«Είναι το τέλος της ελληνικής κρίσης, η Ελλάδα γυρίζει σελίδα και έχει όλα τα συστατικά για πρόσβαση στις αγορές και ενίσχυση της ανάπτυξης» επισήμανε σε συνέντευξη Τύπου μετά τη συμφωνία του Eurogroup ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, ενώ ο Πιερ Μοσκοβισί έσπευσε να δηλώσει πως «η ελληνική κρίση τελειώνει εδώ, απόψε».

 

Η αντιπολίτευση, με τη σειρά της, δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία της κυβέρνησης, με τη Νέα Δημοκρατία να κάνει λόγο για 4ο μνημόνιο. 

 

Την ίδια ώρα ο διεθνής Τύπος εμφανίζεται πιο συγκρατημένος, με τους «Financial Times» να τονίζουν ότι η συμφωνία αποκρύπτει την πραγματικότητα, καθώς η οικονομική κηδεμονία της Ελλάδας θα συνεχιστεί και μετά το καλοκαίρι.

 

Πρόκειται για μια συμφωνία που κινείται εντός των ρεαλιστικών προσδοκιών που είχαμε. Μη φανταστείτε ότι έχει τη διάσταση της θριαμβευτικής εξόδου από τη μνημονιακή περίοδο, πλην όμως δίνει μια περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, αντίστοιχη με αυτήν που είχαμε πάρει πριν από περίπου δύο χρόνια και τότε είχε να κάνει με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα

 

Στα «γκρίζα» σημεία της συμφωνίας συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, τόσο το ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων (σ.σ. η Ελλάδα θα πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060) όσο και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους αλλά και το πώς ακριβώς θα καθορίζεται αυτό το περιβόητο μεταμνημονιακό πλαίσιο εποπτείας της χώρας.

 

Πάντως, η Ελλάδα θα λάβει δόση ύψους 15 δισ., εκ των οποίων 3,3 δισ. θα χρησιμοποιηθούν για αποπληρωμή μέρους του χρέους προς ΔΝΤ και ΕΚΤ και για τη δημιουργία «μαξιλαριού» ρευστότητας ύψους 24,1 δισ., που θα εξασφαλίζει τη χώρα έναντι των αγορών για 22 μήνες.

 

Καλή ή κακή, είναι μια συμφωνία-ορόσημο για την Ελλάδα, αφού σηματοδοτεί το τέλος των προγραμμάτων βοήθειας μετά από σχεδόν δέκα ολόκληρα χρόνια. Σε αυτό συμφωνεί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που κάνει λόγο για ένα «νέο κεφάλαιο για την Ελλάδα».

 

 

Για να διαπιστώσουμε, όμως, τι ακριβώς σημαίνει αυτή η συμφωνία και αν όντως φέρνει το τέλος της κρίσης όπως διατείνονται αρκετοί, εντός και εκτός Ελλάδας, επικοινωνήσαμε με τον καθηγητή του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιώτη Πετράκη και του θέσαμε ορισμένες ερωτήσεις. 

 

—Με βάση τη συμφωνία του Eurogroup, μπορούμε να μιλάμε όντως για το τέλος της κρίσης;

Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι είναι ένα βήμα προς την επιστροφή στην κανονικότητα. Η κρίση είχε δύο διαστάσεις: το ένα ήταν το χρέος και το άλλο ήταν η προβληματική παραγωγική συγκρότηση, η οποία δημιουργούσε προβλήματα.

 

Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είναι κάτι το οποίο δεν το έχουμε λύσει. Μπορεί να υπάρχει κάποια μικρή πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ακόμα είναι εν εξελίξει. Με την έννοια, όμως, της ολοκλήρωσης των υποχρεώσεών μας απέναντι στις μνημονιακές δεσμεύσεις είναι ξεκάθαρο πως μιλάμε για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.


