Πολλά εύλογα ερωτήματα μένουν να απαντηθούν, καθώς το άνοιγμα των σχολείων ανακοινώθηκε χωρίς το υπουργείο Παιδείας να παρουσιάσει σχέδιο γι' αυτό. Η αρμόδια υπουργός, όταν ρωτήθηκε, δεν ήξερε πόσοι καθηγητές ανήκουν στις ευπαθείς κατηγορίες και θα πρέπει να εξαιρεθούν ούτε πώς οι μαθητές θα πλένουν τακτικά τα χέρια τους, χωρίς να συνωστίζονται.

 

Ένας από τους λόγους που ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών ήταν επειδή μίλησε στον κόσμο απλά και κατανοητά, αλλά με επιστημονικά τεκμηριωμένο λόγο. Οι πολίτες διέκριναν τη διαφορά από τους πολιτικούς, οι οποίοι μέχρι πρότινος μονοπωλούσαν τον δημόσιο λόγο που χαρακτηρίζεται από υψηλούς τόνους, αστήρικτους ισχυρισμούς και συχνά οπαδική λογική και προπαγάνδα. Επίσης, την ώρα που άλλοι συνάδελφοί του ζητούσαν να μη «χαλάσουμε τον κόσμο», βάζοντας σε κίνδυνο την οικονομία, εκείνος έβαζε τη διάσωση της ζωής, ακόμα και λίγων, πάνω απ' όλα. Έπεισε τους Έλληνες ότι δεν θα τους σπαταλήσουν, γι' αυτό κι εκείνοι ακολούθησαν τις οδηγίες του.


Η μεγάλη αποδοχή του, όμως, προκαλεί και αρνητικές αντιδράσεις σε μια μειοψηφία που καταφέρνει να κάνει θόρυβο. Πρόκειται για έναν «ετερόκλητο όχλο», που θα έλεγε και ο Αλέξης Τσίπρας, αν και ο όρος «ανίερη συμμαχία» ίσως ταιριάζει καλύτερα.

 

Η απόφαση για το άνοιγμα των σχολείων είναι μια πολύ κρίσιμη απόφαση, για την οποία δεν υπάρχουν βεβαιότητες για μηδέν ρίσκο, αλλά οι γονείς τις επιζητούν, όταν πρόκειται για τα παιδιά τους.

 

Αρχικά ήταν αυτοί που έβλεπαν ως «χούντα» και «ολοκληρωτισμό» τα μέτρα για τον περιορισμό που έσωσαν ζωές, μετά ήταν τα «σκληροπυρηνικά» στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που θεωρούσαν ότι η παρουσία του έδινε πόντους στην κυβέρνηση, άρα έπρεπε να αποδομηθεί – κι ας είχε πει ο σοβαρός Ανδρέας Ξανθός ότι κι αυτός την ίδια επιλογή θα έκανε. Στη συνέχεια, όταν έδειξε ευαισθησία για πρόσφυγες, μετανάστες και Ρομά, στοχοποιήθηκε από τη Χρυσή Αυγή στα σόσιαλ μίντια, και όχι μόνο, με καμπάνια δολοφονίας χαρακτήρα. Μαζί με όλα αυτά, και κάποιοι ανταγωνισμοί καθηγητών.

 

Όλο το διάστημα που είναι στην πρώτη γραμμή, ο κ. Τσιόδρας έχει δεχτεί ακραία κακόπιστη κριτική και επιθέσεις από διάφορες μειοψηφικές ομάδες κι αυτό ίσως είναι μια προσωπική δοκιμασία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους συναδέλφους του σχεδόν σε όλες τις χώρες.


Δεν είναι όμως όλες οι κριτικές κακόπιστες. Υπάρχουν και καλόπιστες κριτικές. Είμαστε αντιμέτωποι με μια πανδημία και είναι σημαντικό ο λαός να εμπιστεύεται τους επιστήμονες που είναι επικεφαλής. Όμως αν κάποιοι σε μια ορισμένη στιγμή και για μια κρίσιμη απόφαση δεν πείθονται, θα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς τι συμβαίνει, αντί να ερμηνεύει τα πάντα ως κακόβουλη κριτική.


Αν όλοι κάθε φορά συμφωνούν άκριτα, ποιος θα εντοπίσει τα λάθη, αν γίνουν, ώστε να διορθωθούν έγκαιρα και να μην υπάρξει κόστος; Όποιος αναλαμβάνει να ηγηθεί, δεν πρέπει και να αφουγκράζεται;

 

Η εισήγηση για το άνοιγμα των σχολείων προκάλεσε αμφισβήτηση μη υποκινούμενη από ταπεινά κίνητρα, αν και υπάρχουν πάντα και εκείνοι που κινούνται από αυτά.

