Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στην Τούμπα, κοντά στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Δεν είχα καμία σχέση ποτέ με τα αθλητικά, αλλά ήταν μια μικροαστική-μεσοαστική λαϊκή γειτονιά η Τούμπα, είχε φτιαχτεί από πρόσφυγες, και στο πέρασμα του χρόνου είχαν έρθει και εργατικοί πληθυσμοί, έτσι το γήπεδο ήταν σύμβολο, ως τοπόσημο έπαιζε έναν σπουδαίο ρόλο στη ζωή της γειτονιάς. Έμεινα εκεί μέχρι το τέλος του λυκείου, από το γυμνάσιο όμως άρχισα να κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης γιατί η ζωή ήταν κυρίως εκεί. Η διαφορά της Θεσσαλονίκης από την Αθήνα είναι ότι το κέντρο της πόλης κατοικείται και είναι ζωντανό, υπήρξε πάντα ζωντανό, δεν ερήμωσε ποτέ όπως της Αθήνας τα χρόνια της κρίσης, κι αυτό το έκανε πολύ ενδιαφέρον για μας που ζούσαμε στις γειτονιές.


• Ήθελα να ασχοληθώ με τα media από πάντα, αγαπούσα το ραδιόφωνο ανέκαθεν κι άκουγα μανιακά. Στα χρόνια του γυμνασίου άκουγα όλη την ημέρα Δεύτερο Πρόγραμμα, την εποχή που ήταν η Σοφία Μιχαλίτση διευθύντρια, και μου φαινόταν κάτι απίστευτα μαγικό. Είχα τόσο μεγάλο κόλλημα που έγραφα εκπομπές σε κασέτες, κανονικές, με αρχή, μέση και τέλος, και τις έδινα να τις ακούει η γυναίκα μου –τότε συγκατοικούσαμε– που ήταν ο μοναδικός μου ακροατής.

 

Τον τελευταίο καιρό βλέπω ξανά μια επιστροφή σε πράγματα τα οποία απεύχομαι να συμβούν. Υπάρχει ξανά μια επικράτηση του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Το είχε πάντα αυτό η Θεσσαλονίκη, αλλά είναι διαφορετικά να ενισχύεται από πάνω.


• Όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη, το καλοκαίρι του '88, άνοιγε ένα καινούργιο ραδιόφωνο, διαδημοτικό, το Ένατο Κύμα, όπου συνεργάζονταν 23 δήμοι και κοινότητες, έδωσα βιογραφικό και την επόμενη μέρα με κάλεσαν να ξεκινήσω. Από τότε κάνω κάθε μέρα ραδιόφωνο, 31 χρόνια, και δεν έχω σταματήσει ποτέ. Έχω δουλέψει σε πολλά ραδιόφωνα της Θεσσαλονίκης, τα πιο πολλά δεν υπάρχουν πια: 88μισό, Παρατηρητής, Ο Ανατολικός. Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς ότι το ραδιόφωνο παρακμάζει, από την άλλη ζω σε ένα προστατευμένο περιβάλλον κι έχω ένα ακροατήριο που είναι 31 χρόνων. Είναι οι γονείς και τα παιδιά τους, οπότε έχεις μια ψευδαίσθηση ότι κάποιοι σε ακούνε, αν μη τι άλλο. Δεν είναι μόνο η μουσική που έχει μείνει πίσω, είναι και ο λόγος, βλέπω μια τεράστια έκπτωση στον λόγο. Όταν προσπαθήσω να ακούσω ραδιόφωνο, η ηλιθιότητα το τερματίζει, οι ατάκες που λέγονται από νέους ανθρώπους είναι απελπιστικές, λες «ρε παιδάκι μου, ψάξ' το λίγο παραπάνω». Εγώ το ραδιόφωνο το λατρεύω, ήταν όλη μου η ζωή και θα είναι, όσο το συνεχίσω.


