Οι φοιτητικές εκδηλώσεις, διστακτικές το '71, μαζικότερες την επόμενη χρονιά, έπαιρναν τώρα εκρηκτικές διαστάσεις.
Οι φοιτητικές εκδηλώσεις, διστακτικές το '71, μαζικότερες την επόμενη χρονιά, έπαιρναν τώρα εκρηκτικές διαστάσεις.

 

Υπήρξε μια εποχή που το να σφυρίζεις έναν απαγορευμένο σκοπό του Μίκη Θεοδωράκη ή ένα περιφρονημένο ρεμπέτικο τραγούδι λειτουργούσε ως σύνθημα γνωριμίας, δηλώνοντας υπόκωφη αντίδραση, ελπίδα, συνενοχή. Ήταν η εποχή που η Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών ασφυκτιούσε μέσα στον γύψο, εφημερίδες σαν την «Καθημερινή», τη «Μεσημβρινή», τη «Δημοκρατική Αλλαγή» και την «Αυγή» δεν εκδίδονταν πλέον και τα βιβλία περνούσαν από προληπτική λογοκρισία, ώστε να μη μολύνεται κανείς από κείμενα «αντεθνικά» ή «ανήθικα».


Ωστόσο, ο Νοέμβριος του '73 δεν ήταν ίδιος μ' εκείνον του '67. Η διπλωματική απομόνωση της χούντας ανήκε στο παρελθόν, οι εκτοπίσεις είχαν σταματήσει, τα βιβλιοπωλεία διέθεταν μαρξιστικά βιβλία και το πολιτικό τραγούδι κυριαρχούσε όπως τα τζάκετ, τα γένια και τα μπλουτζίν. Οι φοιτητικές εκδηλώσεις, διστακτικές το '71, μαζικότερες την επόμενη χρονιά, έπαιρναν τώρα εκρηκτικές διαστάσεις. Η χώρα βίωνε το πείραμα της «φιλελευθεροποίησης». Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είχε καταργήσει αιφνιδιαστικά τη μοναρχία, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και στον πρωθυπουργικό θώκο βρισκόταν ο Σπύρος Μαρκεζίνης.


Λίγο πριν κλειστούν οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, καλώντας τον λαό να εξεγερθεί («Απόψε είναι η νύχτα μας, απόψε η χούντα καταρρέει»), ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Σπύρος Ζουρνατζής δήλωνε επισήμως πως ο Θεοδωράκης επιτρέπεται – για την ακρίβεια, σαράντα τραγούδια της προ-απριλιανής περιόδου, καθώς και τα πιο πρόσφατα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. «Είπε –λέει– ο κ. υφυπουργός: να υποβληθούν αιτήσεις και για τα άλλα, κι εδώ είμαστε...», όπως θα γράψουν οι «Ωτοβλεψίες» των «Νέων».

 

Η ζωή, όμως, συνεχιζόταν και εκτός πλατείας και σκηνής. Το ίδιο και τα προβλήματα του θεατρικού κλάδου. Όσα απ' αυτά χρήζουν «μακρόπνοου αντιμετωπίσεως θα συμπεριληφθούν στο προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματός μου» υπόσχεται ο Σπύρος Μαρκεζίνης σε συνάντησή του με εκπροσώπους του χώρου, λίγο πριν ποζάρει χαμογελαστός ανάμεσα στις «ωραίες του θεάτρου» Αλίκη Βουγιουκλάκη και Τζένη Καρέζη.


Η υπόθεση σερνόταν για καιρό, καθώς ήδη από τον Οκτώβριο του '72 μια πλειάδα μουσικών και στιχουργών, ανάμεσά τους οι Μ. Χατζιδάκις, Ν. Γκάτσος, Μ. Λοΐζος, Απ. Καλδάρας, Στ. Ξαρχάκος, Χρ. Λεοντής, Λ. Κηλαηδόνης, Πυθαγόρας και Γ. Κατσαρός, είχαν απευθύνει δημόσια έκκληση στο καθεστώς να ελευθερώσει τη μουσική του διάσημου συναδέλφου τους. Τώρα πια η «Λύρα» μπορούσε να δημοσιεύει καταχωρίσεις όχι μόνο για τα «Λιανοτράγουδα» αλλά και για το «Ένας όμηρος» και τις «Μικρές Κυκλάδες», ενώ και οι εκδόσεις Πλειάς διαφήμιζαν στον Τύπο το Καφενείο «Εμιγκρέκ», τον «πρώτο Βασιλικό από το 1967».