 

Ο κ. Τσιόδρας, η Επιτροπή και η πολιτική ηγεσία δεν αιτιολόγησαν επαρκώς την απόφαση αυτή, αφήνοντας χώρο για εύλογες αμφιβολίες σε ένα κοινό που μέχρι τώρα δεν αμφισβητούσε. Στις 27 Απριλίου, όταν ο κ. Τσιόδρας προανήγγειλε το άνοιγμα, είπε: «Νομίζω ότι η επιστημονική θέση αυτήν τη στιγμή είναι ότι πραγματικά ο πληθυσμός των παιδιών κινδυνεύει λιγότερο. Πραγματικά, ο πληθυσμός των παιδιών φαίνεται να μεταδίδει και λιγότερο, από πολύ πρόσφατες δημοσιεύσεις».


Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επικαλέστηκε μελέτες που αναφέρουν ότι τα παιδιά μεταφέρουν τον ιό πολύ λιγότερο από τους ενήλικες, ενώ υπάρχουν και άλλες μελέτες (preprint) που λένε άλλα (π.χ. για συγκρίσιμο ιικό φορτίο με ενήλικες) και φυσικά δεν υπάρχει ακόμα καμία στέρεη γνώση και καμία βεβαιότητα, καθώς οι επιστήμονες συνεχίζουν να συλλέγουν δεδομένα και να μαθαίνουν κάθε μέρα για τον νέο κορωνοϊό.

 

Στην επόμενη ενημέρωση ο κ. Τσιόδρας βελτίωσε κάπως την τεκμηρίωση και τοποθετήθηκε πληρέστερα, διορθώνοντας τη μάλλον ατυχή τοποθέτησή του κατά την ανακοίνωση του ανοίγματος. Μίλησε για «διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα» και «επιστημονική αβεβαιότητα» αλλά και αποφάσεις που λαμβάνονται με οδηγό τη λογική. Αναγνώρισε ότι τα ερωτηματικά πρέπει να απαντώνται «με την κατά το δυνατόν υψηλότερη σαφήνεια» και ότι οι «σκιές πρέπει να ξεδιαλύνονται».

 

Η ελληνική Επιτροπή εισηγήθηκε το άνοιγμα των σχολείων με βάση τη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης Νόσων, το ευρωπαϊκό CDC. Αλλά αυτό δεν το εξήγησε στον κόσμο, ούτε τους λόγους που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή με μελέτες, μετρήσεις και στοιχεία, όπως θα περίμενε κανείς.

 

Η απόφαση για το άνοιγμα των σχολείων είναι μια πολύ κρίσιμη απόφαση, για την οποία δεν υπάρχουν βεβαιότητες για μηδέν ρίσκο, αλλά οι γονείς τις επιζητούν, όταν πρόκειται για τα παιδιά τους.


Μπορεί να υπήρξε θετική εισήγηση των επιστημόνων, αλλά η απόφαση είναι πολιτική και ίσως για ένα τόσο κρίσιμο θέμα να έπρεπε ο πρωθυπουργός να συζητήσει με τους πολιτικούς αρχηγούς και να αποφασίσουν από κοινού, με τεκμηρίωση και διαφάνεια.

 

Είναι αλήθεια πως όλο αυτόν τον καιρό ο κ. Τσιόδρας είναι εξαντλημένος, άυπνος, κουβαλάει ένα μεγάλο βάρος και πρέπει να τηρεί και λεπτές ισορροπίες καθημερινά.
Είναι αλήθεια πως όλο αυτόν τον καιρό ο κ. Τσιόδρας είναι εξαντλημένος, άυπνος, κουβαλάει ένα μεγάλο βάρος και πρέπει να τηρεί και λεπτές ισορροπίες καθημερινά.

 

Ο κ. Τσιόδρας έκανε και κάτι ακόμα που δεν συνήθιζε μέχρι πρότινος: έκρινε και σχεδόν κούνησε το δάχτυλο όταν υποστήριξε ότι «δεν πρέπει όλοι μας να εκδηλώνουμε ευκαίρως-ακαίρως αδυναμία σε οποιαδήποτε προσπάθεια επανόδου στην κανονικότητα, ούτε να υπερτονίζουμε τις αβεβαιότητες. Έχει νομίζω έναν εγωισμό αυτή η στρατηγική και δεν ωφελεί» είπε.


Ο καθένας όμως έχει δικαίωμα να στηρίξει ή να μη στηρίξει οποιαδήποτε προσπάθεια, όπως έχει δικαίωμα να υπερτονίζει, αν θέλει, τις αβεβαιότητες. Άλλοι επειδή αγωνιούν για τα παιδιά και τους ευπαθείς και άλλοι επειδή είναι κακόπιστοι.

 

Είναι αλήθεια πως όλο αυτόν τον καιρό ο κ. Τσιόδρας είναι εξαντλημένος, άυπνος, κουβαλάει ένα μεγάλο βάρος και πρέπει να τηρεί και λεπτές ισορροπίες καθημερινά, καθώς δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του, όταν ενημερώνει, αλλά όλη την Επιτροπή και οφείλει να λαμβάνει υπ' όψιν του και τις ενστάσεις και τις επιφυλάξεις – όταν εκφράζονται τέτοιες σε αυτήν.


