Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΡΙ, ενός από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς του αγγλόφωνου κόσμου, πυκνή και μεστή στα πρώτα του βιβλία, γίνεται με τα χρόνια ολοένα και πιο τρυφερή: απόδειξη το τελευταίο του βιβλίο Χίλια Φεγγάρια (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου), που είναι ουσιαστικά η συνέχεια του Μέρες δίχως τέλος (Ίκαρος) και αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής Ινδιάνας, την οποία υιοθέτησαν, προσφέροντάς της φροντίδα και αγάπη, οι κατεξοχήν εχθροί της και ερωτικό ζευγάρι, ο Τόμας ΜακΝάλτι και ο Τζον Κόουλ.

 

«Με λένε Γουινόνα. Παλιά μ' έλεγαν Οτζιντζίντκα, που θα πει τριαντάφυλλο»: έτσι ξεκινάει το βιβλίο του πολυβραβευμένου και τρεις φορές υποψήφιου για το βραβείο Μπούκερ Ιρλανδού συγγραφέα (άλλα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι το Μακριά, πολύ μακριά από τις εκδόσεις Πόλις και η Μυστική Γραφή και το Εις γην Χαναάν από τον Καστανιώτη), το οποίο περιγράφει τη δυσκολία της μικρής Ινδιάνας να επιβιώσει και να βρει την ταυτότητά της μέσα στο χάος της μετεμφυλιακής Αμερικής.

 

Για τη νέα του ηρωίδα, τους πολέμους, τη βία αλλά και τη Χρυσή Αυγή και την αγάπη του για την Ελλάδα μίλησε στη LiFO ο Σεμπάστιαν Μπάρι σε μια αποκλειστική συνέντευξη.

 

— Έχω την αίσθηση ότι η Γουινόνα είναι ο πιο συναρπαστικός λογοτεχνικός ήρωας που έχετε δημιουργήσει μέχρι σήμερα. Πώς, αλήθεια, νιώθατε όταν τη διαμορφώνατε ως πρωταγωνίστρια, όταν της δίνατε φωνή, και μάλιστα τόσο ξεχωριστή;

Η αλήθεια είναι ότι ένιωθα σαν να συνευρισκόμουν στο δωμάτιο με ένα πολύ ήσυχο, ευγενικό και ταυτόχρονα δυνατό άτομο. Σαν να με επισκεπτόταν με αδιανόητη ηρεμία, τάξη και ευπρέπεια και να με ανάγκαζε να της συμπεριφερθώ ανάλογα. Δεν ήθελα ούτε να την προσβάλω, ούτε να την ενοχλήσω, πόσο μάλλον να την ταράξω. Νομίζω ότι εξαρχής είχε τον δικό της τρόπο και τη δική της φωνή, οπότε το μόνο που μου έμενε ήταν να σταθώ σε μια γωνιά ακίνητος και να την παρακολουθώ, ήσυχα και αθόρυβα. Να γίνω ο μάρτυράς της.

 

Ήταν μια άκρως απολαυστική και συνάμα πολύ απαιτητική εμπειρία. Ένιωθα μια τεράστια ευθύνη που γινόταν ακόμα μεγαλύτερη καθώς η Γουινόνα ανήκε σε άλλη εποχή, ενώ ταυτόχρονα ήταν διαχρονική και παράλληλα απαιτούσε τεράστια αφοσίωση και προσοχή, σαν να ήταν η μονάκριβή μου κόρη.

 

Πολλές φορές διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι που θεωρούνται περιθωριακοί, άρα για κάποιους ασήμαντοι, έχουν τις πιο αξιοσημείωτες απόψεις για την ανθρώπινη ψυχή και τις εκφάνσεις της.


— Το καλό είναι ότι η Γουινόνα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Δηλαδή, ενώ κουβαλάει πιστόλια και μαχαίρια, είναι ταυτόχρονα πολύ τρυφερή: της αρέσει να ακούει τα πουλιά, να τραγουδάει. Αλλά, τελικά, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται για κανέναν χαρακτήρα του βιβλίου, αφού ακόμα και ο κατεξοχήν εχθρός της Γουινόνα, ο Αυρήλιος Λίτλφερ, της φέρεται με σεβασμό. Μήπως, τελικά, επιμένετε στη σωκρατική άποψη ότι κανείς δεν γεννιέται κακός;