Ποια ήταν η καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας εκείνες τις μέρες που η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι; Τι παιζόταν στα θέατρα; Ποιες ταινίες έκοβαν εισιτήρια και ποιες είχαν χειροκροτηθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου; Τι είδους ειδήσεις προβάλλονταν και ποιοι σταρ απασχολούσαν τα πρωτοσέλιδα; Τι μερίδιο αντιστοιχούσε στην «κουλτούρα» και τι στα «κουτσομπολιά»; Τι εικόνες θ' αντικρίζαμε, αν επιχειρούσαμε ένα ταξίδι προς τα πίσω;


Θα βλέπαμε τη Δανάη, στον απόηχο της δολοφονίας του Αλιέντε, να προσφέρει τρεις απανωτές βραδιές μυσταγωγίας στο Κύτταρο, ερμηνεύοντας Νερούδα, όπως και τους Πέτρο Φυσσούν και Κάρολο Κουν να διεκδικούν ταυτόχρονα τα δικαιώματα του μοναδικού θεατρικού έργου του σπουδαίου Χιλιανού (Δόξα και θάνατος του Χοακίν Μουριέτα). Θα βλέπαμε τον Γιώργο Λαζάνη να δίνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς στη σάτιρα του Γιώργου Σκούρτη Ο Καραγκιόζης παραλίγο Βεζύρης σε ένα Θέατρο Τέχνης φίσκα στους μπάτσους και τους μυστικούς. Κι ακόμα, θα βλέπαμε τον Δήμο Μούτση να εγκαινιάζει σειρά συναυλιών στον Ζυγό σε μελοποιημένη ποίηση Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσου και Μάνου Ελευθερίου και χίλιους θεατές ν' αποθεώνουν την «ποιοτική στροφή» της Βίκυς Μοσχολιού.

 

Ο Δήμος Μούτσης με τη Βίκυ Μοσχολιού στον Ζυγό.
Ο Δήμος Μούτσης με τη Βίκυ Μοσχολιού στον Ζυγό.


Τα τελευταία χρόνια της χούντας, τα τραγούδια, μ' ένα σύγχρονο λαϊκό ιδίωμα πάνω σε στίχους καταξιωμένων ποιητών, γνώριζαν δόξες. «Οι ποιητές μας και οι συνθέτες μας: ποιος κερδίζει από τους "γάμους";» αναρωτιόταν ο «Ταχυδρόμος» λίγο πριν εκπνεύσει το '73. Αντίστοιχη απήχηση, όμως, είχαν κι εκείνα που συνδύαζαν την ποπ κουλτούρα με παραδοσιακούς ήχους (βλ. Μαρκόπουλος, Χάλαρης, Σαββόπουλος, Ξαρχάκος). Όσο μικρές κι αν ήταν οι πλακιώτικες μπουάτ, το αίσθημα που ξεχείλιζε από αυτές σε συνέπαιρνε. Στις 5 Νοεμβρίου η «Λήδα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, πασίγνωστο στέκι αριστερών διανοουμένων, σφραγίζεται. Λόγω «σοβαρών αταξιών» οφείλει να παραμείνει κλειστή για ένα δεκαήμερο. Η αστυνομία θεωρεί πως η δημόσια τάξη και ασφάλεια απειλείται από την Ιωάννα Καρυστιάνη. Από τις πιο φωτεινές κι ατρόμητες μορφές του φοιτητικού κινήματος, η νεαρή πρόεδρος της Φοιτητικής Ενώσεως Κρητών είχε εκφωνήσει «εμπρηστικό λόγο» στην πρόβα τζενεράλε του συγκροτήματος ενώπιον διακοσίων νεαρών, παρακινώντας τους να διαδηλώσουν...

 

Εκείνες τις μέρες, έπειτα από εξάχρονη απαγόρευση, μπορούσε να δει κανείς στην Αλκυονίδα το πολιτικό ντοκιμαντέρ της Λίλας Κουρκουλάκου Ελευθέριος Βενιζέλος καθώς και δύο ταινίες από το τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: τον Μεγάλο Ερωτικό, όπου ο Παντελής Βούλγαρης εικονογραφούσε ποιητικά την ομώνυμη σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι, και τον Ιωάννη τον βίαιο, το ψυχογράφημα ενός μοναχικού και σε πλήρη σύγχυση ατόμου που καταλήγει φονιάς, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Τώνιας Μαρκετάκη. Το Άσπρο-Μαύρο, αντίθετα, των Θανάση Ρεντζή-Νίκου Ζερβού, έργο που αποδείχτηκε προφητικό ως προς την εξέλιξη των φοιτητικών γεγονότων και είχε επίσης διαγωνιστεί στη Θεσσαλονίκη, σκόνταφτε στη λογοκρισία.

 

Σκηνή από τον Βάλτο του Ντίνου Δημόπουλου
Σκηνή από τον Βάλτο του Ντίνου Δημόπουλου


Στο 14ο στη σειρά Φεστιβάλ, ο εθνικοπατριωτικός κινηματογράφος του Τζέιμς Πάρις ήταν επιτέλους απών. Απόντες και παραγωγοί σαν τον Κώστα Καραγιάννη ή τον Κλέαρχο Κονιτσιώτη. Μοναδικό απομεινάρι του πάλαι ποτέ ένδοξου εμπορικού σινεμά ο Βάλτος, μια παραγωγή της Φίνος Φιλμ σκηνοθετημένη από τον Ντίνο Δημόπουλο, η προβολή της οποίας είχε εξοργίσει τον εξώστη. Κυρίαρχος του παιχνιδιού ήταν πια ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος (με έργα των Αριστόπουλου, Τάσσιου και Μαραγκού) και το νεανικό κοινό έδινε ρέστα για οτιδήποτε άμεσα πολιτικό και κραυγαλέο.


«Είναι αδύνατον ν' απαριθμήσουμε τη βροχή από φωτογραφίες πεινασμένων παιδιών της Μπιάφρα και θυμάτων του Βιετνάμ που είδαμε στις ταινίες όχι μόνο μικρού μήκους αλλά και μεγάλου, όπως π.χ. ακόμα και στην κατά τα υπόλοιπα έντονου σεξουαλικού ενδιαφέροντος ταινία του κ. Φαίδωνα Γεωργίτση» γράφει η Νατάσα Μπακογιαννοπούλου στη «Γυναίκα», εξοργισμένη τόσο από τη «φτηνή δημαγωγία» ορισμένων σκηνοθετών όσο και από τα «παραληρήματα» του εξώστη. Όλα τότε, όμως, είχαν ή έπαιρναν πολιτική χροιά. Η έκθεση με την οποία τερματιζόταν η επτάχρονη απουσία του Μίνωα Αργυράκη από την καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας ήταν εμπνευσμένη από τα «Λιανοτράγουδα» και από τον Μάη του '68. Στο δε Ακροπόλ, το πανηγύρι που είχε ξεκινήσει το καλοκαίρι στο Αθήναιον θεωρούνταν η πιο must παράσταση της σεζόν. Ο λόγος για το Μεγάλο μας τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, μια αλυσίδα από ευτράπελα επεισόδια της ελληνικής Ιστορίας που ζωντάνευαν από τον θίασο της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου, με συμμάχους τους Σταύρο Ξαρχάκο, Νίκο Ξυλούρη και Ευγένιο Σπαθάρη.

 

Κώστας Καζάκος, Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης σύμμαχοι στο "Μεγάλος μας Τσίρκο".
Κώστας Καζάκος, Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης σύμμαχοι στο "Μεγάλος μας Τσίρκο".

 

Η ζωή, όμως, συνεχιζόταν και εκτός πλατείας και σκηνής. Το ίδιο και τα προβλήματα του θεατρικού κλάδου. Όσα απ' αυτά χρήζουν «μακρόπνοου αντιμετωπίσεως θα συμπεριληφθούν στο προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματός μου» υπόσχεται ο Σπύρος Μαρκεζίνης σε συνάντησή του με εκπροσώπους του χώρου (Κρίτας, Κούρκουλος, Μουσούρης, Μυράτ κ.ά.), λίγο πριν ποζάρει χαμογελαστός ανάμεσα στις «ωραίες του θεάτρου» Αλίκη Βουγιουκλάκη και Τζένη Καρέζη. Ήδη από το 1973 γινόταν λόγος για αθηναϊκό θεατρικό πληθωρισμό, καθώς ο αριθμός των παραστάσεων (126 έργα) είχε θεωρηθεί εκπληκτικά μεγάλος. Ο αριθμός, ωστόσο, που φαντάζει σήμερα εντυπωσιακός είναι εκείνος των νεοελληνικών έργων: 58! Τη χρονιά που πέθαινε η Κατίνα Παξινού και ξεχώριζε η ενζενί Κάτια Δανδουλάκη, τότε που οι Καλογεροπούλου-Φέρτης παρουσιάζαν Πάβελ Κόχουτ (Φτωχιέ φονιά), οι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, Σόμερσετ Μομ (Η Θεατρίνα) και οι Ληναίος-Φωτίου, Μίλαν Κούντερα (Οι Κλειδοκράτορες), το είδος που ανθούσε δεν ήταν άλλο από την επιθεώρηση.

 
Στις σελίδες θεαμάτων των εφημερίδων της 16ης Νοεμβρίου δεν θα συναντήσουμε το Κι εσύ χτενίζεσαι που παρουσίαζαν λίγους μήνες νωρίτερα στο Άλσος Παγκρατίου τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου, αλλά θα διακρίνουμε την «επίκαιρη, φαντασμαγορική» επιθεώρηση Όλα τα μασάει ο Κουταλιανός του Κ. Πρετεντέρη (με τους Φόνσου, Σταυρίδη και Μουστάκα) καθώς και τον Άνθρωπο που γύρισε από τον γύψο των Καραγιάννη-Καμπάνη (με τους Λάσκαρη και Κωνσταντάρα). Πλάι τους, την τραγική σάτιρα της Μαριέττας Ριάλδη, Ουστ, τις Εκλογές του Μποστ που είχε ανεβάσει η Σμαρούλα Γιούλη και το καυστικό Ω, τι κόσμος μπαμπά του Κώστα Μουρσελά, με το αχτύπητο δίδυμο (βλ. και το τηλεοπτικό «Εκείνος κι εκείνος») Μιχαλακόπουλου-Διαμαντόπουλου. Εκείνη τη συγκεκριμένη βραδιά, εντούτοις, και επί μία εβδομάδα, εξαιτίας των γεγονότων του Πολυτεχνείου, όλα τα θέατρα θα μείνουν κλειστά.

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο Παρίσι το 1972 ετοιμάζοντας το Canto General
Ο Μίκης Θεοδωράκης στο Παρίσι το 1972 ετοιμάζοντας το Canto General


Τον Νοέμβριο του '73 οι αναγνώστες των «Νέων» μπορούσαν να πληροφορηθούν πολλά για την πολιτιστική κίνηση στο Παρίσι, στο Λος Άντζελες, στη Μόσχα ή στο Λονδίνο, για τις τελευταίες ταινίες του Πολάνσκι και του Κιούμπρικ ή για το underground αμερικανικό σινεμά, όπως είχαν πρόσβαση και στις απόψεις διανοουμένων όπως ο Κώστας Αξελός, ο Χάινριχ Μπελ και ο Γκίντερ Γκρας. Οι αναγνώστες της «Απογευματινής», από την άλλη μεριά, από την πρώτη κιόλας σελίδα μάθαιναν την είδηση της σύλληψης του Ανδρέα Μπάρκουλη για κατοχή χασίς χάρη σε δυο «πληροφοριοδότριες» της Γενικής Ασφάλειας Πειραιά, έχοντας παράλληλα το προνόμιο της συνεχούς και αποκλειστικής ενημέρωσης γύρω από τον γάμο της χρονιάς, του Τόλη Βοσκόπουλου με τη Μαρινέλλα.

