Για τη Νέα Υόρκη του πρώτου μισού του 20ού αιώνα το μέγεθος της επιτυχίας και η καλλιτεχνική αξία της Μαρίκας Παπαγκίκα ήταν τόσο μεγάλα, που είναι αδικαιολόγητη η έλλειψη πληροφοριών για τη ζωή της. Ήταν τόσο γνωστή όσο οι σύγχρονοί της σταρ, ο Jelly Roll Morton ή o Cantor Joseph Rosenblatt (ο οποίος ήταν κι αυτός μετανάστης) και μάλιστα είχε ηχογραφήσει περισσότερα κομμάτια και από τους δύο, αλλά κανείς δεν έγραψε ένα κομμάτι γι’ αυτή στις εφημερίδες της εποχής, κανείς δεν κράτησε ένα αρχείο με τις ηχογραφήσεις της ή λεπτομέρειες για τη ζωή της, αυτά που είναι γνωστά είναι πολύ γενικά και από διηγήσεις άλλων μουσικών που την γνώρισαν για λίγο.

 

Η Παπαγκίκα δεν έκανε παιδιά (για να ενδιαφερθούν να σώσουν υλικό) και κανείς δεν ασχολήθηκε στην Ελλάδα μαζί της μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, όταν ήταν αργά για αξιόπιστες μαρτυρίες, γιατί όλοι όσοι ήταν στο άμεσο περιβάλλον της (κυρίως οι μουσικοί που συνεργάστηκε) είχαν ήδη πεθάνει.

 

Στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε ποτέ από το 1915 που μετανάστευσε στην Αμερική, εκεί ηχογράφησε τα τραγούδια της, εκεί γνώρισε την επιτυχία, εκεί πέθανε. Και ξεχάστηκε εντελώς για σαράντα σχεδόν χρόνια, μέχρι που ξαναγεννήθηκε το ενδιαφέρον για αυτή τη μουσική στην Ελλάδα και άρχισαν να κυκλοφορούν σε συλλογές από δίσκους 78 στροφών κομμάτια της.

 

Ήταν τόσο γνωστή όσο οι σύγχρονοί της σταρ, ο Jelly Roll Morton ή o Cantor Joseph Rosenblatt και μάλιστα είχε ηχογραφήσει περισσότερα κομμάτια και από τους δύο, αλλά κανείς δεν έγραψε ένα κομμάτι γι' αυτή στις εφημερίδες της εποχής, κανείς δεν κράτησε ένα αρχείο με τις ηχογραφήσεις της ή λεπτομέρειες για τη ζωή της, αυτά που είναι γνωστά είναι πολύ γενικά και από διηγήσεις άλλων μουσικών που την γνώρισαν για λίγο.

 

Άργησαν πολύ να εκτιμήσουν εδώ την αξία της, αλλά και πάλι, το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη φωνή της και τα τραγούδια της ήρθε όταν ένας Αμερικάνος, ο συλλέκτης δίσκων Ian Nagoski, ανακάλυψε το «Σμυρνέικο μινόρε» και συγκλονίστηκε από τη φωνή της.

 

Αυτός ήταν που άρχισε να ψάχνει μανιωδώς πληροφορίες για τη ζωή της και έκανε ολόκληρη έρευνα στην Αμερική, στα μέρη που έζησε και στην περιοχή που είχε ανοίξει το μαγαζί της. Βρήκε ελάχιστα. Ακόμα και οι (μακρινοί πλέον) συγγενείς του συζύγου της στο Μαρτίνο –από όπου καταγόταν ο Κώστας Παπαγκίκας- δεν ήξεραν περισσότερα από όσα ανακάλυψε ο Ίαν.

 

Η ιστορία της Μαρίκας Παπαγκίκα είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί πια με περισσότερα στοιχεία, αυτή είναι όσο πιο λεπτομερώς είναι δυνατόν ολόκληρη η πορεία της από την γέννησή της στην Κω μέχρι το τέλος της στη Νέα Υόρκη.

 

Τα τραγούδια της είναι το μόνο που έχει απομείνει για να θυμίζει αυτή την γυναίκα που τραγουδούσε μοναδικά και πάλεψε σκληρά για να καταφέρει να επιβιώσει και να πετύχει σε έναν πολύ δύσκολο κόσμο.