• Τα τελευταία 25 χρόνια είμαι στην ΕΡΤ, στον 95,8, που είναι το πιο διαφορετικό ραδιόφωνό της. Εκεί απολαμβάνω μεγάλη ελευθερία στο τι λέω και στο τι κάνω, παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια αίσθηση ότι στην ΕΡΤ τα πράγματα είναι ελεγχόμενα. Στα 25 χρόνια που δουλεύω σε αυτό το μαγαζί έχει τύχει μόνο μία φορά, όταν είχα καλεσμένη τη Μαλβίνα στην τηλεόραση, το καλοκαίρι του 2000, να με ειδοποιήσουν με παρέμβαση από ψηλά ότι δεν μπορεί να παίξει. Ζήτησα συγγνώμη από τους τηλεθεατές και ειδοποιήσαμε τη γυναίκα να μην έρθει. Δεν έχει τύχει να δεχτώ άλλη παρέμβαση, από καμία κυβέρνηση. Και κάνω μια εκπομπή που είναι σκληρή, λέω πράγματα που μπορεί να ενοχλούν, αλλά δεν έχουν τολμήσει να μου βάλουν χέρι ποτέ. Αυτό το θεωρώ καλό, και γι' αυτό παραμένω εκεί.

 

Μερικές φορές βλέπω τις ειδήσεις στην τηλεόραση και νομίζω ότι σε όλα τα κανάλια τις γράφει ο ίδιος άνθρωπος. Είναι τρομακτικό αυτό το πράγμα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Μερικές φορές βλέπω τις ειδήσεις στην τηλεόραση και νομίζω ότι σε όλα τα κανάλια τις γράφει ο ίδιος άνθρωπος. Είναι τρομακτικό αυτό το πράγμα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Η χαρά που σου δίνει το ραδιόφωνο είναι ότι αντιλαμβάνεσαι πως υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που σκέφτονται σαν κι εσένα. Μπορεί να μη συμφωνούν μαζί σου, αλλά τουλάχιστον σκέφτονται, σε μια εποχή που η σκέψη λιγοστεύει ολοένα και περισσότερο και οι άνθρωποι δέχονται άκριτα αυτά που τους σερβίρουν τα media. Θεωρώ ότι είναι ίσως η πιο επικίνδυνη εποχή αυτή που ζούμε στην Ελλάδα για τα media, η χειρότερη, υπάρχει ένας ολοκληρωτισμός στον τρόπο που πασάρονται τα πράγματα, και δεν μιλάω μόνο πολιτικά. Μερικές φορές βλέπω τις ειδήσεις στην τηλεόραση και νομίζω ότι σε όλα τα κανάλια τις γράφει ο ίδιος άνθρωπος. Είναι τρομακτικό αυτό το πράγμα. Παρ' όλα αυτά, όταν έχεις την ευκαιρία να τσιγκλήσεις λίγο τον άλλον για να σκεφτεί λίγο διαφορετικά πράγματα, για οτιδήποτε, από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα κοινωνικά μέχρι την καθημερινότητα και τον δημόσιο χώρο, είναι καλό να το κάνεις.

 

