Περίμενα τον σύζυγό μου. Η χαζοεκπομπή με τα κουίζ τελείωσε καθώς και το «Crosby by Request» και έπειτα δυο προβολείς αυτοκινήτου φώτισαν τον δρόμο μας και στάθηκα στην πίσω πόρτα και είδα τον Τίτσι μου ζωντανό. Στο περίλαμπρο φως της αποθήκης τον παρακολούθησα να κάνει την τυπική του επιθεώρηση στις ρόδες και στα λάστιχα.

 

Με βρήκε στην πόρτα και τον αγκάλιασα, γνωρίζοντας πόσο θα είχε πληγωθεί από την απόρριψη.

«Τέρμα η Ford» είπε μόνο.

«Στον αγύριστο!» είπα. «Εμείς θα κάνουμε κάτι πολύ καλύτερο».


Έχωσα τη μύτη μου πίσω από το τέλειο αυτί του και πριν ακόμα βγάλει το παλτό του, είπα το τι είχα κάνει με την περιουσία των γονιών μου. Το μερίδιό μου ήταν ολόκληρο στη διάθεσή του, του το δήλωσα.


Είπε πως ήμουν μια υπέροχη γυναίκα. Είχα αλλάξει εντελώς τους κανόνες του παιχνιδιού.


Ήταν υπέροχο να βλέπω πως αυτός δεν ήταν ο διαλυμένος άντρας που φοβόμουν, αλλά αυτός που είχα παντρευτεί, αυτός που αγαπούσα. Αφαίρεσε τον φελλό από το μπουκάλι. Χαμογέλασε. Με πείραξε. Βρήκε ένα νόμισμα σε ένα απόκρυφο σημείο και τον άφησα να κάνει ό,τι έκανε συνήθως.


Ήπιαμε τις μπίρες μας και έπλυνα τα ποτήρια και γίναμε ξανά ανδρόγυνο, στο ζεστό κρεβάτι, ενώ έξω ο άνεμος μαστίγωνε τα πάντα γύρω μας, αλλά εκείνος δεν ανέφερε πως είχα αλλάξει τους κανόνες. Δεν ανησύχησα πάρα πολύ. Περίμενα πως θα πήγαινε να αγοράσει περισσότερα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα από τον Τζο Θάκερ. Έτσι σκεφτόταν αυτός.


Ήταν νωρίς το πρωί όταν χτύπησε το τηλέφωνο και θεώρησα πως πρέπει να ήταν ο Θάκερ. Αλλά ήταν ο Ντάνσταν και ζητούσε τον κύριο Μπομπς, σαν να μη γνώριζε.


Ο Ρόνι ήταν ξύπνιος και τον πήρα μαζί μου βιαστικά στην αποθήκη να με βοηθήσει να γυαλίσουμε τα λάστιχα. Έπειτα ο Τιτς εμφανίστηκε ξαφνικά, με τις ριγέ πιτζάμες του. Έστειλα μέσα τον Ρόνι.


«Ήταν από τη GMH» είπε.

«Και τι ήθελαν;»

«Περίεργος συγχρονισμός, δεν νομίζεις; Μια μέρα μετά τη Ford;» Με κοίταξε περίεργα. «Δεν ξέρω πώς, αλλά ήξερε ήδη τα πάντα για μένα».

 

Περίμενα αγχωμένη.

«Το όνομά του είναι Ντάνσταν».

«Εσύ δεν σκεφτόσουν να αλλάξεις παιχνίδι; Θα πας στη GMH;»

«Ιρέν», είπε αυτός, «πήρα τα χαρτιά συμμετοχής για τον αγώνα του Redex Trial».

 

Δεν υπήρχαν χρήματα στο Redex Trial. Όλα ήταν μόνο για διασκέδαση και επίδειξη, άντρες που τρελαίνονταν για πρωτοσέλιδα και δημοσιεύματα, δημόσιοι ήρωες που μπορούσαν να αντέξουν την πολυτέλεια της φήμης. Ήταν γι' αυτούς που κυνηγούσαν τη δημοσιότητα, όπως ο Νταν ο Τρομερός. Ήταν ένα «τεστ αξιοπιστίας», όπως το ονόμαζαν, που τιμωρούσε τα κοινά αυτοκίνητα της παραγωγής και τα έβαζε να κάνουν πράγματα που δεν ήταν προορισμένα να κάνουν από την κατασκευή τους. Φυσικά ήταν μεγάλη χαρά για το Ευρύτερο Κοινό. Διακόσιοι τρελοί έκαναν τον γύρο της ηπείρου της Αυστραλίας, πάνω από δέκα χιλιάδες μίλια, σε περιφερειακούς δρόμους τόσο κακοτράχαλους, που το σασί σου θα μπορούσε να σπάσει στα δύο. Είπα στον άντρα μου τις σκέψεις μου.


«Ήξερα πως έτσι θα αντιδρούσες» είπε. «Αλλά έτσι θα κάνουμε το όνομά μας».

«Έχουμε όνομα. Μπομπς. Καιρός να πάμε στη Holden».

«Ναι, αλλά έχουμε τα λεφτά από το σπίτι των γονιών σου».

 

Με κατάλαβε, σκέφτηκα, κατάλαβε τι έχω κάνει.

«Πήρα τα δελτία συμμετοχής χθες. Όταν έφυγα από τη Ford, πήγα στη Μελβούρνη. Για όνομα του Θεού, άκουσέ με. Στη Ford μου έκοψαν τον αέρα. Χρειάζομαι κάτι καλό να προσδοκώ».

«Λυπάμαι για τη Ford» είπα. «Αλλά δεν παίζουμε στοιχήματα. Αυτό το συμφωνήσαμε. Πρέπει να βγάλουμε τα προς το ζην».

«Ηρέμησε».

«Όχι, είναι τα λεφτά μου».

«Είπες πως ήταν για μένα».

«Έχουμε δυο παιδιά. Είναι ο γύρος της Αυστραλίας, δεκαοχτώ μέρες. Και θα σου μείνει ένα κατεστραμμένο αυτοκίνητο».

«Δεν καταλαβαίνεις; Θα γίνουμε διάσημοι. Αξίζει τον κόπο. Ο τύπος το θεώρησε καλή ιδέα».

«Ποιος τύπος;»

«Ο Ντάνσταν. Είδε την επιχειρηματική του διάσταση. Αν γίνουμε αντιπρόσωποι της Holden».

«Αποκλείεται».

 

Και γέλασε. «Το 'χουμε» είπε, με σήκωσε στον αέρα και με κουβάλησε περπατώντας ξυπόλυτος πάνω στα χαλίκια. «Πες μου πως ονειρεύομαι. Αντιπροσωπεία της Holden. Redex Trial. Εσύ πανέμορφη, Ιρέν. Εσύ έσωσες το τομάρι μου».


Και με φιλούσε και τα συναισθήματά μου ήταν εντελώς μπερδεμένα εξαιτίας αυτών που ήξερα αλλά και δεν ήξερα. Πώς θα πηγαίναμε στο Redex, πού θα αφήναμε τα παιδιά; Τι τον έκανε να πιστεύει πως θα κερδίζαμε;

 

«Μίλα με αυτόν τον Ντάνσταν» είπε. «Άκου τι έχει να πει».

«Δεν γίνεται να πάρουμε μια αντιπροσωπεία και έπειτα να το βάλουμε στα πόδια».

«Θα χρειαστούν μήνες και μήνες προετοιμασίας. Ταυτόχρονα θα ετοιμάζεται και το κτίριο. Θα γυρίσουμε από τον αγώνα και θα ανοίξουμε μια καινούργια έκθεση».

 

Δεν τον ρώτησα ποιο «κτίριο» επειδή ήξερα φυσικά. «Ώστε αυτός ο κύριος Ντάνσταν, αυτός θα φροντίσει τον Ρόνι και την Ίντιθ; Αυτός θα τα βάζει για ύπνο και θα ακούει τις προσευχές τους;»

«Θα το λύσω. Έχω μήνες μπροστά μου για να το φροντίσω».

«Εσύ θα φύγεις και θα αφήσεις εμένα πίσω».

«Θα είμαστε συνοδηγοί» είπε με εκείνα τα φωτεινά, ενθουσιώδη μάτια και τις λεπτές πιτζάμες του, ένιωσα το πόσο πολύ με ήθελε.

«Περίμενε και θα δεις» είπε. «Το όνομά μας θα γίνει διάσημο».

 

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τι προκαλούσε σε κάποιον άλλο η εικόνα μας αυτήν τη στιγμή; Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως ένας μορφωμένος δάσκαλος μπορεί να έβλεπε σε αυτήν τη σύγχυση το ιδανικό μοντέλο της μοντέρνας ζωής;

 

Το «Πολύ μακριά από το σπίτι» κυκλοφορεί στις 21/6.