 

 

 

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890, όταν ακόμα ήταν υπό οθωμανική κατοχή. Επίσημα στοιχεία για την ημερομηνία γεννήσής της δεν υπάρχουν, εκτός από το πιστοποιητικό θανάτου της στη Νέα Υόρκη, που αναφέρει ότι γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1890 και πέθανε στις 2 Αυγούστου 1943. Σύμφωνα με το ίδιο πιστοποιητικό, το πατρικό της όνομα ήταν Μαρίκα Κωνσταντίνα Κατσόρη. Το όνομα του πατέρα της ήταν Αναστάσιος Κατσόρης και της μητέρας της Ανθούλα Μοντούκο, αν και η ακρίβειά τους αμφισβητείται, γιατί δεν έχουν εντοπιστεί καταγεγραμμένα σε κανένα αρχείο της Κω.

 

Η οικογένεια Κατσόρη (που είχε σίγουρα και άλλη μία κόρη, την Σταματία) μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου πριν το 1900, όπου ξεκίνησε και η καριέρα της Μαρίκας ως τραγουδίστρια, τραγουδώντας στα νυχτερινά κέντρα για τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου.

 

Εκείνη την εποχή ο ελληνισμός της Αιγύπτου, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, -όπως και στην Σμύρνη- είχε αναδειχθεί σε σημαντική οικονομική δύναμη, με έντονη και πλούσια κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική δράση. Σε μία από τις δύο αυτές πόλεις έζησε η Μαρίκα και σε ηλικία 25 ετών –ως Μαρίκα Παπαγκίκα, παντρεμένη πλέον- έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις.

 

Ο σύζυγός της Κώστας Παπαγκίκας –ή Gus, όπως τον αποκαλούσαν στην Αμερική- γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1882 στο Μαρτίνο Φθιώτιδας. Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Ιωάννη Παπαγκίκα, κτηματία, και της Αικατερίνης Δημάκη. Ο παππούς του, Νικόλαος Παπαγκίκας, ήταν παπάς, -έτσι προέκυψε το όνομα «Παπαγκίκας». Δεν είναι γνωστό αν στην οικογένειά του υπήρξαν άλλοι μουσικοί, ξέρουμε όμως ότι υπήρχαν πολλοί ψάλτες. Επίσης, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για τη ζωή του πριν τη γνωριμία του και το γάμο του με τη Μαρίκα. Το βέβαιο είναι ότι, εκτός από τη ζωή του, και η μουσική του πορεία υπήρξε συνυφασμένη με τη Μαρίκα –συμμετείχε σε τουλάχιστον σε 127 ηχογραφήσεις της γυναίκας του, παίζοντας τσίμπαλο ή σαντούρι.

 

Η Μαρίκα και ο Κώστας Παπαγκίκας
Η Μαρίκα και ο Κώστας Παπαγκίκας

 

Τον Δεκέμβριο του 1913, ή τον Ιανουάριο του 1914, η Μαρίκα, με τον Κώστα στο τσίμπαλο, ηχογράφησε έξι τραγούδια για τη δισκογραφική εταιρεία Gramophone Company, υπό την εποπτεία του Hugh Murtagh: «Με ξέχασες», «Μαζί σου για να κλαίω», «Η φλογέρα», «Κωνσταντίνος ο λεβέντης», «Ο στατηλάτης», «Νεράιδα του γιαλού», των οποίων οι μήτρες έχουν καταστραφεί.

 

Ο David Soffa υποθέτει ότι η Μαρίκα Παπαγκίκα, όπως και πολλοί άλλοι μουσικοί της Ανατολικής Μεσογείου στο τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έκανε περιοδείες στα μεγάλα λιμάνια και εμφανιζόταν, προσαρμόζοντας ανάλογα το ρεπερτόριό της, στα «καφέ αμάν» της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης, της Αθήνας, του Πειραιά κ.α.