• Το '89 αποφασίσαμε να φτιάξουμε την Parallaxi. Στη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή τα σινεμά έκλειναν. Η Θεσσαλονίκη είχε πάρα πολλούς κινηματογράφους, όπως και η Αθήνα, σε κάθε γειτονιά, είχαν αρχίσει όμως να έχουν σοβαρό πρόβλημα, ξεκινούσε η ιδιωτική τηλεόραση, τα βιντεοκλάμπ κ.λπ., οπότε ο κόσμος δεν πήγαινε σινεμά. Υπήρχαν ήδη κάποιες μεταμεσονύκτιες προβολές που έκανε μια ομάδα που λεγόταν «Πέρα από τα σύνορα» στο Ριβολί και αποφασίσαμε να φτιάξουμε κι εμείς μια κίνηση γύρω από τον κινηματογράφο. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, την Parallaxi, βγάλαμε ένα free press αμιγώς κινηματογραφικό στην αρχή, κάναμε μεταμεσονύκτιες κάθε Παρασκευή στον Έσπερο και είχαμε μια επιτυχία ανέλπιστη, γιατί έρχονταν 600 άτομα, και στις 6 το πρωί που τέλειωνε ο κινηματογράφος γέμιζε η οδός Σβώλου με κόσμο, έκλεινε ο δρόμος. Ήταν μεταμεσονύκτιες προβολές που είχαν και άποψη αισθητική, με ταινίες που δεν μπορούσες να βρεις εύκολα, αλλά γίνονταν και διάφορα happenings. Μετά φτιάξαμε μια σχολή κινηματογράφου η οποία λειτούργησε από το '95 μέχρι το 2000. Δεν υπήρχε σχολή κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, δεν είχε ανοίξει ακόμα η πανεπιστημιακή. Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο ρίσκο για μας, γιατί δανειστήκαμε πάρα πολλά λεφτά για να πάρουμε μηχανήματα, τα οποία ξεπερνιούνταν συνέχεια επειδή η τεχνολογία προχωρούσε, οπότε ήταν ένα ακριβό χόμπι. Παρ' όλα αυτά, βγάλαμε γύρω στους 120 σκηνοθέτες, μοντέρ κ.λπ., μερικοί από τους οποίους στην πορεία έκαναν καριέρα κι έγιναν γνωστοί από ταινίες και στην τηλεόραση. Το 2000 αποφασίσαμε να κλείσουμε τη σχολή γιατί δεν συνέφερε πλέον. Το έντυπο άνοιξε στην πόλη, έγινε ένα μηνιαίο free press πόλης, προσπαθώντας λίγο να αφουγκραστεί το καινούργιο που ερχόταν. Ταυτόχρονα με όλα αυτά, διοργανώναμε πάντα πράγματα. Μετά τις κινηματογραφικές προβολές αρχίσαμε να παρεμβαίνουμε και διαφορετικά στη Θεσσαλονίκη. Φτιάξαμε το parallaximag.gr, το σάιτ του περιοδικού.

 

• Το 2010, ψάχνοντας να βρω έναν τρόπο να γιορτάσουμε τα 20 χρόνια της Parallaxi, κι ενώ η πόλη ήταν σε μια τρομακτική κρίση, μου ήρθε η ιδέα του «Θεσσαλονίκη Αλλιώς». Σκέφτηκα «αντί να κάνω ένα πάρτι για τα 20 χρόνια, καλύτερα να γίνει κάτι πιο ουσιαστικό», έτσι γεννήθηκε η ιδέα γι' αυτό το αστικό πείραμα –όπως το λέω–, όπου θέλαμε να δείξουμε πώς θα έπρεπε να είναι στην πραγματικότητα η πόλη στην καθημερινότητά της, σε κάθε επίπεδο. Πέρα από τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αναδείξει κανείς τους θησαυρούς της πόλης, τα κτίριά της, τις δυνατότητές της, πώς θα μπορούσε να παρεμβαίνει όπου χρειάζεται και να δίνει με πρόταση ένα παράδειγμα για το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι δήμαρχοι. Άρχισα να παίρνω τηλέφωνο όποιον ήξερα και δεν ήξερα για να συμμετάσχει στο πρώτο Σαββατοκύριακο, τον Ιούνιο του '10, και με απίστευτη έκπληξη διαπίστωσα ότι υπήρχε μια τρομερή δίψα σε όλους, αλλά δεν βρισκόταν κάποιος μέχρι τότε να το συντονίσει. Έτσι, σε ένα Σαββατοκύριακο έγιναν 62 διαφορετικές δράσεις, απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, σε όλη την πόλη. Ήταν ένα πανδαιμόνιο, με βροχή καταρρακτώδη ήρθαν 35.000 άνθρωποι και κάναμε τα πάντα. Πήγαμε σε ένα γηροκομείο όπου δεν είχε πάει κανείς και βάλαμε μια μπάντα να παίζει τανγκό και τρεις χορευτές να χορεύουν με τους ηλικιωμένους, στον Άγιο Δημήτριο παίξαμε κλασική μουσική σε ανθρώπους που ήταν εκεί πολύ καιρό, σε ένα εγκαταλειμμένο οικόπεδο δημιουργήσαμε ένα πάρκο μαζί με τον Μπερνάρ Κουόμο και τον Μάκη Νικηφορίδη, τους αρχιτέκτονες της παραλίας. Αυτό ήταν μια αποκάλυψη και για μας, που το φτιάξαμε και δεν περιμέναμε ότι θα έχει τέτοια ανταπόκριση, αλλά και για την πόλη. Κι ενώ αυτό φτιάχτηκε για να γίνει μία φορά, να γίνει ο εορτασμός και τέλος, υπήρξε τόσο μεγάλη πίεση από τη μεριά του κόσμου να το συνεχίσουμε, που έχουν περάσει δέκα χρόνια και κατά καιρούς κάνουμε ακόμα πράγματα μεγάλα, όπως η έναρξη των Δημητρίων πρόσφατα στον Λευκό Πύργο, ή πράγματα μικρότερα, όπως το να παρεμβαίνουμε εκεί όπου μας έχουν ανάγκη, π.χ. στον Δεντροπόταμο, βοηθώντας το έργο του πατέρα Αθηναγόρα, στον ξενώνα για τους ανήλικους Ρομά.