—Μπορείτε να μας εξηγήσετε με δυο λόγια τι ακριβώς προβλέπει αυτή η συμφωνία;

Πρόκειται για μια συμφωνία που κινείται εντός των ρεαλιστικών προσδοκιών που είχαμε. Μη φανταστείτε ότι έχει τη διάσταση της θριαμβευτικής εξόδου από τη μνημονιακή περίοδο, πλην όμως δίνει μια περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, αντίστοιχη με αυτήν που είχαμε πάρει πριν από περίπου δύο χρόνια και τότε είχε να κάνει με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα.

 

Σε όρους «καθαρής» αξίας, πάντως, όχι υποχρεώσεων ή πληρωμών του χρέους, είναι κάτι θετικό. Περιλαμβάνει, επίσης, μια ξεκάθαρη μνημονιακή υποχρέωση επιτήρησης και, το σημαντικότερο, τη διατήρηση πολύ υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

 

Αυτό είναι κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στην παγκόσμια Ιστορία και αμφιβάλλω αν θα συμβεί οπουδήποτε αλλού. Είναι ένα θέμα που μας προβληματίζει, διότι τα πάντα εξαρτώνται αυτό. Για να καταλάβετε, και 20 χρόνια να έδιναν επιμήκυνση στο χρέος, δεν θα είχε τόση σημασία όση το ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων.


—Άρα η συμφωνία για πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% από το 2023 έως το 2060 είναι μάλλον υπερβολικά αισιόδοξη...

Ναι. Ανήκει στη σφαίρα της αισιόδοξης φαντασίας και εκεί θα παραμείνει. Τώρα, τι θα συμβεί στο μέλλον δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, αλλά είμαστε πολύ μακριά από αυτό.

 

Εμένα με απασχολεί περισσότερο τι θα γίνει μέχρι το 2022. Πρέπει να ξέρουμε ότι η επίτευξη του στόχου του 3,5% είναι, επίσης, υπό συζήτηση.

 

Άρα θα πρέπει να παρακολουθούμε με πολύ μεγάλη προσοχή πώς θα διαμορφωθούν οι μεταβλητές ως προς αυτή την περίοδο. Είμαι λίγο επιφυλακτικός, αλλά, τέλος πάντων, εδώ θα είμαστε και θα το παρακολουθούμε. 

 

—Επίσης, η συμφωνία αυτή εξασφαλίζει τη μεσοπρόθεσμη και όχι τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους, έτσι δεν είναι;

Είναι σαφές αυτό. Για μια δεκαετία μπορούμε να πούμε ότι χρέος είναι βιώσιμο. Από κει και πέρα, θα πρέπει να το ξαναδούμε. Αυτό, βέβαια, επιτρέπει κάποιες εξόδους στις αγορές με ομόλογα χαμηλότερης διάρκειας, αλλά το πρόβλημα παραμένει και, ως εκ τούτου, κάποιοι προβληματισμοί.


—Η συμφωνία αυτή θα βοηθήσει, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, στον τομέα της ανάπτυξης; Θα βελτιώσει, δηλαδή, κάπως το κλίμα;

Είναι λίγο συζητήσιμο αυτό γιατί μιλάμε για μια μελλοντική περίοδο στην οποία θα παίξουν ρόλο κι άλλοι παράγοντες. Εγώ θα έλεγα ότι αυτή η υπερβολική αυστηρότητα έχει μάλλον αρνητικό παρά θετικό πρόσημο.

 

Δηλαδή, δεν μιλάμε ουσιαστικά για ένα ζήτημα διαχείρισης που επαφίεται στους χειρισμούς του καθενός αλλά για ένα πάρα πολύ στενό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινείται η χώρα. Ένα πλαίσιο υπερβολικό, έξω απ' ό,τι θα περίμενε ένας άνθρωπος που σχεδιάζει με φυσιολογικό τρόπο την οικονομική ανάπτυξη.

 

Τα μεγέθη είναι πολύ μεγάλα (σ.σ. εννοεί τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα κτλ). Εγώ δεν θα τα έβαζα σε χαρτί και δεν θα ζητούσα από κάποια κυβέρνηση να τα τηρήσει. Δεν καταλαβαίνω πώς αυτοί οι άνθρωποι κάνουν κάτι τέτοιο.