 

Το 1915, μαζί με τον σύζυγό της, αποφασίζουν να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στο Νέο Κόσμο και αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες την ίδια εποχή. Από το 1893 και μέχρι το 1924 υπολογίζεται ότι περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες εγκατέλειψαν την Ελλάδα.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Μετανάστευσης, οι Έλληνες κατείχαν την πρώτη θέση με 9,5 αναχωρήσεις ανά 1.000 κατοίκους, με δεύτερους τους Ιταλούς με 5,8. Οι Έλληνες, κυρίως άντρες από όλες τις παραγωγικές ηλικίες, ακόμα και ανήλικα παιδιά, έφευγαν μόνοι, χωρίς τις οικογένειές τους, αναζητώντας καλύτερη τύχη και ευκαιρίες απασχόλησης, και σκοπό να ξαναγυρίσουν μια μέρα στην Ελλάδα.

 

 

 

Μέσα στο πλήθος των μεταναστών ταξίδεψαν και πολλοί φορείς της μουσικής παράδοσης του τόπου: οργανοπαίχτες, ερμηνευτές, αλλά και δημιουργοί, δηλαδή συνθέτες, στιχουργοί και κειμενογράφοι, από όλες τις περιοχές του ελληνισμού. Ανάμεσά τους, η Μαρίκα Παπαγκίκα και ο σύζυγός της Κώστας. Από την Αλεξάνδρεια έρχονται στον Πειραιά, όπου στις 28 Μαρτίου 1915 επιβιβάζονται μαζί με 1.500 άλλους μετανάστες της τρίτης θέσης, στο υπερωκεάνειο «Θεμιστοκλής». Έπειτα από 24 μέρες, στις 21 Απριλίου 1915, φτάνουν στο Έλις Άιλαντ, τη νησίδα στις εκβολές του ποταμού Χάντσον στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, όπου υποβάλλονται σε υγειονομικό έλεγχο.

 

Έχουν πάνω τους μόλις σαράντα δολάρια και δηλώνουν προορισμό τους το Σικάγο. Η Μαρίκα δηλώνει «νοικοκυρά» και τόπο καταγωγής της την Αταλάντη Φθιώτιδας, τον ίδιο με τον σύζυγό της. Η πρόσκληση για να μπορέσουν να γίνουν δεκτοί στην Αμερική έχει γίνει από κάποιον Αθανάσιο Ιωαννίδη (ή Γιασσιμίδη;) που διαμένει στο Σικάγο.

 

Ο Γιώργος Κατσαρός εκπρόσωπος και αυτός της πρώτης γενιάς μουσικών που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, θυμάται ότι, κατά την περίοδο αυτή, από το 1915 κι έπειτα, συμμετείχε σε περιοδείες μαζί με τον Κώστα και τη Μαρίκα, ενώ ο Ευάγγελος Ανδριάς αναφέρει ότι το ζευγάρι μετά το 1915 βρισκόταν στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν σε νυχτερινά κέντρα. Το 1918, πάντως, η φωτογραφία που έχει σταλεί στον Κώστα Παπαγκίκα από τον αδερφό του Λεωνίδα Παπαγκίκας και τη σύζυγό του Αικατερίνη, γράφει ως διεύθυνση του Κώστα και της Μαρίκας «705 So(th) Halstead St. Chicago».

 

Κατά την πρώτη αυτή περίοδο, οι Έλληνες μετανάστες έζησαν σε ένα περιβάλλον ξένο, εχθρικό και ανομοιογενές από άποψη γλωσσική, εθνική και πολιτισμική και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες –απασχολούμενοι στις πιο βαριές και δύσκολες δουλειές ως ανειδίκευτοι εργάτες- έτσι τα τραγούδια της πατρίδας τους έγιναν ένα καταφύγιο γι’ αυτούς, κυρίως τα δημοτικά και τα ρεμπέτικα.

 

Η ανάγκη τους αυτή, σε συνδυασμό με την αλματώδη εξέλιξη της νεοφανούς τεχνολογίας των δίσκων γραμμοφώνου, θα οδηγήσει στη μεγάλη άνθιση της δισκογραφίας της ελληνικής μουσικής στις ΗΠΑ, η οποία θα αρχίσει το 1896 με οκτώ ηχογραφήσεις του άγνωστου Μιχαήλ Αραχντίντζη, και θα αναπτυχθεί στις πόλεις όπου έχουν εγκατασταθεί πολλοί Έλληνες, όπως η Νέα Υόρκη και το Σικάγο.

 

Το 1916, η κα Κούλα (Κυριακή Γιορτζή-Αντωνοπούλου, Κωνσταντινούπολη 1878-Νέα Υόρκη 1954) θα ανοίξει το δρόμο και θα γίνει η πρώτη Ελληνίδα λαϊκή τραγουδίστρια που θα ηχογραφήσει με την αμερικάνικη δισκογραφική εταιρία Columbia. Τον Φεβρουάριο του 1919, έχοντας αποκτήσει μεγάλη φήμη ανάμεσα στους Έλληνες της Αμερικής, η μεγάλη της «ανταγωνίστρια» της Μαρίκας ιδρύει (πιθανόν μαζί με άλλους) την πρώτη ελληνική δισκογραφική εταιρεία, την Orpheum.

 

Η κα Κούλα ιδρύει μαζί με τον κλαρινίστα Γιάννη Κυριακάτη και δύο γερμανικής καταγωγής χρηματοδότες, την Panhellenion, με την οποία ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια.Φωτo: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η κα Κούλα ιδρύει μαζί με τον κλαρινίστα Γιάννη Κυριακάτη και δύο γερμανικής καταγωγής χρηματοδότες, την Panhellenion, με την οποία ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια.Φωτo: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Ένα χρόνο αργότερα, ιδρύει μαζί με τον κλαρινίστα Γιάννη Κυριακάτη και δύο γερμανικής καταγωγής χρηματοδότες, την Panhellenion, με την οποία ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια. Θα ακολουθήσουν πολλές ελληνικές εταιρίες στις ΗΠΑ τα επόμενα χρόνια, και ιδιαίτερα μετά το 1945. Ύστερα από την καταγραφή που πραγματοποίησε ο Richard K. Spottswood για λογαριασμό του Πανεπιστημίου του Ιλινόις με βάση τους καταλόγους εταιρειών οι οποίες διατηρούσαν αρχεία, προκύπτει ότι μέχρι το 1942 είχαν κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ περίπου 4.000 δίσκοι με ελληνική μουσική, μαζί με τις επανατυπώσεις δίσκων που είχαν ηχογραφηθεί στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία από ελληνικές εταιρείες, αλλά και από τις αμερικάνικες Victor και Columbia. Ο Steve Frangos αναφέρει ότι σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε από τις αμερικάνικές αρχές το 1940, οι Έλληνες αποτελούσαν την δέκατη τρίτη μεγαλύτερη εθνοδοτική ομάδα στις ΗΠΑ (273.520 καταγεγραμμένοι από τις αμερικανικές υπηρεσίες) και την πέμπτη μεγαλύτερη σε συνολικές πωλήσεις δίσκων.

 

Σε αυτό το πλαίσιο θα γίνει και το δισκογραφικό ξεκίνημα της Μαρίκας στην Αμερική. Από τα στοιχεία που είναι γνωστά, φαίνεται ότι πραγματοποίησε την πρώτη της, δοκιμαστική, ηχογράφηση στις 19 Ιουλίου 1918 στα στούντιο της Victor Records στη Νέα Υόρκη με το τραγούδι «Με ξέχασες» -ηχογράφηση, που μάλλον απέτυχε και επαναλήφθη τρεις μήνες αργότερα (5.10.1918). Ακολουθούν, στις 4.12.1918, τέσσερις ακόμη ηχογραφήσεις, οι οποίες θα κριθούν επιτυχείς, θα πάρουν αριθμό καταλόγου και θα αποτελέσουν τους δύο πρώτους δίσκους της Παπαγκίκα στην Αμερική· πρόκειται για μια εκδοχή του «Σμυρναίικου μινόρε» και τρία δημοτικά.

 

Το 1919 ξαναμπαίνει στο στούντιο, αυτή τη φορά της Columbia, μαζί με μια παρέα εξαιρετικών μουσικών: τον Αθανάσιο Μακεδόνα στο βιολί, τον Μάρκο Σιφνιό στο τσέλο και τον σύζυγό της Κώστα Παπαγκίκα στο τσίμπαλο. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του '19 θα περάσει στη δισκογραφία 25 τραγούδια, ανάμεσά τους άλλη μία εκτέλεση του «Σμυρναίικου μινόρε», μία Σερενάτα του Σούμπερτ, το ζεϊμπέκικο «Τα ούλα σου» και το τραγούδι «Ne Itsoun Saidin», το πρώτο από τα πέντε που ηχογράφησε στην τουρκική γλώσσα. Η επιτυχία της θα είναι άμεση και μεγάλη, όπως προκύπτει από τις επανατυπώσεις των δίσκων και τις σχετικές διαφημιστικές καταχωρήσεις στον Τύπο της εποχής.

 

 

Αυτή είναι η πρώτη εκτέλεση του Σμυρνέικου μινόρε, του 1918

 

Η Μαρίκα Παπαγκίκα, στα 29 της χρόνια, θα γίνει η πιο αγαπημένη, ίσως, τραγουδίστρια των Ελλήνων της Αμερικής και θα μεσουρανήσει για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι το 1929. Τα δέκα αυτά χρόνια ηχογράφησε δεκάδες τραγούδια και μετακόμισε με τον σύζυγό της στη Νέα Υόρκη. Το 1923 σύμφωνα με ένα έγγραφο (Declaration of Intention) που κατέθεσε στο Ανώτατο Δικαστήριο ο Κώστας Παπαγκίκας, η διεύθυνση κατοικίας τους είναι στην 8η Λεωφόρο, αρ. 532, στο Μανχάταν.

 

Το 1925 η Μαρίκα Παπαγκίκα και ο σύζυγός της με τις οικονομίες από τις πωλήσεις των δίσκων τους και τα έσοδα από τις περιοδείες, και αξιοποιώντας τη φήμη που είχε αποκτήσει η τραγουδίστρια, θα ανοίξουν στη Νέα Υόρκη πολυτελές κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία «Marika’s», ένα είδος «καφέ αμάν», το οποίο στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρισκόταν στο νούμερο 215W της 34ης Οδού, ανάμεσα στην 7η και την 8η Λεωφόρο, στο Μανχάταν. Τα μαγαζιά αυτού του τύπου, τα οποία αποκαλούνταν τότε στην Αμερική «καμπαρέ», ήταν κάτι ανάλογο με τους ψυχαγωγικούς χώρους που υπήρχαν σε πολλά αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και από το τέλος του 19ου αιώνα καταγράφονται και στην Ελλάδα με ονομασίες όπως «καφέ-σαντούρ» ή «καφωδεία» ή «ωδικά καφενεία».

 

Το «Marika’s», στο οποίο η Μαρίκα κρατάει με τις εμφανίσεις της τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτέλεσε πόλο έλξης όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των μεταναστών διαφόρων εθνοτήτων, όπως Αλβανών, Αράβων, Βουλγάρων, Σύριων, Τούρκων και, ιδιαίτερα, Αρμενίων, αλλά και πολλών Αμερικανών. Τα επόμενα χρόνια θα ανοίξουν αρκετά ανάλογα μαγαζιά στην ελληνική και στην εβραϊκή περιοχή, στην γέφυρα του Μανχάταν, σε απόσταση τριών και τεσσάρων τετραγώνων από το μαγαζί της Μαρίκας. Το 1925, πάντως, στον πέμπτο ήδη χρόνο της ποτοαπαγόρευσης, χώροι ψυχαγωγίας όπως το «Marika’s», με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα και ακροατήριο διαφορετικών εθνοτήτων και κοινωνικών τάξεων, λειτουργούσαν και ως παράνομα ποτοπωλεία.

 

Η Μαρίκα, παράλληλα με τη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζει με τις εμφανίσεις της στο «Marika’s», συνεχίζει την πορεία της στη δισκογραφία. Το 1925 ηχογράφησε 23 τραγούδια (18 στην Columbia και 5 στην Victor), και το 1926 άλλα 8, μεταξύ των οποίων και μια εξαιρετική εκτέλεση του τραγουδιού «Μες στου Συγγρού τη φυλακή».

 

Τα επόμενα χρόνια κυκλοφορεί δίσκους μόνο με την Columbia, και συγκεκριμένα 10 τραγούδια το 1927, 24 το το 1928, 12 το 1929 (ανάμεσά τους και αριστουργηματικά σμυρναίικου ύφους ρεμπέτικα όπως τα: «Τι σε μέλει εσένανε», «Γκελ γκελ», «Θα σπάσω κούπες», «Μήλο μου και μανταρίνι» κ.α.). Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, καταγράφεται και η συνεργασία της Μαρίκας Παπαγκίκα με το θίασο της «Οπερέτας Παντοπούλου», ηχογραφεί τα τραγούδια «Φωτιά και νιάτα» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, ρεμπέτικου ύφους, και «Το τρελοκόριτσο» (και τα δύο τον Οκτώβριο του 1928, στην Columbia). Στο «Τρελοκόριτσο» τραγουδάει μαζί με τον Μάκη Καρνέρη, ηθοποιό και τραγουδιστή του θιάσου.

 

Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα
Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα
Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα
Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα

 

Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα
Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα
Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα
Μερικές από τις σπάνιες ηχογραφήσεις της Μαρίκας Παπαγκίκα

 

Την ίδια χρονιά, και συγκεκριμένα στις 13 Νοεμβρίου 1928, ο Κώστας Παπαγκίκας καταθέτει αίτηση πολιτογράφησης για την απόκτηση της αμερικάνικης υπηκοότητας, όπου δηλώνει διεύθυνση κατοικίας ίδια με τη διεύθυνση του «Marika’s» (34η Οδός, νούμερο 215W, Νέα Υόρκη). Προφανώς μένουν πλέον σε διαμέρισμα που βρισκόταν πάνω από το μαγαζί τους.

 

Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929 έμελλε να έχει ως συνέπεια τη ριζική αλλαγή του σκηνικού στη ζωή της Μαρίκας, όπως εξάλλου και ολόκληρης της αμερικανικής κοινωνίας. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Γιώργου Κατσαρού, που βρισκόταν πλάι της και τα καλά και τα δύσκολα χρόνια, το κραχ του χρηματιστηρίου, που ξεκίνησε στις 24 Οκτωβρίου του 1929, τη λεγόμενη «Μαύρη Πέμπτη», και η διεθνής οικονομική ύφεση που ακολούθησε, την συμπαρέσυρε, μαζί με χιλιάδες άλλους πολίτες, στην ολοκληρωτική καταστροφή:

 

«Α, η Μαρίκα Παπαγκίκα πέθανε, είναι πολλά χρόνια τώρα. Όταν ήρθε η δυστυχία η μεγάλη, που είχαμε το λεγόμενο αμερικάνικα depression, δυστυχία, έφερε μια κατάσταση... αυτή την εποχή ήτανε μια κατάσταση που ο κόσμος ο περισσότερος έχασε τις περιουσίες του, τα σπίτια του, τα λεφτά του. Κι αρρώστησε η γυναίκα από τη στεναχώρια της γιατί ήτανε... ζούσε τόσο πλουσιοπάροχα, είχε το σπίτι της, είχανε όλες τις ευκολίες, και αφού ’ρτε η δυστυχία –πολλοί άνθρωποι που εχαθήκανε από τη στεναχώρια τους- και αρρώστησε και μας άφησε χρόνια».

 

Οι κόποι και οι οικονομίες δέκα ετών του ζευγαριού που είχε κυνηγήσει το όνειρο, «the American dream», αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Νέο Κόσμο, εξανεμίστηκαν. Ύστερα από περίπου πέντε χρόνια επιτυχημένης πορείας, το «Marika’s» έκλεισε. Η Μαρίκα έχασε όλη της την περιουσία· το σοκ που υπέστη ήταν μεγάλο και δεν συνήλθε ποτέ από αυτό.

 

Η απομάκρυνσή της από την δισκογραφία, με εξαίρεση μια μικρή παρουσία το 1937, είναι ενδεικτική της ψυχικής της κατάπτωσης –αν και θα πρέπει βέβαια να συνεκτιμηθεί με τις δραματικές επιπτώσεις που είχε η παγκόσμια κρίση και στη δισκογραφία. Την περίοδο αυτή οι αμερικάνικες δισκογραφικές εταιρείες περιορίζουν δραστικά την παραγωγή τους έως και 75%, ενώ από τα πρώτα ήδη χρόνια της δεκαετίας του 1930 καλύπτουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ελληνικό ρεπερτόριο με ανατυπώσεις δίσκων που παράγονται στην Ελλλάδα. Παράλληλα, βέβαια, μετά το 1929, στην αμερικάνικη κοινωνία αλλά και στις ελληνικές κοινότητες των ΗΠΑ καταγράφονται αξιοσημείωτες κοινωνικές, ιδεολογικοπολιτικές και αισθητικές αλλαγές, οι οποίες αποτυπώνονται και στις επιλογές των δισκογραφικών εταιρειών και στις μουσικές προτιμήσεις της εποχής.

 

 

 

Πάντως, για τη ζωή της Παπαγκίκα από το 1292 μέχρι το 1937, όταν επανεμφανίζεται για λίγο στη δικσογραφία, δεν διαθέτουμε άλλη πληροφορία παρά μόνο ότι μετακόμισε με τον σύζυγό της στο Στέιτεν Άιλαντ, μια σαφώς «φθηνότερη» περιοχή από τον τόπο της προηγούμενης κατοικίας τους, και μένουν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα. Παραμένει επίσης άγνωστο πώς ζούσαν με τον Κώστα και εάν εξακολουθούσαν να εργάζονται ως μουσικοί σε περιοδείες ή σε κέντρα.

 

Το 1937, πιθανότατα από πρωτοβουλία του Τέτου Δημητριάδη, υπεύθυνου για το ελληνικό ρεπερτόριο της εταιρείας Orthophonic (θυγατρική της RCA Victor), η Μαρίκα –σε ηλικία 47 ετών και ύστερα από απουσία οχτώ χρόνων- μπαίνει για τελευταία φορά στο στούντιο προεκειμένου να ηχογραφήσει τέσσερα τραγούδια πατριωτικού περιεχομένου, όπου σε όλα αναγράφεται ως «συνθέτης».

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της έζησε με τον Κώστα στο 198 της Λεωφόρου Λίλυ Ποντ, στο Σάουθ Μπητς του Στέιτεν Άιλαντ της Νέας Υόρκης. Η σπουδαία τραγουδίστρια έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 53 ετών, στις 2 Αυγούστου 1943, στο νοσοκομείο του Στέιτεν Άιλαντ, όπου νοσηλευόταν από τις 15 Ιουλίου. Ο Κώστας πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου 1947. Ηχογράφησε συνολικά 239 τραγούδια (τόσα έχουν εντοπιστεί), έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό για τα μέτρα της εποχής.

 

«Η Μαρίκα ήταν μία απ’ τις περίφημες, μια από τις πιο ωραίες βυζαντινές τραγουδίστριες στα ρεμπέτικα, στα τζιβαέρια, στα σμυρναίικα και στα δημοτικά» είχε πει για αυτή ο Γιώργος Κατσαρός. Ο Κατσαρός έκανε και μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σχετικά με την ποιότητα και το ηχόχρωμα της φωνής της Μαρίκας, η οποία στο πάλκο ελάχιστη σχέση είχε με αυτή που ακούμε στους δίσκους 78 στροφών.

 

Ακούγοντας τους δίσκους με τη φωνή της Μαρίκας, αποκάλυψε με έκπληξη ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική της φωνή (που ήταν πολύ ανώτερη). Λόγω των τεχνικών ατελειών του συστήματος ηχογράφησης δεν ήταν δυνατό να αποτυπωθούν με ακρίβεια οι φωνές που κινούνταν σε υψηλές περιοχές συχνοτήτων, όπως των υψίφωνων και των τενόρων. Οι φωνές αυτές παραμόρφωναν το κερί ηχογράφησης, με αποτέλεσμα να αλλοιώνονται σε ουσιαστικό βαθμό.

 

Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε η διασημότερη και πλέον αγαπημένη τραγουδίστρια των Ελλήνων της Αμερικής.   

 

(Όλες οι πληροφορίες είναι από την έρευνα του Παναγιώτη Κουνάδη από το βιβλίο που συνόδευε τη συλλογή με τα τραγούδια της Μαρίκας Παπαγκίκα στη σειρά «Οι φωνές του ρεμπέτικου» (2012), και από το βιβλιαράκι που συνοδεύει την συλλογή “Marika Papagika-The Further the flame, the worse it burns me: Greek Folk Music in New York City, 1919-1928”).