 

Το 1/3 των χρημάτων που έχουν ξοδευτεί μέχρι τώρα στο μετρό της Θεσσαλονίκης, το οποίο καταντάει ανέκδοτο, είναι αποζημιώσεις των εργολάβων από καθυστερήσεις. Αυτό δεν έχει συμβεί πουθενά αλλού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το 1/3 των χρημάτων που έχουν ξοδευτεί μέχρι τώρα στο μετρό της Θεσσαλονίκης, το οποίο καταντάει ανέκδοτο, είναι αποζημιώσεις των εργολάβων από καθυστερήσεις. Αυτό δεν έχει συμβεί πουθενά αλλού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Γύρω στο 2000 έκανα μια γενναία αναθεώρηση του τι κάνουμε, τι νόημα έχει η δημοσιογραφία σε μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη όταν είναι μόνο καταγγελτική, μόνο κριτική, όταν προσπαθείς μόνο να αναδείξεις κάποια πράγματα με τα κείμενά σου. Άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν φτάνει αυτό, πολλοί άνθρωποι χρειάζονταν και ένα παράδειγμα, μια παρακίνηση. Κι επειδή η Θεσσαλονίκη δεν είχε την κουλτούρα της συνεργασίας και της συνέργειας, έπρεπε να γίνει κάτι για να αλλάξει αυτό. Όλοι οι φορείς, το Κρατικό Θέατρο, το Μέγαρο, το Ωδείο, η Διεθνής Έκθεση, το πανεπιστήμιο, γνωρίζονται μεταξύ τους σε μια μικρή πόλη, αλλά δεν έχουν δουλέψει μαζί. Αυτό που επιχειρήσαμε να κάνουμε –και το κάναμε καλά– ήταν να τους βάλουμε όλους σε έναν διάλογο, σε μια συνεργασία. Κι αυτό τους ενθουσίασε, άρχισαν σιγά-σιγά να δουλεύουν μεταξύ τους και να κάνουν πρότζεκτ∙ έτσι γεννήθηκαν πάρα πολλά πράγματα αυτά τα δέκα χρόνια: μικρά φεστιβάλ, δράσεις, το Open House, το Καπάνι, το Picnic Urban Festival. Πολλά από αυτά έγιναν από παιδιά που ήταν συνεργάτες μας.

 