Όμως ο ελληνικός λαός τον εμπιστεύτηκε επειδή του μίλησε με έναν λόγο καθαρό, επιστημονικό και τεκμηριωμένο. Αυτήν τη φορά, η απόφαση για το άνοιγμα των σχολείων δεν τεκμηριώθηκε με τον τρόπο που τον είχε συνηθίσει. Γι' αυτό και χρειάστηκε να επανέλθει και να διορθώσει στην επόμενη ενημέρωση.


Ο ίδιος έχει τονίσει πολλές φορές ότι οι χώρες που καθυστέρησαν να πάρουν περιοριστικά μέτρα το πλήρωσαν ακριβά. Δεν είναι εύλογο, άραγε, τώρα να υπάρχει η ανησυχία μήπως όσοι βιαστούν να τα πάρουν πίσω το πληρώσουν; Και αν η απόφαση δεν είναι βιαστική, ας ξεκαθαρίσει.


Ο κ. Τσιόδρας λέει ότι «οι σκιές πρέπει να ξεδιαλύνονται».

 

* * *

Όσα έχει πει ο Σωτήρης Τσιόδρας για το άνοιγμα των σχολείων:

27/4

«... Η Επιτροπή εισηγήθηκε τη σταδιακή και υπό προϋποθέσεις έναρξη της λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πάντα θέτοντας ως γνώμονα την παρακολούθηση των επιδημιολογικών δεδομένων... Ούτε σαφή ημερομηνία βάλαμε, ούτε τον σαφή τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει αυτή η σταδιακή επάνοδος, το οποίο βέβαια θα γίνει σε συνεργασία και με το υπουργείο Παιδείας και την Πολιτεία».


«Θέλει, λοιπόν, πολλή προσοχή... Νομίζω ότι η επιστημονική θέση αυτήν τη στιγμή είναι ότι πραγματικά ο πληθυσμός των παιδιών κινδυνεύει λιγότερο. Πραγματικά, ο πληθυσμός των παιδιών φαίνεται να μεταδίδει λιγότερο, από πολύ πρόσφατες δημοσιεύσεις».


«Φυσικά και μπορεί να υπάρχουν γεγονότα μετάδοσης μέσα στον παιδικό πληθυσμό και γεγονότα νόσου, αλλά είναι πολύ λιγότερα από τον ενήλικο πληθυσμό. Αυτό είναι σαφές από την επιστημονική βιβλιογραφία όλης της κυκλοφορίας του ιού από την Κίνα, μέχρι σήμερα. Και σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη, στην Αμερική, σε όλες τις περιοχές οι οποίες δημοσίευσαν δεδομένα, αυτή είναι μια σταθερή, μόνιμη εικόνα».


«Νομίζω ότι η Επιτροπή θεώρησε χρέος της να τοποθετηθεί επίσημα και το έκανε. Συζητήθηκαν, βέβαια, και ενστάσεις, όπως αυτές στις οποίες αναφέρθηκε η δημοσιογράφος, αλλά μόνο μία λευκή ψήφος υπήρξε. Οι υπόλοιποι ομόφωνα τοποθετήθηκαν γι' αυτό το θέμα».


«Μη νομίζετε ότι μας ανησυχεί λιγότερο η υγεία των παιδιών μας, η δυνατότητα να μεταδώσουν μεταξύ τους ή ακόμα και η πιθανότητα να αρρωστήσουν σοβαρά. Αλλά αυτήν τη στιγμή, βλέπετε και άλλες χώρες, πολύ προοδευμένες, οι οποίες επίσης κοιτούν επιστημονικά δεδομένα, έχουν τοποθετηθεί σαφώς γι' αυτήν τη σταδιακή επανέναρξη λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε έναν πληθυσμό που κατά τεκμήριο είναι λιγότερο ευπαθής.


Δεν είναι ένα πείραμα στο οποίο θέλουμε να πάθουν κάτι κακό τα παιδιά μας. Είναι μια επιστημονική πρόταση. Εμείς εισηγούμαστε, η πολιτεία θα αποφασίσει».

 

Ξεκινήσαμε, μάλιστα, από ομάδες του πληθυσμού, όχι από μικρά παιδιά, όπως άλλες χώρες, οι οποίες μπορούν να τηρήσουν ακόμα καλύτερα τις συνθήκες υγιεινής, τα μεγαλύτερα παιδιά.
Ξεκινήσαμε, μάλιστα, από ομάδες του πληθυσμού, όχι από μικρά παιδιά, όπως άλλες χώρες, οι οποίες μπορούν να τηρήσουν ακόμα καλύτερα τις συνθήκες υγιεινής, τα μεγαλύτερα παιδιά.

 

29/4

«Εμείς, ως επιστημονική κοινότητα, και η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας έχουμε μιλήσει για την απόλυτη διαφάνεια σε αυτή την κρίση. Επιτρέψτε μου να αναφέρω εδώ πως λόγω της συμμετοχής μου σε απόκριση δεκάδων μειζόνων επιδημιών και συμβάντων δημόσιας υγείας στη χώρα μας τα τελευταία 15 έτη, από την εμπειρία μου τα ερωτηματικά πρέπει να απαντώνται με την κατά το δυνατόν υψηλότερη σαφήνεια. Οι σκιές να ξεδιαλύνονται.