Από την εμπειρία μου, πολλές φορές διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι που θεωρούνται περιθωριακοί, άρα για κάποιους ασήμαντοι –όπως η κοινότητα των Ιρλανδών ταξιδευτών (σ.σ. πρόκειται για νομαδική εθνική μειονότητα Ρομά, στην πλειονότητά τους αγγλόφωνοι και καθολικοί στο θρήσκευμα) ή των φυλακισμένων–, έχουν τις πιο αξιοσημείωτες απόψεις για την ανθρώπινη ψυχή και τις εκφάνσεις της. Αντίστοιχα, αν και ο Αυρήλιος Λίτλφερ έχει μια τέτοια φήμη, εμείς τον βλέπουμε κατ' ιδίαν με τη Γουινόνα. Αυτό, λοιπόν, δεν μπορούσα να το προβλέψω. Ακόμα κι εμένα με εξέπληξε καθώς έγραφα τη σκηνή της συνάντησής τους.

 

Θεωρώ, λοιπόν, πως κάπως ανεπαίσθητα αναμειγνύονται τα υλικά στον χαρακτήρα, σαν τον αέρα στα υλικά του μείγματος ενός γλυκού, και το Καλό συνυπάρχει με το Κακό σε μια τεράστια πολλαπλότητα προσωπικών εκδοχών. Γιατί το Κακό είναι που τελικά αλατίζει το Καλό, το κάνει να είναι πιο σκληρό, άρα πιο ανθεκτικό – το ένα χρειάζεται το άλλο για να φτιαχτεί το μείγμα του προσώπου. Ας είναι καλά ο Σατανάς του Μίλτον και η καλή δουλειά που ο συγγραφέας έχει κάνει επ' αυτού! (σ.σ. Τζον Μίλτον, ο ποιητής του Χαμένου Παραδείσου).


— Μια και μιλάτε για το Κακό, ας σκεφτούμε λίγο τη Ροζαλί που προσπαθεί να εξαλείψει το Κακό. Αλήθεια, μπορούμε να εξαλείψουμε τη βία, μπορούμε να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο ή είναι αυτή που κινεί, τελικά, τα νήματα της Ιστορίας;

Εξαιρετική ερώτηση και, αλήθεια, δυσκολεύομαι να απαντήσω. Με βάζει σε σκέψεις. Η Ρώμη δεν θα ήταν τίποτα χωρίς πολέμους και δίχως επεκτατικές βλέψεις. Ενδεχομένως να μην υπήρχε καν. Ωστόσο, είναι ο Καίσαρας που έδωσε χώρο στον Οράτιο και στους Μαικήνες – αν το σκεφτείς, όλοι αυτοί τελικά κάθονται στο ίδιο κάθισμα, και μάλιστα στο ίδιο ρόλερ κόστερ.

 

Ξέρουμε ότι βία είναι το παραστράτημα των αρχικών μας προθέσεων, αλλά την ίδια στιγμή όλα όσα θαυμάζουμε, ειδικά τα ζώα, είναι γεμάτα πραγματικά θεαματική βία – για την ακρίβεια πρόκειται για πολλά είδη βίας. Ο πολιτισμός της Λακότα υπαγόρευε την αντοχή στον πόνο ως κάτι αξιοθαύμαστο, αλλά για να την αποδείξει κανείς θα έπρεπε να κάνει τον εκάστοτε αιχμάλωτο να υποφέρει. Πολλές φορές, μάλιστα, ήταν οι γυναίκες που αναλάμβαναν αυτόν τον ρόλο.

 

Η Γουινόνα είναι πάντα έτοιμη, έχει μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό της, αλλά δεν παύει να αναλογίζεται μήπως θα έπρεπε να προβεί σε βίαιη αντεκδίκηση, ακόμα και ενάντια στον Τόμας και τον Τζον. Αυτό που ουσιαστικά απεχθάνεται είναι η ύπουλη και λανθάνουσα βία, αυτή η θρασύδειλη βία του βιασμού ή της δολοφονίας της άοπλης οικογένειάς της.