• Η μεγάλη διαφορά που βλέπω αυτήν τη στιγμή ανάμεσα στις δύο πόλεις είναι ότι η Αθήνα έχει πάρα πολύ χρήμα. Επίσης, μεγάλα πρότζεκτ, που δεν έχει η Θεσσαλονίκη: το Ίδρυμα Νιάρχος, τη Στέγη, το Μουσείο Μπενάκη, το μουσείο του Ιδρύματος Γουλανδρή. Στη Θεσσαλονίκη η τελευταία μεγάλη επένδυση σε υποδομές έγινε το '97 με την πολιτιστική πρωτεύουσα, όταν ευτυχώς έπεσε πάρα πολύ χρήμα και φτιάχτηκαν το Βασιλικό Θέατρο, η Μονή Λαζαριστών, το Γης, το Νταμάρι, ανακαινίστηκε η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, το Ολύμπιον αγοράστηκε και χαρίστηκε στο Φεστιβάλ κι έτσι απέκτησε έδρα. Σε μια χρονιά η πόλη απέκτησε υποδομές που δεν τις είχε ποτέ, αλλά εκεί σταμάτησαν όλα. Βέβαια, έγινε η ανάπλαση της παραλίας, που αυτήν τη στιγμή θεωρώ ότι είναι το δημοφιλέστερο σημείο της Ελλάδας – ούτε η Ακρόπολη δεν έχει τόσους επισκέπτες, έχει 24 ώρες το 24ωρο ζωή. Η Θεσσαλονίκη την αγάπησε την παραλία, αλλά θα έπρεπε να συντηρούνταν καλύτερα. Ο Μπουτάρης εδώ τα έκανε μούσκεμα, την παράτησε την παραλία στη μοίρα της, την απαξίωσε, γιατί δεν ήταν δικό του έργο, ήταν του Παπαγεωργόπουλου. Επίσης, την τελευταία δεκαετία –κι αυτό το οφείλουμε 100% στον Μπουτάρη– καλλιεργήθηκε μια κουλτούρα εξωστρέφειας, η πόλη ξανανοίχτηκε. Ενώ ήμασταν μαζεμένοι στα προηγούμενα καθεστώτα, κλεισμένοι στον εαυτό μας, ο κυρ-Γιάννης αυτό το αντέστρεψε, έφερε ξένους, έκανε την πόλη τουριστική, και επίσης η ίδια η πόλη μάς έδωσε το δικαίωμα να κάνουμε πράγματα έξω, μας έδωσε άδειες να χρησιμοποιούμε δημόσιους χώρους, παρακίνησε –ή μπορεί και να παρασύρθηκε κι ο ίδιος από αυτό το καινούργιο κλίμα– και δημιουργήθηκε ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα στην πόλη, το οποίο αυτήν τη στιγμή της δίνει κι αυτή την ψευδαίσθηση ότι πάνε καλά τα πράγματα. Εγώ δεν πιστεύω ότι πάει τίποτα καλά και μάλιστα τον τελευταίο καιρό βλέπω ξανά μια επιστροφή σε πράγματα τα οποία απεύχομαι να συμβούν. Υπάρχει ξανά μια επικράτηση του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Το είχε πάντα αυτό η Θεσσαλονίκη, αλλά είναι διαφορετικά να ενισχύεται από πάνω.

 

• Υπάρχει μία συντηρητική στροφή, συνολικά. Το βλέπει κανείς απ' τα πρόσωπα που εκλέγονται βουλευτές, που είναι όλοι συντηρητικοί, ακόμα και οι νέοι άνθρωποι. Επίσης, υπάρχει μια διάθεση ρεβανσισμού, με κορυφαίο για μένα χαρακτηριστικό της την ιστορία με τα αρχαία του μετρό. Για μένα είναι 100% συμφέροντα, «χάσαμε τότε που προσπαθήσαμε να αποσπάσουμε τα αρχαία, άρα θα πάρουμε την εκδίκησή μας τώρα», τα συμφέροντα του εργολάβου στην προκειμένη περίπτωση. Το 1/3 των χρημάτων που έχουν ξοδευτεί μέχρι τώρα στο μετρό της Θεσσαλονίκης, το οποίο καταντάει ανέκδοτο, είναι αποζημιώσεις των εργολάβων από καθυστερήσεις. Αυτό δεν έχει συμβεί πουθενά αλλού. Πέρα από το κόστος της μεταφοράς για να πάνε τα αρχαία αλλού, υπάρχει το κόστος από την καθυστέρηση, κι αυτό απαιτεί αποζημιώσεις γιατί υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα. Και τα ίδια τα αρχαία, τα συγκεκριμένα, δεν είναι ένα άγαλμα που μπορεί να μεταφερθεί, εδώ μιλάμε για έναν αρχαίο δρόμο ο οποίος χτίστηκε σε διάστημα τριών αιώνων και κάθε επόμενη γενιά πρόσθετε από πάνω. Αν πάει να αποσπάσει κάποιος κάτι, μόνο θα καταστρέψει. Κι όπως πολύ σωστά ειπώθηκε πρόσφατα, όταν έχεις μια πορσελάνη που τη βλέπεις ακέραια, σκέψου την ίδια να την κατακερματίσεις και να την ξανακολλήσεις. Είναι έγκλημα. Έχει βρεθεί λύση για το πρόβλημα, το έχει κάνει το Μιλάνο, η Σόφια, δεν καταλαβαίνω γιατί στη Θεσσαλονίκη πρέπει να γίνει αλλιώς. Είναι κατάρα να μην προχωράς το έργο του πολιτικού σου αντιπάλου – στην Ιταλία κάθε έξι μήνες έχουν εκλογές, τι σημαίνει, ότι δεν προχωράει η χώρα;

 

Έχει βρεθεί λύση για το πρόβλημα, το έχει κάνει το Μιλάνο, η Σόφια, δεν καταλαβαίνω γιατί στη Θεσσαλονίκη πρέπει να γίνει αλλιώς. Είναι κατάρα να μην προχωράς το έργο του πολιτικού σου αντιπάλου – στην Ιταλία κάθε έξι μήνες έχουν εκλογές, τι σημαίνει, ότι δεν προχωράει η χώρα;

 

Η μεγάλη διαφορά που βλέπω αυτήν τη στιγμή ανάμεσα στις δύο πόλεις είναι ότι η Αθήνα έχει πάρα πολύ χρήμα. Επίσης, μεγάλα πρότζεκτ, που δεν έχει η Θεσσαλονίκη: το Ίδρυμα Νιάρχος, τη Στέγη, το Μουσείο Μπενάκη, το μουσείο του Ιδρύματος Γουλανδρή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η μεγάλη διαφορά που βλέπω αυτήν τη στιγμή ανάμεσα στις δύο πόλεις είναι ότι η Αθήνα έχει πάρα πολύ χρήμα. Επίσης, μεγάλα πρότζεκτ, που δεν έχει η Θεσσαλονίκη: το Ίδρυμα Νιάρχος, τη Στέγη, το Μουσείο Μπενάκη, το μουσείο του Ιδρύματος Γουλανδρή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Το βασικό πρόβλημα της πόλης είναι η στασιμότητα. Δεν υπάρχει ένα όραμα αυτήν τη στιγμή, ο καθένας βγαίνει και λέει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι, και το παρουσιάζει ως σχέδιο. Είχε έρθει κάποια στιγμή η Μπιρμπίλη και είχε πει «θα πεζοδρομήσω την Τσιμισκή», τον κεντρικό άξονα της πόλης, που αν τον κλείσεις η πόλη πέθανε. Ήρθε τώρα ο Μητσοτάκης και είπε «θα κάνω υπέργειο περιφερειακό». Δεν μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα – ο καθένας πετάει ένα πυροτέχνημα και το αφήνει. Για μένα αυτήν τη στιγμή κάποιος θα έπρεπε να στοχαστεί σοβαρά, να εμπνεύσει τους πάντες και να βρει έναν ρόλο για το μέλλον. Έχουμε ένα τεράστιο παράλιο μέτωπο το οποίο θα μπορούσε να είναι η βιτρίνα της Ευρώπης αυτήν τη στιγμή. Δεν βλέπεις πουθενά τέτοια θάλασσα, τέτοιο ηλιοβασίλεμα και δεν μιλάει κανείς γι' αυτό. Επίσης, είναι μια φάση που νιώθει κανείς ότι υπάρχει μια εμπλοκή στα πάντα, το μετρό δεν ξέρει κανείς πότε θα τελειώσει, το Μουσείο Ολοκαυτώματος δεν προχωράει εδώ και μήνες, η ανάπλαση της Αγοράς Μοδιάνο, που είχε αγοραστεί από τον Φάις, μετά από προσφυγές κάποιων μικρομετόχων έχει σταματήσει, το στρατόπεδο Παύλου Μελά, που θα γινόταν ένα τεράστιο μητροπολιτικό πάρκο, εδώ και έξι μήνες δεν προχωρά, και η σύμβαση του Μάκη Νικηφορίδη, που είχε εμπλακεί εκεί, σταμάτησε – τον σταμάτησαν. Έχει κανείς την εντύπωση ότι η πόλη φρενάρει ξανά, δεν προχωρά τίποτα. Αυτό σου δημιουργεί ασφυξία, δεν έχεις να ελπίζεις και να πιστεύεις σε τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα όραμα.