Η εμπιστοσύνη και η προσήλωση στην αλήθεια είναι οι σημαντικότερες παράμετροι. Αλίμονο σε αυτούς που παλεύουν στην πρώτη γραμμή και δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την όποια αβεβαιότητα με προσήλωση στην έως τώρα γνωστή αλήθεια».


«Οι κρίσεις δημόσιας υγείας αφορούν όλους μας. Είναι κάτι για το οποίο χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση. Δυστυχώς, σε πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα στο εξωτερικό έγιναν αρχικά κάποιες λάθος εκτιμήσεις, πάρθηκαν καθυστερημένες αποφάσεις. Συστήματα υγείας προηγμένων χωρών έδειξαν σημαντική ανεπάρκεια στην αντιμετώπιση της κρίσης. Κανένα σύστημα, το τονίζω, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μαζική εισροή μεγάλου αριθμού κρουσμάτων σε έναν ιό για τον οποίο δεν υπάρχει γενική ανοσία και έχει όλα τα άλλα χαρακτηριστικά του νέου ιού, συμπεριλαμβανομένης της μεταδοτικότητάς του».


«... Σε συνδυασμό με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, αλλά λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ' όψιν την επιστημονική αβεβαιότητα, πρέπει να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε. Χρειαζόμαστε ως οδηγό μας λογικές, τις πιο λογικές αποφάσεις. Φυσικά, όλα αυτά γίνονται λαμβάνοντας υπ' όψιν τις ανησυχίες όλων μας. Είμαστε όλοι μέλη της ίδιας κοινωνίας. Έχουμε όλοι τις ίδιες ανησυχίες, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο».


«Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει όλοι μας να εκδηλώνουμε ευκαίρως-ακαίρως αδυναμία σε οποιαδήποτε προσπάθεια επανόδου στην κανονικότητα, ούτε να υπερτονίζουμε τις αβεβαιότητες. Έχει, νομίζω, έναν εγωισμό αυτή η στρατηγική. Δεν ωφελεί. Το ζήσαμε και στην αρχή αυτής της επιδημίας ακόμη περισσότερο».

 

«... Περνώ σε ένα άλλο μέτρο που αφορά την επαναλειτουργία της εκπαίδευσης... Μια άλλη σημαντική πρόκληση, με αβεβαιότητες για την πολιτεία και την επιστημονική κοινότητα... Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα και την τελευταία εκτίμηση κινδύνου του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης Νόσων, του ευρωπαϊκού CDC, η οποία δημοσιεύτηκε στις 23 Απριλίου 2020 και με συμμετοχή Ελλήνων επιστημόνων που εργάζονται αυτήν τη στιγμή στο ευρωπαϊκό CDC, αναφέρονται τα εξής νεότερα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τη νέα νόσο και τα παιδιά:


Πρώτον, παρόμοια με δύο άλλους πολύ σοβαρούς κορωνοϊούς, τον ιό SARS και τον ιό MERS, οι λοιμώξεις από τον νέο ιό παρατηρούνται πολύ λιγότερο συχνά στα παιδιά.


Δεύτερον, τα παιδιά εμφανίζουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ηπιότερα συμπτώματα από τους ενήλικες.


Τρίτον, παιδιά με σοβαρή νόσο ήταν το λιγότερο από το 1% στη μεγαλύτερη, έως σήμερα, πληθυσμιακή μελέτη από την Κίνα. Λιγότερο από 1%.


Τέταρτον, τα παιδιά κυρίως μολύνονται εντός του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, ενώ ο δευτερογενής δείκτης προσβολής είναι πολύ χαμηλότερος για τα παιδιά απ' ό,τι για τους ενήλικες. Για την ακρίβεια, τα παιδιά κολλάνε τη νόσο περίπου τρεις φορές λιγότερο από τους 20 ετών και πάνω και 4 φορές λιγότερο απ' ό,τι οι ενήλικες άνω των 60 ετών.


Πέμπτον, μετάδοση από παιδί σε ενήλικα φαίνεται να είναι ασυνήθιστη. Κατά τη διερεύνηση του πρώτου κρούσματος στη Γαλλία, ενδελεχή διερεύνηση, ένα μολυσμένο παιδί παρακολούθησε τρία διαφορετικά σχολεία, ενώ ήταν συμπτωματικό, και είχε 112 επαφές που εντοπίστηκαν, συμπεριλαμβανομένων άλλων παιδιά και καθηγητών. Δεν εντοπίστηκαν συμπτωματικά δευτερογενή περιστατικά. Φυσικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα μολυσμένο παιδί να κολλήσει κάποιον, αλλά αυτό δεν αλλάζει τις έως τώρα γενικές παρατηρήσεις. Μάλιστα, οι μεμονωμένες δημοσιευμένες αναφορές περιπτώσεων όπου αναφέρθηκε το παιδί ως πηγή μετάδοσης έχουν κακώς τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα μη επαρκή.


Και έκτον, δεδομένα από πληθυσμιακές μελέτες στην Ιταλία, στην Ισλανδία και στη Σουηδία δείχνουν ότι τα παιδιά είναι απίθανο να είναι πρωτογενείς περιπτώσεις μεταδόσεως της νόσου».

 

«... Σε αυτήν τη φάση, για πολλούς λόγους, είναι πολύ σημαντική η επιστροφή των παιδιών στην κανονικότητα, στη λειτουργία της κοινωνίας. Μαζί με την τήρηση των άλλων μέτρων, της υγιεινής των χεριών, της κάλυψης του βήχα, της διατήρησης μιας απόστασης. Μάλιστα, η Επιτροπή μας είχε δώσει το πράσινο φως στην ηγεσία για επάνοδο στην κανονικότητα και πριν από τις προγραμματισμένες ημερομηνίες επιστροφής».

 

«Επιτρέψτε μου να το πω. Θα συνεχίσουμε να είμαστε επιφυλακτικοί, αλλά ταυτόχρονα, σιγά σιγά, σταδιακά, ανάλογα με τα δεδομένα, θα αναλάβουμε όλοι μας, με προσοχή και ευθύνη και με τη συνεργασία, τη δική μας και των ειδικών, αλλά και με τη βοήθεια όλων, να αξιοποιήσουμε τη σημαντική ευκαιρία που μας δόθηκε να επανέλθουμε σε μια μερική κανονικότητα και σιγά-σιγά στην πλήρη κανονικότητα, όταν αυτό θα είναι εφικτό.


Νομίζω ότι όλο αυτό θα είναι μια ευκαιρία να αλλάξουμε ακόμα περισσότερο και προς το καλύτερο τους εαυτούς μας. Βλέπω με αισιοδοξία κάποια νεότερα δεδομένα των τελευταίων δύο-τριών ημερών για τα φάρμακα και τα εμβόλια, αλλά με απογοήτευση, από την άλλη πλευρά, κάποιες επικριτικές στάσεις σε οιαδήποτε διαδικασία απεγκλωβισμού, στηριζόμενες στην αβεβαιότητα και όχι στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.


Καταλαβαίνω την αγωνία. Οι περισσότεροι έχουμε μικρά παιδιά στον περίγυρό μας, που σταδιακά θα επιστρέψουν στο σχολείο. Αλλά αναδύεται όλο και περισσότερο η ανάγκη να προχωρήσουμε σταδιακά σε μια επάνοδο. Θα προσαρμοστούμε και θα το ξεπεράσουμε. Σας ευχαριστώ».

 

«... Τα επιστημονικά δεδομένα που οδήγησαν στο κλείσιμο των σχολείων ήταν δεδομένα που αφορούσαν όχι τον νέο κορωνοϊό, αλλά τη γρίπη. Και γίνονταν εκτιμήσεις και προεκτάσεις των εκτιμήσεων με βάση τα δεδομένα της γρίπης.


Βλέποντας όμως την ανησυχητική εκθετική διασπορά του ιού, υπολογίζοντας ότι ένα περίπου 10% θα ήταν σημαντική μείωση της διασποράς στον πληθυσμό, εάν αυτή προερχόταν από τα παιδιά, και κάπου τόσο υπολογιζόταν από διάφορα μαθηματικά μοντέλα, θα είχαμε ένα πολύ σημαντικό παράγοντα να παρέμβουμε.


Και έπρεπε να το κάνουμε νωρίς, έπρεπε να το κάνουμε με ευαισθησία. Έπρεπε να ξέρουμε περισσότερα δεδομένα για το αν τα παιδιά είναι ή δεν είναι ευπαθής ομάδα. Και τότε είχαμε πολύ λιγότερα δεδομένα από αυτά που έχουμε σήμερα».


«... Τα σχολεία εισηγηθήκαμε να κλείσουν ώστε να υπάρχει περιορισμένη διασπορά της νόσου σε αυτή την αρχική φάση, με τις αβεβαιότητες που είχαμε τότε, που είναι λιγότερες τώρα. Και νομίζω καλά το κάναμε.


Οι μαθηματικές μας εκτιμήσεις μάς έχουν οδηγήσει, παρά το γεγονός ότι το κλείσιμο των σχολείων έγινε ταυτόχρονα με κάποιους άλλους χώρους, όπως οι χώροι εστίασης, των καφέ και των κινηματογράφων, εκείνη την εβδομάδα, στο να θεωρούμε πως συμμετείχε σε ένα μικρό ποσοστό στη μείωση του αναπαραγωγικού ρυθμού της επιδημίας, ο οποίος έπεσε ραγδαία μετά την εφαρμογή του απαγορευτικού.


Άρα, θεωρούμε ότι υπήρξε μια μικρή συμμετοχή των σχολείων και αυτό δεν αναιρεί την απόφαση για να προχωρήσουμε στο άνοιγμα των σχολείων και εξήγησα νομίζω τους λόγους».


«Θεωρώ ότι αυτήν τη στιγμή ο στόχος δεν είναι να μηδενίσουμε την κυκλοφορία του ιού. Αυτό είναι σχεδόν αδύνατο, για να μην πω τελείως αδύνατο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να μετριάσουμε την κυκλοφορία του ιού στην κοινότητα».

 

 

30/4

«Προσπαθούν κάποιοι κύκλοι να τονίσουν υπέρμετρα τις επιστημονικές αβεβαιότητες.


Δεν τις ξέρουμε, δηλαδή, εμείς;


Και να βγάλουν αντιφάσεις προς τα έξω, προς τον κόσμο. Να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου με ψευδοεπιστημονικά επιχειρήματα που εκφράζουν την αγωνία.


Γιατί, εμείς δεν έχουμε αγωνία; Πιστέψτε με, αντίθετα με την επιθυμία μας, είναι πιστός σύντροφος όλων μας στην κοινή προσπάθεια.


Ελπίζω πως δεν είναι στην πρόθεση όσων τα χρησιμοποιούν να λειτουργήσουν με διαλυτικό σκοπό, να κλονίσουν την προσέγγιση και τη στρατηγική μας.


Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το πω πιο καθαρά. Είμαστε συμμέτοχοι σε μια κοινή προσπάθεια, για την οποία από τα βάθη της καρδιάς μου σας ευχαριστώ».

 

Εμείς έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε το Ρ. Εάν δεν δούμε τέτοια σταδιακή άνοδο του Ρ, φυσικά και τα πρώτα μέτρα που θα επανέλθουν θα είναι τα μέτρα που αφορούν τις μαζικές συγκεντρώσεις ή το λιανεμπόριο.

 

«Δεν είπα ποτέ ότι τα παιδιά είναι υγειονομικές "βόμβες", αλίμονό μου αν έλεγα τέτοιο πράγμα. Θα έπρεπε να με καθαιρέσετε αμέσως από εκπρόσωπο, να βρείτε άλλον εκπρόσωπο Τύπου.


Κατά δεύτερο λόγο, αυτό που με μαθηματική βεβαιότητα ισχύει για τα παιδιά είναι ότι κινδυνεύουν λιγότερο από τη νόσο. Και όλο και περισσότερα δεδομένα δημοσιεύονται συνέχεια και από την Κίνα, από την πρώτη επιδημία και από τις επιδημίες της Ευρώπης και από τις επιδημίες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ότι τα παιδάκια, δόξα τω Θεώ, ευτυχώς κινδυνεύουν λιγότερο από τη νόσο.


Γι' αυτό και προηγούνται στις προσπάθειες επανόδου της κοινωνίας σε μια κανονικότητα. Δεκατέσσερις χώρες αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη έχουν αποφασίσει ήδη για επανένταξη των παιδιών στα σχολεία, δεν είμαστε μόνο εμείς. Κάποιες μάλιστα το κάνουν από τις πρώτες τάξεις, κάποιες από τις μεγαλύτερες.


Μόνο η Ισπανία και η Ιταλία, μετά την τραγωδία που έζησαν, δεν το έχουν κάνει και δεν θα το κάνουν μέχρι τον Σεπτέμβριο. Και θεωρώ ότι για πολλούς λόγους τα παιδιά έπρεπε να προηγούνται και είναι σωστό να προηγούνται όχι μόνο γιατί κινδυνεύουν λιγότερο από τον ιό, αλλά γιατί αυτά, ως ελπίδα της κοινωνίας μας και για ψυχολογικούς και για κοινωνικούς και για ένα σωρό άλλους λόγους, πρέπει να ενταχθούν πάλι στην κοινωνία.


Το δεύτερο, όσον αφορά το γιατί τα παιδιά μεταδίδουν λιγότερο, δεν είναι ακόμα σαφές. Έχουμε δεδομένα και από τη μια και από την άλλη κατεύθυνση. Έχουμε δεδομένα από μελέτες της Γαλλίας, πολύ πρόσφατα δημοσιευμένες, μελέτες άλλων χωρών ότι όντως φαίνεται να συμμετέχουν λιγότερο στη διασπορά της νόσου. Έχουμε δεδομένα από μια μεγάλη γερμανική ομάδα ότι συμμετέχουν παραπάνω απ' όσο πιστεύουμε. Έχουμε δεδομένα από την Κίνα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Science", ένα από τα μεγαλύτερα περιοδικά του κόσμου, ότι νοσούν λιγότερο, αλλά συμμετέχουν περισσότερο στη μετάδοση.


Θα το δούμε. Ούτε πρέπει να αποδεχόμαστε ως γεγονός κάποια μελέτη η οποία ακόμα δεν έχει αξιολογηθεί από ανθρώπους, όπως λέμε εμείς, reviewers, peer reviewers. Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι είναι, κατά κάποιον τρόπο, οι ειδικοί επιστήμονες που θα κρίνουν τη μελέτη για το αν πρέπει να δημοσιευτεί ή όχι.


Κάθε μελέτη αντιπροσωπεύει τα δεδομένα μιας χώρας, συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα της Κίνας, των ΗΠΑ, της Ιταλίας ή της Γερμανίας και κάθε χώρα οφείλει στον εαυτό της να έχει σιγά-σιγά και τα δικά της δεδομένα.


Η μελέτη των Γερμανών, για παράδειγμα, για να καταλάβετε για τι μιλάμε, μιλάει για 16 μαθητές δημοτικού σχολείου. Μπορείς με 16 μαθητές δημοτικού σχολείου να πάρεις απόφαση για 1.400.000 Έλληνες μαθητές; Λέω ένα παράδειγμα για να καταλάβετε.


Άρα, αυτή η επιστημονική αβεβαιότητα πρέπει να δημιουργείται, να γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης και να τσακώνονται κάποιοι και να λένε, "κάνετε λάθος, δεν είναι σωστό, έχετε τα παιδιά, τα χειρίζεστε με αυτόν τον τρόπο που είναι επικίνδυνος γι' αυτά, αυξάνετε τον κίνδυνο";


Δεν νομίζω ότι είναι έτσι. Νομίζω ότι εμείς κάνουμε το άνοιγμα αυτό γιατί κινδυνεύουν λιγότερο τα παιδιά, μπορεί να μεταδίδουν και λιγότερο, δεν είναι ακόμα σίγουρο επιστημονικά. Θα περιμένουμε περισσότερη έρευνα επ' αυτού.

 

Και θεωρώ ότι θα παρακολουθήσουμε την επίπτωση που έχει το άνοιγμα αυτό στην πορεία της επιδημίας.Έτσι, όπως και τα άλλα μέτρα. Δεν είναι μόνο τα παιδιά. Είναι ένα σωρό άλλα μέτρα. Ούτε είναι η εύκολη λύση, το όπως τα κλείσαμε, τα ξανανοίγουμε, με την ανάποδη σειρά. Ούτε έτσι είναι.


Τώρα ξέρουμε περισσότερα, είμαστε πιο επιφυλακτικοί, έχουμε δει την επικινδυνότητα του ιού. Ευτυχώς, όχι τόσο πολύ στη χώρα μας. Και στη χώρα μας, αλλά όχι τόσο πολύ. Ξέρετε τι είναι να έχετε 473 θανάτους σε μια μέρα και να είσαι το Ηνωμένο Βασίλειο, το περήφανο Ηνωμένο Βασίλειο; Και η Ελλάδα να έχει έναν θάνατο; Για συγκρίνετε τα νούμερα.


Δεν το λέω για να είμαστε περήφανοι. Θρηνούμε κι εμείς, είμαστε συνάνθρωποί τους. Αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να πάρουμε κάποια μέτρα για το άνοιγμα της κοινωνίας. Ένα από αυτά τα μέτρα είναι και το άνοιγμα των σχολείων. Με προσοχή. Με παρακολούθηση του Ρ, με μέγιστη επιφύλαξη για την υγεία των παιδιών μας και όλων μας.


Πολύ περισσότερο σημαντικό η επαφή των παιδιών, όπως ακούσατε και χτες, με ευπαθείς ομάδες στον οικογενειακό τους περίγυρο. Αυτό μας απασχολεί.


Άρα, μια ασθένεια που μεταδίδεται στο σχολείο, μας ενδιαφέρει να μη μεταδοθεί στον παππού και στη γιαγιά του παιδιού. Άρα τα μέτρα εκεί, η επαγρύπνηση, είναι ακόμα πιο σοβαρή, ακόμα πιο ισχυρή η σύσταση εκεί να υπάρχει επαγρύπνηση.


Και έχουμε πει, μάλιστα, ότι εάν ένα παιδάκι έχει στον κοινωνικό του περίγυρο άτομο που ανήκει σε ευπαθή ομάδα, να έχει δικαίωμα ο μπαμπάς του ή η μαμά του να υπογράψουν μια δήλωση που να λένε "έχουμε ευπαθή ομάδα στον κοινωνικό μας περίγυρο", χωρίς να λένε ποια είναι αυτή, χωρίς να λένε ποιο είναι αυτό το άτομο. Με απόλυτο σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα. Και να έχει την επιλογή να μην πάει στο σχολείο. Δηλαδή, τι άλλο περισσότερο πρέπει να κάνουμε;»

 

«Παρακολουθώ με αγωνία την ιστορία στη Γερμανία. Δεν ξέρω αν την έχετε δει στα μέσα. Επανέρχεται σταδιακά το Ρ τους προς τα επάνω. Αυτοί πήραν κάποια μέτρα χαλάρωσης, ήραν κάποια μέτρα πριν από λίγες ημέρες και λένε ότι θα περιμένουν δύο εβδομάδες για να δούνε προς τα πού θα πάει το πράγμα.


Εμείς έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε το Ρ. Εάν δεν δούμε τέτοια σταδιακή άνοδο του Ρ, φυσικά και τα πρώτα μέτρα που θα επανέλθουν θα είναι τα μέτρα που αφορούν τις μαζικές συγκεντρώσεις ή το λιανεμπόριο.


Δεν έχουμε κάποιο συγκεκριμένο πλάνο αυτήν τη στιγμή, αλλά οπωσδήποτε το Ρ0 θα μας καθοδηγήσει. Όπως επίσης και τα στοιχεία των τοπικών επιδημιών, τα οποία ήταν πάρα πολύ σημαντικά σε αυτήν τη φάση.


Παραδείγματος χάριν, η απόκριση στην επιδημία δεν είναι συνολική, είναι σε πολλές της διαστάσεις τοπική. Άρα, μια τοπική διασπορά άνω του αναμενομένου σε μια περιοχή της πατρίδας μας, θα οδηγήσει πιθανώς σε ένα lockdown σε αυτή την περιοχή και μόνο.


Άρα θέλει προσοχή. Κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται πάρα πολύ ειδικά με το θέμα της άρσης των μέτρων –πείραμα είναι και εξακολουθεί να είναι– μιλάνε για πράσινες ζώνες. Κάποιες χώρες οι οποίες έχουν προηγμένη φιλοσοφία στο πώς αντιμετωπίζονται αυτά τα πράγματα, στρατιωτικού τύπου φιλοσοφία.


Θεωρώ ότι θα υπάρχουν ζώνες οι οποίες θα είναι πιο ελεύθερες από τη νόσο και ζώνες στις οποίες θα υπάρχει η ανάγκη για επαγρύπνηση, για μια περαιτέρω παρέμβαση.


Αυτό νομίζω θα γίνει περισσότερο, παρά μια καθολική επαναφορά κάποιων μέτρων».

 

2/5

«... Τα δεδομένα των Γερμανών δεν μειώνουν αυτό που είπα και επανειλημμένα έχω τονίσει. Βγήκαν κι άλλα δεδομένα και από την Ιταλία, ότι η νόσος είναι εξαιρετικά ήπια στα μικρά παιδιά. Αυτό είναι το πρώτο, νομίζω, σημαντικό μήνυμα που πρέπει να μας μείνει.


Το δεύτερο, το κατά πόσο τα μικρά παιδιά μεταδίδουν τη νόσο στον οικογενειακό τους περίγυρο ή σε ευπαθείς ομάδες στον οικογενειακό τους περίγυρο, δεν έχει ξεκαθαριστεί εντελώς.


Και φαίνεται ότι όταν νοσούν τα παιδιά –αυτό είναι η μελέτη της Γερμανίας, στην οποία αναφέρεται η δημοσιογράφος– έχουν περίπου ίδιες ποσότητες ιικού φορτίου. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να βγάλουμε συμπεράσματα και κρατάμε μια μετριοπαθή και σοβαρή στάση σε αυτές τις μελέτες προς το παρόν.


Τώρα, το γιατί η Γερμανία αναστέλλει το άνοιγμα των σχολείων, είναι άλλη περίπτωση. Κάθε χώρα πορεύεται ανάλογα με τα δεδομένα της. Ξέρετε, η Γερμανία έχει και ένα προηγμένο σύστημα υγείας, έχει έναν πολύ εκτεταμένο εργαστηριακό έλεγχο. Δεν έχει όμως δεδομένα όπως τα δικά μας, που αφορούν τη θνητότητα για παράδειγμα, εμείς μετέχουμε στο ευρωπαϊκό δίκτυο με πλήρη καταγραφή των θανάτων.


Δεν έχει καθολική κάλυψη των ΜΕΘ και των θανάτων από κορωνοϊό, όπως έχουμε εμείς, τα οποία είναι πολύ ισχυροί δείκτες της παρακολούθησης της επιδημίας σε μια χώρα.


Και μάλιστα, αν δει κανείς και συγκρίνει τις δύο χώρες από πλευράς θανάτων, που εκεί ξέρουμε ότι δεν καταγράφονται συνολικά όπως σ' εμάς, θα δει ότι η Γερμανία έχει 8 φορές περίπου παραπάνω θανάτους ανά 100.000 πληθυσμού. Καταλαβαίνετε τι κατόρθωμα είναι αυτό από την πατρίδα μας, σε σχέση με έναν κολοσσό, παγκόσμιο κολοσσό σε όλα τα επίπεδα...»


«... Ο πληθυσμός των παιδιών κινδυνεύει λιγότερο από τη νόσο, αυτό είναι σαφές. Επίσης, για να αποφύγουμε περιστατικά επαφής των παιδιών με ευπαθείς ομάδες στον πληθυσμό, έχουμε μια ευέλικτη διαδικασία, η οποία τους επιτρέπει ακόμα και να μην πάνε σχολείο, να παρακολουθήσουν εξ αποστάσεως, να μην εκθέσουν τις ευπαθείς ομάδες.


Είναι ένα πολύ λογικό πλάνο, σε αντιστοιχία με πλάνα άλλων χωρών που είχαν χειρότερα δεδομένα από εμάς και θα το δούμε. Ξεκινήσαμε, μάλιστα, από ομάδες του πληθυσμού, όχι από μικρά παιδιά, όπως άλλες χώρες, οι οποίες μπορούν να τηρήσουν ακόμα καλύτερα τις συνθήκες υγιεινής, τα μεγαλύτερα παιδιά.


Θέλει πάρα πολλή προσοχή, θέλει επιφυλακτικότητα, συμφωνώ. Δεν υπάρχει κίνηση χωρίς ρίσκο. Νομίζω σ' εμένα είναι σαφές, νομίζω το καταλαβαίνουν και οι περισσότεροι, ακούν και τα επιστημονικά επιχειρήματα από τη μία και την άλλη πλευρά».