«Όχι, δεν ξεφεύγεις από τη βία της Κολομβίας, κι αυτό είναι κάτι που έπρεπε να το γνωρίζω. Κανείς δεν ξεφεύγει, πόσο μάλλον οι άνθρωποι της γενιάς μου, αυτοί που γεννήθηκαν με το εμπόριο ναρκωτικών και ενηλικιώθηκαν όταν η χώρα πνιγόταν στο αίμα από τον πόλεμο που της είχε κηρύξει ο Πάμπλο Εσκομπάρ.

 

Μπορεί κανείς να φύγει από τη χώρα όπως έφυγα εγώ το 1996 και να νομίζει πως έτσι την αφήνει πίσω, αλλά αυταπατάται. Όλοι αυταπατόμαστε...» ομολογεί ο 45χρονος Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες στο νέο του μυθιστόρημα "Η μορφή των λειψάνων" (μετ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος), το πιο ογκώδες και φιλόδοξο από τα έργα του.

 

Ολοκληρώνοντας το «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» (2011) - μυθιστόρημα που αγαπήθηκε πολύ και στα μέρη μας- ο πολυβραβευμένος Κολομβιανός συγγραφέας νόμιζε πως έκλεινε τους λογαριασμούς του με τη βία που του έλαχε να ζήσει στα νιάτα του. Επιστρέφοντας, ωστόσο, στην Μπογκοτά έπειτα από πολυετή παραμονή στην Ευρώπη, κατάλαβε πως βαυκαλιζόταν.

 

Μυθιστόρημα γραμμένο «σαν εξιλέωση για εγκλήματα που, αν και δεν τα ΄χα διαπράξει εγώ, κατέληξα να τα κληρονομήσω», η "Μορφή των λειψάνων" περιστρέφεται γύρω από τη δολοφονία του φιλελεύθερου στρατηγού Ραφαέλ Ουρίμπε Ουρίμπε το 1914 κι αυτήν του επίσης φιλελεύθερου πολιτικού και φαβορί για την προεδρία Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν το 1948.

 

Δεν μπορούσε να ξεφύγει από το ταραγμένο παρελθόν της πατρίδας του. Η ζωή, άλλωστε, του το είχε δείξει ξεκάθαρα: λίγα χρόνια νωρίτερα, το 2005, τις μέρες που κρατούσε στα χέρια του τις νεογέννητες δίδυμες κόρες του, από ένα παιχνίδι της τύχης ερχόταν σε σωματική επαφή και με τα λείψανα δυο επιφανών συμπατριωτών του, δολοφονημένων υπό συνθήκες που, σε μεγάλο βαθμό, παραμένουν ανεξιχνίαστες.

 

Κι ενώ μέχρι τότε ο ίδιος αντιμετώπιζε με καγχασμό κι επιφύλαξη όσους πιστεύουν στις θεωρίες συνωμοσίας, ωθούμενος να σκαλίσει με τη σειρά του τα περασμένα, θα γινόταν πιο καχύποπτος απέναντι στις αλήθειες της επίσημης Ιστορίας με τις οποίες γαλουχήθηκε.

 

Μυθιστόρημα γραμμένο «σαν εξιλέωση για εγκλήματα που, αν και δεν τα ΄χα διαπράξει εγώ, κατέληξα να τα κληρονομήσω», η «Μορφή των λειψάνων» περιστρέφεται γύρω από τη δολοφονία του φιλελεύθερου στρατηγού Ραφαέλ Ουρίμπε Ουρίμπε το 1914 κι αυτήν του επίσης φιλελεύθερου πολιτικού και φαβορί για την προεδρία Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν το 1948.

 

Ειδικά η δεύτερη, που πυροδότησε ένα παρατεταμένο κύμα εμφύλιας βίας με ανυπολόγιστες συνέπειες για την προκοπή της χώρας, αποτελεί για τους Κολομβιανούς εθνικό μύθο, όπως για τους Αμερικανούς η δολοφονία του Κένεντι.

 

Ποιος σκότωσε πραγματικά αυτόν τον ταπεινής καταγωγής δικηγόρο και χαρισματικό ρήτορα «που είχε κληθεί να σώσει τη Κολομβία από τις δικές της ανελέητες ελίτ»;

 

Είναι τρομακτική η σαφήνεια, παρατηρεί ο Βάσκες, με την οποία ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος της Κολομβίας αλλά και ο διανοούμενος με την μεγαλύτερη επιρροή, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, στα απομνημονεύματά του (βλ. «Ζω για να τα διηγούμαι», Λιβάνης) αποκάλυπτε χωρίς ευφημισμούς ότι πίσω από το συγκεκριμένο έγκλημα υπήρχε μια καλοδουλεμένη πολιτική συνωμοσία.

 

Γεγονός είναι πως «δεν υπάρχει Κολομβιανός που να μην αναρωτιέται τι θα συνέβαινε αν όντως είχε αποφευχθεί η δολοφονία του Γκαϊτάν, πόσους ανώνυμους νεκρούς θα είχαμε αποφύγει, τι χώρα θα ήμαστε τώρα».

 

Όπως στην περίπτωση του Κένεντι, έτσι και σ' εκείνες των Ουρίμπε και Γκαϊτάν, το έδαφος για ν' ανθίσουν σκοτεινά σενάρια αποδείχτηκε εύφορο.

 

Μήπως, όντως, οι ηθικοί αυτουργοί των παραπάνω εγκλημάτων έμειναν ατιμώρητοι; Μήπως οι πολιτικοί αντίπαλοι των θυμάτων, οι επικεφαλής της αστυνομίας και οι δικαστικοί που χειρίστηκαν τις δυο υποθέσεις συντόνισαν τις δυνάμεις τους ώστε η αλήθεια να κουκουλωθεί;

 

Μήπως «οι ισχυροί αποφασίζουν ποιος ζει και ποιος πεθαίνει σ' αυτή τη χώρα που την έχει ξεχάσει ο Θεός;»

 

Επιστρατεύοντας την λιτή και πάντα διαυγή πρόζα του, ο Βάσκες βυθίζεται στο «δύσοσμο πηγάδι» της κολομβιανής ιστορίας και αναπλάθει μυθιστορηματικά τις έρευνες που έγιναν για την κάθε υπόθεση, με όχημα τις εμμονές, το πείσμα και τα ψυχολογικά κίνητρα του κεντρικού ήρωά του, Κάρλος Καρβάγιο.

 

Ενός μυστήριου άντρα που, καθώς ξεκινά το βιβλίο, συλλαμβάνεται σε μουσείο της Μπογκοτά ενώ προσπαθεί να κλέψει το γαζωμένο από σφαίρες κοστούμι που φορούσε ο Γκαϊτάν την ημέρα της δολοφονίας του.

 

Ενός άντρα που υποτίθεται ότι ο Βάσκες γνώριζε προσωπικά, και τα φαντάσματα του οποίου, σιγά σιγά, θα φτάσουν να κυριεύσουν και τον ίδιο.

 

«Τους ανθρώπους σαν τον Καρβάγιο μπορούμε να τους λέμε τρελούς, παρανοϊκούς, αργόσχολους, ό,τι θες» διαβάζουμε.

 

«Αλλά αυτοί οι άνθρωποι αφιερώνουν όλη τους τη ζωή αναζητώντας την αλήθεια για κάτι σημαντικό. Μπορεί να το κάνουν με λάθος μέσα. Μπορεί το πάθος τους να τους οδηγεί σε υπερβολές, να τους κάνει εύπιστους σε ανοησίες.

 

Αλλά κάνουν κάτι που ούτε εσύ ούτε εγώ μπορούμε να κάνουμε. Μας προσφέρουν υπηρεσίες, γιατί είναι πάντα άγρυπνοι, γιατί δεν τα χάβουν όλα, όσο εξωφρενικό κι αν είναι αυτό που φαντάζονται»...

 

Η αναζήτηση της αλήθειας, γράφει ο Βάσκες, δεν είναι χόμπι, είναι το ευγενέστερο καθήκον.

 

Και η ιστορία της Κολομβίας «έχει αποδείξει χιλιάδες φορές την εξαιρετική ικανότητα που έχουν οι ηγέτες μας να πλάθουν τα γεγονότα όπως τους αρέσει, να κρύβουν τις άβολες εκδοχές και να επιβάλλουν όσες τους είναι βολικές ή αποδεκτές, έτσι ώστε το τρομερό ή απάνθρωπο καταλήγει να γίνει ό,τι πιο φυσιολογικό ή επιθυμητό ή ακόμα και αξιέπαινο».

 

Παρότι αναφέρεται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, η «μορφή των λειψάνων» δεν είναι καθαρόαιμο ιστορικό μυθιστόρημα.

 

Ξεκινά ως αυτοβιογραφική εξομολόγηση κι εξελίσσεται σε αστυνομικο-πολιτικό θρίλερ με εναλλασσόμενους αφηγητές και ισχυρές δόσεις σασπένς, στήνοντας διαρκώς γέφυρες ανάμεσα στο χθες και το σήμερα.

 

Και ταυτόχρονα, είναι ένα στοχαστικό μυθιστόρημα για τα παλιά εγκλήματα που εξακολουθούν να μας στοιχειώνουν, για το πώς η βία περνάει από γενιά σε γενιά και για τα κειμήλια που μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε μ' εκείνους που αγαπούσαμε και στερηθήκαμε.