 

• Δεν αυτολογοκρίνομαι ποτέ, το αντίθετο. Και το τελευταίο τρίμηνο έχω γράψει πράγματα που είναι λίγο ακραία, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά, θα πνιγώ εγώ ο ίδιος. Δεν κοιμάμαι ήσυχος το βράδυ. Υπάρχει κόστος, αλλά δεν μπορείς να κλείνεις τα μάτια. Ο Ζέρβας, ο νέος δήμαρχος, είναι φίλος μου, τον εκτιμώ, τον ξέρω πολλά χρόνια, το καλοκαίρι όμως, απ' όταν εξελέγη και μετά, βρεθήκαμε μια μέρα και του είπα: «Κωνσταντίνε, πρώτον έχεις μηδενική ανοχή, έκανες μια κριτική στον προηγούμενο δήμαρχο πάρα πολύ έντονη, άρα έχεις ένα σχέδιο για να αποδείξεις, και δεύτερον θα με βρεις απέναντί σου από την πρώτη μέρα». Κι αυτό κάνουμε, από την πρώτη μέρα ασκούμε πολύ οξεία κριτική σε οτιδήποτε στραβό συμβαίνει. Μερικές φορές πιάνει όμως. Για παράδειγμα, πριν από δέκα μέρες έβγαλαν μια απόφαση ότι θα γράψουν όλα τα μηχανάκια που είναι πάνω στα πεζοδρόμια. Βγήκα στο ραδιόφωνο, το έγραψα και στην «Parallaxi», κι είπα «ωραία, εγώ έχω μηχανάκι, κάθε μέρα ψάχνω όλη την πόλη για να βρω να παρκάρω, δεν βρίσκω πουθενά, δώσ' μου μια θέση να το βάλω για να καταλάβω ότι εσύ νοιάζεσαι για το πεζοδρόμιο, και θα το κατεβάσω». Σε τέσσερις μέρες γέμισε καινούργιες θέσεις για μηχανάκια όλη η πόλη. Επτακόσιες θέσεις. Άνοιξαν στα πεζοδρόμια στην άκρη χώρο και δημιούργησαν θέσεις. Πιστεύω ότι αν μπορείς να πιέσεις για το καλό, δεν πρέπει να μετράς τι αντιδράσεις θα έχεις, τι θα σου κοστίσει όλο αυτό. Ξέρω ότι είναι πάρα πολύ δύσκολες εποχές για τα media και ότι δεν πρέπει να στενοχωρούμε πολύ κόσμο γιατί θα γυρίσει πάνω μας, αλλά όταν πέφτεις το βράδυ να κοιμηθείς, πρέπει να μη σε βασανίζει ο ύπνος σου. Το λέω με την ασφάλεια ότι έχω ένα μικρό μαγαζί, κι αν κλείσει θα μείνουν 10 άνθρωποι στον δρόμο, θα στενοχωρηθούμε πάρα πολύ, αλλά αυτό που πρεσβεύω 31 χρόνια που κάνω αυτήν τη δουλειά δεν θα το έχω προδώσει.

 


• Το μέλλον του «Parallaxi» ελπίζω να είναι οι επόμενες γενιές της, γιατί δεν μπορώ να κάνω για πάντα κουπί, αλλάζουν τόσο γρήγορα οι συνθήκες που χρειάζεται καινούργιο αίμα. Ελπίζω ότι για τη μικρή μου κόρη, που τέλειωσε τη δημοσιογραφία και έχει αρχίσει να ασχολείται, θα είναι ένα κομμάτι του μέλλοντός της και ότι θα φτάσει κάποια στιγμή που θα απομονωθώ στον Κίσσαβο και θα παρακολουθώ από μακριά την ιστορία να συνεχίζεται. 

 

parallaximag.gr

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO