' αυτό τον προνομιακό τόπο που μοιάζει σαν ηλιόλουστος και αδιόρατα νοσηρός συνδυασμός εκθεσιακού χώρου του IKEA και σκηνής ονείρου ταινίας του Ντίσνεϊ, και όπου κάθε επιθυμία ικανοποιείται βρέθηκε ξαφνικά η Έλενορ μετά τον ξαφνικό θάνατό της εξαιτίας φριχτού ατυχήματος.

 

Σ' αυτό τον προνομιακό τόπο που μοιάζει σαν ηλιόλουστος και αδιόρατα νοσηρός συνδυασμός εκθεσιακού χώρου του IKEA και σκηνής ονείρου ταινίας του Ντίσνεϊ, και όπου κάθε επιθυμία ικανοποιείται βρέθηκε ξαφνικά η Έλενορ μετά τον ξαφνικό θάνατό της εξαιτίας φριχτού ατυχήματος.

 

Καθοδηγητής της στην μετά θάνατο ζωή είναι ο αρχιτέκτονας - άγγελος – επουράνιος διαχειριστής Μάικλ (Τεντ Ντάνσον, θεούλης πάντα, εδώ και κυριολεκτικά), που της εξηγεί τα διαδικαστικά και της υποδεικνύει την αιώνια αδελφή ψυχή της, τον Κίντι (νεαρός καθηγητής φιλοσοφίας που πέθανε επίσης σε συνθήκες κωμικοτραγικού ατυχήματος και η προσωπική του κόλαση είναι ο παραλυτικός ακαδημαϊσμός του και το ότι δεν μπορεί ποτέ να πάρει μια απόφαση).

 

Όλα τέλεια φαινομενικά, μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η Έλενορ στη ζωή της ήταν ένα αρχικωλόπαιδο και μισό (και υπόδειγμα ατομικισμού) και έχει βρεθεί στο «Καλό Μέρος» λόγω συνωνυμίας και ενός στο δισεκατομμύριο γραφειοκρατικού, συμπαντικού λάθους με συνέπεια η αντικανονική παρουσία της εκεί να προκαλεί διάφορες έντονες αναταράξεις και περίεργα και ακραία καιρικά φαινόμενα.

 

Η μόνη λύση για να μην αποσταλεί πακέτο στο πυρ το εξώτερον είναι να μην αποκαλυφθεί το λάθος και στο μεταξύ να διδαχθεί κάποιες βασικές ηθικές αρχές από τον Κίντι.

 

 

The Good Place Official Trailer


Κάπως έτσι έκανε την πρεμιέρα του το «The Good Place» πριν από δύο χρόνια σχεδόν, υπό την επιμέλεια του δημιουργού του «Parks & Recreation», Μάικλ Σουρ, ενός συγγραφέα που ειδικεύεται στις ιδιοφυείς παράπλευρες ατάκες και στη μοναδική ικανότητά του να βγάζει γέλιο από τους περιορισμούς της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις όπως ο κυνισμός και το σκοτεινό χιούμορ, αναδεικνύοντας αντίθετα την καλοσύνη και τις πιο αθώες πτυχές της θνητής (αλλά εν προκειμένω και της αθάνατης) κατάστασης.

 

Στη συγκεκριμένη σειρά που έχει συμπληρώσει ήδη δύο κύκλους και πάει για τρίτο, βρήκε ακόμα και τον τρόπο να βάζει τους χαρακτήρες του να βρίζουν χωρίς να βρίζουν (πρόκειται για παραγωγή «δημόσιου» δικτύου όπου απαγορεύονται τα μπινελίκια).

 

Επειδή πρόκειται για τον «Παράδεισο» (σύμφωνα με τον Μάικλ όλες οι επίγειες θρησκείες έχουν πιάσει γύρω στο 5-6% σχετικά με το τι συμβαίνει «μετά» και μόνο ένας λιώμας πιτσιρικάς που έφαγε μια μέρα μπόλικα μαγικά μανιτάρια «τα είδε όλα»), μόνο μεταποιημένες επιτρέπονται οι βρισιές. Κατά συνέπεια, το "fuck" γίνεται "fork", το "shit" γίνεται "shirt" και ούτω καθεξής.

 

Μόνο που το αποστειρωμένο «Καλό Μέρος» δεν είναι ο Παράδεισος (ακολουθούν spoilers σχετικά με την κατάληξη του πρώτου κύκλου και την πορεία του δεύτερου που ξεκίνησε στο τέλος της περσινής χρονιάς και είμαστε πλέον εν αναμονή του τρίτου), όπως απεδείχθη στο τελευταίο επεισόδιο όπου συνέβη η μητέρα των Ανατροπών.

 

Το «Καλό Μέρος» είναι μάλλον το «Κακό Μέρος» και δεν συνέβη κανένα γραφειοκρατικό σφάλμα. Όλα ήταν μια περίτεχνα στημένη διαδικασία από τον πράκτορα του Κακού, Μάικλ για να τιμωρήσει άτομα σαν την Έλενορ αλλά και σαν τον Κίντι που βασάνισε πολύ κόσμο στη ζωή του με την «εγκεφαλική» του προσέγγιση και την αναβλητικότητά του.

 

Και πάλι όμως ο Μάικλ βρήκε τρόπο να διασώσει το σατανικό πρότζεκτ του, σβήνοντας τη μνήμη των κεντρικών χαρακτήρων και ξαναρχίζοντας τη διαδικασία από την αρχή στον δεύτερο κύκλο. Όμως πλέον εμείς γνωρίζουμε και οι πρωταγωνιστές υποψιάζονται, γεγονός που προσδίδει στην αφήγηση μια άλλη διάσταση, πιο ώριμη και πιο υπερβατική.

 

Αυτό που δεν άλλαξε ήταν η τόσο ελκυστική κωμική (και ρομαντική ακόμα) υφή μιας σειράς που παρέμεινε ονειρικά αλλοπρόσαλλη, και χαρακτηρίζεται από μια ιδιοσυγκρασιακά παιγνιώδη ελαφράδα (ιδού η ματαιότητα του να επιχειρείς να αποδώσεις στα ελληνικά την αίσθηση προσδιορισμών όπως το «whimsical» ή το «quirky» ) και την ατμόσφαιρα ενήλικου παραμυθού όπως παλιότερα το «Pushing Daisies» ή ακόμα και η «Μέρα της Μαρμότας» - ρομαντικές κωμωδίες καταστάσεων που οι δημιουργοί τους τρελαίνονται να τεστάρουν τα ηθικά όρια των πρωταγωνιστών σε φανταστικούς κόσμους.