 

Όσο για το θάρρος, το εκλαμβάνει ως μια μορφή «οξυμμένης διπλωματίας», κάτι που είχε μάθει από τη μητέρα της. Αλλά ξέρουμε ότι η διπλωματία και ο πόλεμος είναι έννοιες σύμφυτες. Μήπως, τελικά, όλοι μετριόμαστε κατά κάποιον τρόπο, άρα αναμετριόμαστε μέσα από τον κύκλο της βίας, και εκεί αποδεικνύουμε ποιοι είμαστε; Μήπως με το να γινόμαστε ακόμα πιο δυνατοί δεν ετοιμαζόμαστε μόνο για άμυνα αλλά και για επίθεση;

 

Το μοναδικό αντίδοτο της Γουινόνα, το εμβόλιο που έχει για όλες αυτές τις προκλητικά οριακές ανθρώπινες ερωτήσεις, είναι η αγάπη: η αγάπη της για τον Τόμας και τον Τζον, δηλαδή για τους φονιάδες ουσιαστικά του δικού της λαού, και η αγάπη για τη Ρόζαλι και τον Τένισον, και τελικά για την Πεγκ, με την οποία στην αρχή είδαμε να ανταλλάσσει πυροβολισμούς. Αλλά η πραγματική αγάπη ξεπερνά όλα τα τραύματα. Αυτή νομίζω ότι είναι η νίκη της Γουινόνα απέναντι στη βία και, παρότι είναι δύσκολη, είναι πραγματική και καθολική.

 

— Ωστόσο οι Ινδιάνοι φαίνεται να υφίστανται απόλυτη βία στο βιβλίο, καθώς, όπως διαβάζουμε σε κάποιο σημείο, «το να σκοτώσει κανείς έναν Ινδιάνο δεν ήταν αδίκημα, αφού δεν ήταν τίποτε ιδιαίτερο». Μήπως αυτό το διαπιστώνουμε σε πολλές περιπτώσεις ρατσιστικής έκρηξης και σήμερα; Αναφέρομαι στην πρόσφατη ιστορία της δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ και στο κίνημα του Black Lives Matter.

Η αλήθεια είναι πως όλα μου τα διαβάσματα αναφορικά με την ιστορία της Αμερικής στα μέσα του 19ου αιώνα απηχούν καταστάσεις σημερινές κι αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονο όσο περισσότερο διαβάζω για τη δουλεία. Σάμπως τα διαβάσματά μου να είναι ένα είδος συνέχειας και φόρου τιμής προς τον Τένισον, ο οποίος μου φαίνεται απτός και πολύ πραγματικός.

 

Η ιδέα της Αμερικής ως ανοιχτής επιχειρηματικής ευκαιρίας, δηλαδή τού να μπορεί κανείς να βγάλει δολάρια από ένα δέντρο, ένα τοπίο, ένα ποτάμι, ένα βουνό, είναι ακόμα πολύ έντονη στις σύγχρονες ΗΠΑ. Σάμπως οι Ευρωπαίοι να μην εδραιώθηκαν ποτέ στην Αμερική, αντίθετα απ' ό,τι οι ίδιοι υποστηρίζουν, αλλά να έρχονται από κάπου μακριά, γι' αυτό και δίνουν την εντύπωση, ακόμα και τόσες γενιές μετά, σαν να έχουν μόλις φτάσει.

 

Ακόμα μεγαλύτερο, όμως, ήταν το ψέμα ότι οι γηγενείς δεν εκμεταλλεύτηκαν τη γη όπως θα έπρεπε και ότι ήταν πολύ λίγοι για να τους παραχωρήσουν εδαφική κυριαρχία. Πόσοι εξαφανίστηκαν και πόσες χιλιάδες ακόμα πέθαναν από ευρωπαϊκές αρρώστιες, χάθηκαν, χρεοκόπησαν και θυσιάστηκαν στον βωμό της απληστίας και της προδοσίας; Το ξέρετε καλά ότι ακόμα και όταν η δουλεία τερματίστηκε, μια άλλη μορφή δουλείας πήρε τη θέση της. Σε μέρη όπως το δυτικό Τενεσί μπορεί να είχαμε, κάποια στιγμή, μια μορφή αντεστραμμένης ελευθερίας και να δοκίμασαν μια μεταστροφή που σταμάτησε για λίγο, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του '60, τις μηχανές του ρατσισμού, ωστόσο τώρα βλέπουμε τα ίδια γρανάζια να ενεργοποιούνται και πάλι. Γιατί μπορεί ο ρατσισμός να παρέμενε το τραγούδι που προτιμούσαν να σιγομουρμουρίζουν τόσοι λευκοί Αμερικανοί καθώς έκαναν μπάνιο, τώρα όμως πλέον ακούγεται όχι μόνο σε όλο το σπίτι αλλά και έξω στους δρόμους, παντού.

 

Και φυσικά θα έχετε παρατηρήσει ότι τέτοια θέματα δεν θίγονται στα δελτία των αμερικανικών ειδήσεων. Όλοι, όμως, γνωρίζουμε ότι οι μαύροι οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στην αμερικανική ήπειρο με τεράστια πλοία. Ότι οι γηγενείς εκδιώχθηκαν από τα εδάφη τους. Γι' αυτό και θεωρώ ότι μόνο αυτές οι δύο ομάδες έχουν πραγματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα οποία κερδήθηκαν μέσα από μεγάλο πόνο και διαρκείς διώξεις, και ότι ο καθένας οφείλει να υποστηρίξει τα δικαιώματά τους και να τους αναγνωρίσει ως πολίτες. Το χρέος μου, λοιπόν, προς τη Γουινόνα είναι να δείξω ότι αυτή και μόνο αυτή είναι η πραγματική αυτοκράτειρα της γης της.


— Αλήθεια η Ιστορία προκαλεί θλίψη, όπως λέτε στο βιβλίο;

Κάθε φορά που βλέπω κόσμο που δεν θλίβεται, αυτομάτως σκέφτομαι ότι είναι επειδή έχουν την μπότα τους στον λαιμό κάποιου!


— Ωστόσο υπάρχει ελπίδα και η Γουινόνα λέει ότι αυτή έρχεται με την παιδεία. Αυτός είναι ο λόγος που εκείνη τελικά σώζεται, αφού μιλάει αγγλικά, ενώ οι άλλες κοπέλες της φυλής της δεν είχαν αυτό το προνόμιο. Είναι, τελικά, η παιδεία ο μόνος δρόμος προς τη λύτρωση;

Για τη Γουινόνα, η οποία ισχυρίζεται ότι επιβίωσε όχι μόνο επειδή μιλάει αγγλικά αλλά και επειδή τα μιλάει με αριστοκρατικό τρόπο, νομίζω ότι η ανάγνωση δικαιολογεί γι' αυτήν τα εξής: καταρχάς, μπορεί, μέσω αυτής, να καταλάβει και να συγχωρέσει τον Τόμας και τον Τζον, να ενισχύσει το ακόμα πιο ραφιναρισμένο σθένος της και επίσης να απολαύσει τη λύτρωση, όπως λέτε κι εσείς, που προσφέρει στις κοινωνίες η λογοτεχνία. Είναι η δική της μέθοδος «επιβίωσης», ο σπόρος που βλέπει επιτέλους να αποδίδει καρπούς.

 

Ενδεχομένως τα κορίτσια της φυλής της, τα οποία έτσι κι αλλιώς πάντοτε ήταν στο περιθώριο της Ιστορίας, να μην είχαν ανάγκη από τέτοιου είδους πράγματα. Τα βιβλία είναι για τη Γουινόνα το υποκατάστατο του μεγαλείου της ζωής των γηγενών και λειτουργούν ως οιονεί αποζημίωση για την απώλειά της. Σε ένα προσχέδιο των Χίλιων Φεγγαριών, μάλιστα, είχα καταρτήσει μια λίστα με τα βιβλία που ενδεχομένως θα της δάνειζε ο δικηγόρος Μπρίσκο, για παράδειγμα το Middlemarch, που τότε μόλις είχε εκδοθεί!


— Πάντως, είναι ωραίο που, παρότι περιγράφετε μια τόσο ζοφερή εποχή της αμερικανικής ιστορίας, δεν εγκαταλείπετε την όμορφη και λυρική πρόζα. Ήταν αυτή η πρόθεσή σας;

Το μόνο που είχε ο μικρός Ρόμπιν ήταν το τραγούδι (σ.σ. αναφέρεται στον μικρό Ρόμπιν από το δημοφιλές τραγούδι «Walkin' to Missouri») – κι εγώ επίσης! Μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους που μοναδικός τους πλούτος ήταν η γλώσσα. Η προ-θεία μου Άνι, που δεν είχε τίποτα στο όνομά της, ένιωθε πλήρη αγαλλίαση με την ομορφιά της πλάσης στη μικρή φάρμα της εδώ στο Γουίκλοου.

 

Όσο για τη δική μου πίστη, την οφείλω σε αυτό που λέει η Ροσίν στη Μυστική Γραφή: «Ο κόσμος είναι πραγματικά όμορφος και αν δεν ήμασταν άνθρωποι, θα νιώθαμε αιώνια ευτυχία ζώντας σε αυτόν». Τα βουνά πίσω μου, τα ίδια βουνά που η Ροσίν γνώρισε, είναι τα δικά μου πραγματικά βιβλία.