 

Ο Μπάρκουλης συλλαμβάνεται για ένα τσιγάρο χασίς και τελειώνει η καριέρα του
Ο Μπάρκουλης συλλαμβάνεται για ένα τσιγάρο χασίς και τελειώνει η καριέρα του
«Ξανθιά αγαπημένη Παναγιά»: Tόλης Βοσκόπουλος - Ζωή Λάσκαρη
«Ξανθιά αγαπημένη Παναγιά»: Tόλης Βοσκόπουλος - Ζωή Λάσκαρη


"Μια βόμβα μεγάλης... συναισθηματικής –και καλλιτεχνικής– ισχύος έσκασε στην Αθήνα και μέσα από τις φλόγες της εντυπωσιακής εκρήξεως πρόβαλε το ρομάντζο δύο διασημοτήτων του πενταγράμμου, που με διαστημική ταχύτητα καταλήγει σε λίγες μέρες στον χορό του Ησαΐα» γράφει ο Σπύρος Καρατζαφέρης, προλογίζοντας τις συνεντεύξεις του όχι μόνο με το ζεύγος αλλά και με τον «τρίτο άνθρωπο», την ξανθιά και πρώην «αγαπημένη Παναγιά», Ζωή Λάσκαρη. Θα 'ναι ο γάμος κλειστός ή ανοιχτός; Είναι έγκυρος αν γίνει στο σπίτι και όχι σε εκκλησία; Όσο ενδιαφέρεται η «Απογευματινή» κι αφιερώνει στο θέμα σεντόνια, άλλο τόσο σνομπάρουν τα «Νέα»: «Εμάς τι μας κόφτει;... Να ζήσουν οι άνθρωποι κι ευχόμεθα καλούς διαδόχους! Από κει και πέρα, όμως, όλα αυτά τα γλυκανάλατα και ρομαντικά... Το γαλλικό μάς μάρανε, το κου ντε φουντρ, πανάθεμά μας!». Εύκολα υποθέτει κανείς τι κάλυψη θα είχε το ειδύλλιο, αν υπήρχε τότε ιδιωτική τηλεόραση. Εκείνο τον Νοέμβριο, πάντως, τη μαυρόασπρη εποχή του ΕΙΡΤ και του καναλιού των Ενόπλων Δυνάμεων, οι Έλληνες μαγεύονταν από τον «Άγνωστο Πόλεμο», τον «Παράξενο Ταξιδιώτη» και τ' «Αγρίμια», υποδέχονταν τα «Παιδιά του Ζεβεδαίου», έχοντας αποχωριστεί τον «Άνθρωπο δίχως πρόσωπο» με θεαματικότητα 60%, και τα σαββατόβραδα εξακολουθούσαν να διασκεδάζουν με το μαστορακικό «Σούπερ Μπίνγκο».


Η κινηματογραφική παραγωγή ήδη στέναζε από τον ανταγωνισμό της τηλεόρασης. Στην τελευταία, πριν από την πτώση της χούντας, περίοδο του ελληνικού σινεμά, τόσο τα εισιτήρια όσο και ο αριθμός των ταινιών γνωρίζουν ύφεση. Επιτυχία της χρονιάς, με 432.000 εισιτήρια, το ιστορικό δράμα του Φίλιππου Φυλακτού Παύλος Μελάς, με πρωταγωνιστή τον Λάκη Κομνηνό. Το κοσμοπολίτικο Εσύ κι εγώ του Ερρίκου Ανδρέου με την Κορίνα Τσοπέη θα σταματήσει στα 88.000. Ασήμαντη εμπορική απήχηση είχαν και οι ταινίες του τύπου Διεστραμμένοι από τη γέννα τους, Γεννήθηκαν κολασμένες ή Στα δίχτυα της ανωμαλίας, κι ας γυρίζονταν, με ψίχουλα, αρκετές ακόμα. Αν μη τι άλλο, τον Νοέμβριο του '73 το καθεστώς έδινε το πράσινο φως ώστε να εκπροσωπηθεί η Ελλάδα στο Φεστιβάλ του Λονδίνου με τις Μέρες του '36 του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μια ταινία γυρισμένη μεσούσης της δικτατορίας, γύρω από τις δομές και τα πλέγματα που είχαν οδηγήσει σε μια άλλη δικτατορία, αυτήν του Μεταξά.

 

Ημέρες του ’36 του Αγγελόπουλου
Ημέρες του ’36 του Αγγελόπουλου

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO