Σε έναν πόλεμο δίχως νικητές, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φαίνεται να αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο χαμένο, καθώς οδηγείται σε μια εύθραυστη και ασαφή κατάπαυση του πυρός με το Ιράν, γράφει ο εξέχων ανταποκριτής της Guardian Πίτερ Μπόμοντ.
Μετά από χρόνια απειλών, επικοινωνιακών τεχνασμάτων στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και αμφιλεγόμενων φακέλων που παρουσιάζονταν διαρκώς στα διεθνή μέσα, αλλά και μετά από την εξαντλητική διπλωματική πίεση προς διαδοχικούς προέδρους των ΗΠΑ για μια πολεμική αναμέτρηση με την Τεχεράνη, ο πόλεμος του Μπενιαμίν Νετανιάχου κατέληξε σε φιάσκο.
Η εκτίμηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ότι οι ισραηλινές προβλέψεις για ανατροπή του καθεστώτος και επανάσταση στο Ιράν ήταν «φαιδρές», αποδείχθηκε ορθή. Η ισραηλινή εκτίμηση ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε το πολύ μερικές ημέρες ή, στη χειρότερη περίπτωση, λίγες εβδομάδες, απεδείχθη απολύτως λανθασμένη.
Ακόμη και προχθές, σύμφωνα με το ισραηλινό Channel 12, ο Νετανιάχου πίεζε τον Ντόναλντ Τραμπ να μη δεχθεί την κατάπαυση του πυρός. Ο Αμερικανός πρόεδρος, αφού εξέδωσε για ένα εικοσιτετράωρο απειλές περί «γενοκτονίας» προς την Τεχεράνη, τελικά υπαναχώρησε, παραμερίζοντας —σύμφωνα με ορισμένες πηγές— το Ισραήλ από τις τελικές διαβουλεύσεις.
Ακόμη και προχθές, ο Νετανιάχου πίεζε τον Ντόναλντ Τραμπ να μη δεχθεί την κατάπαυση του πυρός. Ο Αμερικανός πρόεδρος, αφού εξέδωσε για ένα εικοσιτετράωρο απειλές περί «γενοκτονίας» προς την Τεχεράνη, τελικά υπαναχώρησε, παραμερίζοντας —σύμφωνα με ορισμένες πηγές— το Ισραήλ από τις τελικές διαβουλεύσεις.
«Δεν έχει υπάρξει ξανά τέτοια πολιτική καταστροφή στην ιστορία μας. Το Ισραήλ δεν βρισκόταν καν στο τραπέζι όταν ελήφθησαν οι αποφάσεις που αφορούν τον σκληρό πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας», έγραψε στο X ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ.
«Ο στρατός εξετέλεσε όσα του ζητήθηκαν και η κοινωνία επέδειξε εντυπωσιακή ανθεκτικότητα, όμως ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά και στρατηγικά, χωρίς να επιτύχει ούτε έναν από τους στόχους που ο ίδιος έθεσε. Θα χρειαστούν χρόνια για να επουλωθεί η πολιτική και στρατηγική ζημιά που προκάλεσε ο Νετανιάχου λόγω αλαζονείας, αμέλειας και έλλειψης σχεδιασμού».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, χαρακτήρισε την εκεχειρία «στρατηγική ήττα». «Υποσχέθηκε ιστορική νίκη και ασφάλεια για γενιές, και τελικά παραδίδει μία από τις σοβαρότερες στρατηγικές αποτυχίες στην ιστορία του Ισραήλ», ανέφερε. «Πρόκειται για μια πανωλεθρία που υπονομεύει την ασφάλεια της χώρας για τα επόμενα χρόνια».
Η αλήθεια είναι ότι ο Νετανιάχου πόνταρε τα πάντα σε αυτόν τον πόλεμο. Αποτυγχάνοντας όμως να προκαλέσει την πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος, να κατασχέσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου ή να επιφέρει ουσιαστική αποδυνάμωση του ιρανικού κράτους, το διεθνές κύρος του Ισραήλ δέχθηκε νέο πλήγμα — έχοντας ήδη αμαυρωθεί από τις επιχειρήσεις στη Γάζα, για τις οποίες κατηγορείται για γενοκτονία.
Στο πεδίο της ασφάλειας, παρά τους ισχυρισμούς Τραμπ, η ισχύς των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) ενισχύθηκε, καθώς η Τεχεράνη πέτυχε τον βασικό της στόχο: να επιβιώσει από μια σφοδρή επίθεση ενός μηνός δύο εκ των ισχυρότερων στρατών του κόσμου. Το καθεστώς βγαίνει λαβωμένο αλλά όρθιο, διατηρώντας σημαντικά στρατιωτικά μέσα και αναζητώντας πλέον ευκαιρίες για ταχύ επανεξοπλισμό και αντίποινα.
Ταυτόχρονα, η επιμονή του Νετανιάχου να συνεχίζει τις επιθέσεις στον νότιο Λίβανο φαντάζει αλαζονική. Η πρόθεσή του να επιβάλει μια νέα ζώνη ασφαλείας φέρνει τις ισραηλινές δυνάμεις σε άμεση χερσαία σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ, η οποία παραδοσιακά υπερέχει στον πόλεμο εντός της επικράτειάς της. Υπό αυτό το πρίσμα, οι φρικτές αεροπορικές επιδρομές στον Λίβανο μοιάζουν περισσότερο με μια εκδικητική πράξη, ως αντιστάθμισμα για την αποτυχία στο μέτωπο του Ιράν.
Οι διπλωματικές συνέπειες αναμένονται ακόμη σοβαρότερες. Στις ΗΠΑ, η πολιτική συναίνεση υπέρ του Ισραήλ που κρατούσε από τη δεκαετία του '60 καταρρέει. Η πίεση του Ισραήλ προς τον Τραμπ για πόλεμο επικρίνεται πλέον τόσο από την προοδευτική πτέρυγα όσο και από την άκρα δεξιά του κινήματος MAGA, ενώ η υποστήριξη προς το Ισραήλ καταγράφει ιστορικά χαμηλά ακόμη και μεταξύ των Εβραίων ψηφοφόρων.
Στο εσωτερικό μέτωπο, σε μια εκλογική χρονιά, ο Νετανιάχου εξέρχεται από τη σύγκρουση χωρίς να έχει εκπληρώσει τις βασικές του υποσχέσεις. Παρά τη συνήθη κυνική του τακτική να παρουσιάζει εφήμερες επιτυχίες ως θριάμβους, οι Ισραηλινοί αντιλαμβάνονται ότι η «υπαρξιακή απειλή» παραμένει ως είχε.
Ο Αλί Χαμενεΐ μπορεί να μην είναι πλέον στη ζωή, όμως τον διαδέχθηκε ο σκληροπυρηνικός γιος του. Αντί για το οριστικό κλείσιμο του πυρηνικού προγράμματος, το σχέδιο 10 σημείων που ο Τραμπ θεωρεί βάση διαπραγμάτευσης φαίνεται να αναγνωρίζει το δικαίωμα του Ιράν στον εμπλουτισμό ουρανίου — παρά τις διαψεύσεις του Αμερικανού προέδρου. Προς το παρόν, το πλαίσιο των συνομιλιών θυμίζει περισσότερο τη συμφωνία Ομπάμα (την οποία ο Νετανιάχου πολέμησε λυσσαλέα), παρά μια νέα, ευνοϊκότερη πραγματικότητα.
Για αναλυτές όπως ο Άμος Χαρέλ της Haaretz, η αποτυχία ήταν ενσωματωμένη στον ίδιο τον σχεδιασμό. «Αναδείχθηκαν όλες οι παθογένειες: η τάση για ρίσκο με βάση ευσεβείς πόθους, τα πρόχειρα σχέδια, η περιφρόνηση προς τους ειδικούς και η επιθετική πίεση για την υποταγή των υπηρεσιών στις επιθυμίες της πολιτικής ηγεσίας», επισημαίνει.
Είναι πλέον σαφές ότι αυτή η σύγκρουση ήταν μια μοναδική ευκαιρία για το Ισραήλ να επιχειρήσει σε τέτοια κλίμακα με την πλήρη κάλυψη των ΗΠΑ. Μια παρόμοια συγκυρία δύσκολα θα επαναληφθεί. Ο Τραμπ δίστασε στην κορύφωση της κλιμάκωσης, αρνούμενος την αποστολή χερσαίων δυνάμεων λόγω του πολιτικού κόστους και των επιπτώσεων στην παγκόσμια οικονομία.
Ο Νετανιάχου πήρε τον πόλεμο που ζητούσε επί χρόνια, τον είδε να αποτυγχάνει και είναι απίθανο να έχει δεύτερη ευκαιρία. Εφόσον αυτό ήταν το βασικό πολιτικό του «προϊόν» για δεκαετίες, το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο: ποιος είναι πλέον ο λόγος ύπαρξής του στην εξουσία;
«Είναι η τέταρτη συνεχόμενη φορά —σε Γάζα, Λίβανο και δύο φορές στο Ιράν— που οι κομπασμοί του για "απόλυτη νίκη" αποδεικνύονται κούφιες υποσχέσεις», καταλήγει ο Χαρέλ.
Με στοιχεία από την Guardian