 

— Τελικά, έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο σας μιλάει για τη δικαιοσύνη. Και θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να σας ενημερώσω ότι στην Ελλάδα μάς απασχολεί αυτές τις μέρες μια μεγάλη υπόθεση που αφορά την καταδίκη, για πρώτη φορά, των ηγετών της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής και τον χαρακτηρισμό της ως εγκληματικής οργάνωσης. Αλήθεια, πιστεύετε ότι η λογοτεχνία έχει λόγο σε τέτοια ζητήματα; Κατά πόσο μας βοηθάει να καταλάβουμε την έννοια της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τον καθημερινό μας βίο;

Κάθε φορά που ακούω για την Ελλάδα και διαβάζω τις ειδήσεις, το κάνω από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που έζησε στην Πάρο για έναν ολόκληρο χρόνο όταν ήταν 27 χρονών. Μιλάμε για (παλιά χρόνια) το 1980. Η Πάρος μού χάρισε κάτι που μου είχε λείψει από τα παιδικά μου χρόνια: καλή, ατσάλινη υγεία. Οι κάτοικοι της Νάουσας, παρ' όλες τις πολυπλοκότητές τους, πρόσφεραν απλόχερη φιλοξενία σε έναν μπερδεμένο και τραυματισμένο νεαρό όπως εγώ.

 

Κολυμπούσα ασταμάτητα και είχα μαυρίσει τόσο πολύ, που οι τουρίστες με έπαιρναν για Έλληνα, και ζούσα σε ένα σπιτάκι με ενοίκιο μόλις 15 λίρες τον μήνα. Έγραφα διαρκώς και ένιωθα να παίρνω τα πάνω μου σαν το αδέσποτο σκυλί που το περιθάλπουν μετά από καιρό αδυναμίας. Ήταν μόλις λίγα χρόνια μετά το τέλος της χούντας και μια πολύ κοντινή μου φίλη είχε μεγαλώσει με τους δυο γονείς της στη φυλακή (η αδελφή της κοπέλας που μου νοίκιαζε το σπίτι). Ήταν η περίοδος ακριβώς λίγο πριν από την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που το νησί έσφυζε από μια παράξενη κοινωνική ελπίδα.

 

Φυσικά, υπήρχε ακόμη φτώχεια και έβλεπα ότι πολλές κοινωνικές αντιδράσεις οφείλονταν στις μνήμες από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα σπίτια στο χωριό, που για χρόνια έστεκαν το ένα δίπλα στο άλλο, μόλις είχαν αρχίσει να χωρίζουν τις αυλές τους. Οι γυναίκες, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έπλεναν δημόσια τα ρούχα τους τραγουδώντας σε εύθυμη κατάσταση, είχαν αρχίσει να απομονώνονται στο σπίτι τους, με τα δικά τους πλυντήρια. Μια σιωπή απλωνόταν ανάμεσα στα σπίτια. Αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι η Ελλάδα θα επέτρεπε να μολυνθεί από το δηλητήριο της ακροδεξιάς. Η Ελλάδα! Η Πάρος! Ποτέ! Ο Σωκράτης δεν θα το άντεχε.

 

Οπότε πραγματικά με σοκάρει αυτή η επέλαση, αν και την ίδια στιγμή έχω τη γνώμη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συμπεριφέρθηκε στην Ελλάδα με τον πλέον ατιμωτικό τρόπο την εποχή της οικονομικής κρίσης.

 

Καθώς επιστρέφω νοερά από την Αθήνα στην αγαπημένη μου Πάρο, τόσα χρόνια πριν, και στέκομαι στην αποβάθρα μαζί με τους μαθητές του νησιού και βλέπω μπροστά μου τους αγαπημένους δρόμους κι αυτά τα πανέμορφα ασβεστωμένα σπίτια, καθώς γίνονται ένα με τα βουνά, μου φαίνεται ασύλληπτο ότι το σκηνικό έχει αλλάξει τόσο. Ξενοφοβία, καταπίεση, κρυμμένα δόγματα. Με τίποτα. Θα μπορέσει, άραγε, η αιώνια ομορφιά και ποίηση της Ελλάδας να διώξει μακριά όλα τα δεινά; Το εύχομαι, ειλικρινά, μέσα από την καρδιά μου.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.