ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΗΜΕΡΑ στην École normale supérieure (PSL) και διευθυντή ς του Διεθνούς Παρατηρητηρίου Φορολογίας στην École d’ économie de Paris, o διακεκριμένος οικονομολόγος και συγγραφέας είναι ο εισηγητής του λεγόμενου «Zucman tax» που με την καθιέρωση μιας στάνταρ φορολόγησης η οποία θα ανέρχεται στο 2% του εισοδήματός τους, αποσκοπεί στην πάταξη της συστηματικής όσο και προκλητικής φοροδιαφυγής πολλών σύγχρονων κροίσων. Μια νοοτροπία που συνεπάγεται επαχθέστερη φορολόγηση για τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες και λιγότερους πόρους για την παιδεία, τη δημόσια υγεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις υποδομές κ.λπ.. Οι πλούσιοι γίνονται, έτσι, ακόμα πλουσιότεροι αλλά και ισχυρότεροι, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται και δημιουργείται μια κατάσταση πραγμάτων από την οποία επωφελούνται, λέει, καταρχάς, οι πλέον αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις.
«Δεν γίνεται να ζητάς από τους απλούς ανθρώπους να συνεισφέρουν περισσότερο όσο οι πλουσιότεροι δεν πληρώνουν σχεδόν τίποτα. Πρέπει να ξεκινήσεις επιβεβαιώνοντας τη βασική αρχή ότι ο ακραίος πλούτος συνοδεύεται από αναπόφευκτες υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία». Είναι, ωστόσο, εφικτό κάτι τέτοιο; Ο συνομιλητής μου επιμένει πως ναι, θεωρεί μάλιστα ότι βρισκόμαστε στο πλέον κρίσιμο σημείο καθώς η πρότασή του έχει βρει πολλά ευήκοα ώτα διεθνώς, πιστεύει δε ότι η δημοκρατία, δηλαδή «εμείς, οι πολλοί», θα έχουμε τον τελευταίο λόγο.
«Δεν γίνεται να ζητάς από τους απλούς ανθρώπους να συνεισφέρουν περισσότερο, όσο οι πλουσιότεροι δεν πληρώνουν σχεδόν τίποτα. Πρέπει να ξεκινήσεις επιβεβαιώνοντας τη βασική αρχή ότι ο ακραίος πλούτος συνοδεύεται από αναπόφευκτες υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία»
— Τόσο στο παλιότερο βιβλίο σας «Ο θρίαμβος της αδικίας» όσο και στο πιο πρόσφατο «Οι δισεκατομμυριούχοι δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος, εμείς όμως μπορούμε να τους σταματήσουμε» καταγγέλλετε το γεγονός ότι οι πολύ πλούσιοι πληρώνουν πολύ λιγότερους φόρους συγκριτικά με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Ποιο είναι το πιο εξωφρενικό παράδειγμα αυτής της ανισότητας και πού οφείλεται;
Οι αριθμοί μιλούν μόνοι τους. Υπάρχουν πλέον μελέτες σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής και των ΗΠΑ οι οποίες καταδεικνύουν ότι όλες οι κοινωνικές ομάδες, από την εργατική μέχρι την ανώτερη μεσαία τάξη, πληρώνουν περίπου παρόμοια ποσά σε φόρους σε σχέση με το εισόδημά τους. Μέσω της φορολογίας συγκεντρώνονται πόροι για την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις υποδομές κ.λπ. και στο πλαίσιο αυτό η μεσαία και η ανώτερη μεσαία τάξη φέρουν το βαρύτερο βάρος, καταβάλλοντας από 40 έως 55% του εισοδήματός τους. Οι δισεκατομμυριούχοι, όμως, επιστρατεύοντας «στρατιές» λογιστών και δικηγόρων, καταβάλλουν ένα μικρό μόλις κλάσμα του ποσού που θα τους αναλογούσε, καμιά φορά μάλιστα ούτε καν αυτό. Στη Γαλλία, για κάθε ευρώ εισοδήματος που κερδίζει ένας μέσος άνθρωπος, 50 λεπτά πηγαίνουν στο κράτος. Για τους δισεκατομμυριούχους, το ποσό αυτό είναι μόλις 25 λεπτά κατά μέσο όρο, πράγμα που συνεπάγεται μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Το εξωφρενικότερο παράδειγμα που μπορώ να ανακαλέσω δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό ερευνητικό μέσο ProPublica πριν από μερικά χρόνια: υπήρχαν μεγιστάνες όπως ο ιδρυτής της Amazon, Τζεφ Μπέζος, που δεν πλήρωσαν καν φόρο εισοδήματος ορισμένα έτη. Χωρίς να δηλώνει καθόλου φορολογητέο εισόδημα, υπέβαλε αίτηση και έλαβε επιδόματα τέκνων! Η πράξη του αυτή δεν ήταν μεν παράνομη τυπικά, πέραν όμως του ότι δεν ήταν και η πλέον ηθική, συνιστά μια θεμελιώδη αποτυχία του φορολογικού συστήματος. Δεν νοείται «εικονική» περιουσία.
Αυτό, έπειτα, δεν είναι ένα μεμονωμένο πρόβλημα αλλά μια ανωμαλία που ισχύει σίγουρα και στην Ελλάδα: πέρα από ένα συγκεκριμένο επίπεδο πλούτου, είναι πολύ εύκολο να απαλλαγείς από τη φορολογία, αποφεύγοντας έτσι να συμβάλεις έστω κατ’ ελάχιστο στη χρηματοδότηση των συλλογικών κοινωνικών δαπανών. Η αιτία είναι διαρθρωτική: Όταν είσαι εξαιρετικά πλούσιος, διαρθρώνεις τον πλούτο σου έτσι ώστε να αποφέρει ελάχιστο ή καθόλου φορολογητέο εισόδημα. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτά τα χρήματα για να αγοράσεις εφημερίδες, τηλεοπτικά κανάλια, ακίνητα, γιοτ, να επενδύσεις σε άλλες εταιρείες, να επιδοθείς σε φιλανθρωπίες ή σε ό,τι άλλο επιθυμήσεις ‒ μια πελώρια περιουσία, είτε «γεννά» εισοδήματα είτε όχι, προσπορίζει στον κάτοχό της και πελώρια εξουσία. Δυστυχώς, ο κλιμακωτός φόρος εισοδήματος, που υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του 20ού αιώνα, απλώς δεν έχει «αγγίξει» ακόμα τους υπερπλούσιους. Παραμένει μια ημιτελής «επανάσταση» και η δική μου πρόταση αφορά την οριστική ολοκλήρωσή της.
— Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι μεγιστάνες για να αποφύγουν την καταβολή φόρων;
Αν είστε κροίσοι, υπάρχουν διάφοροι τρόποι να διαρθρώσετε την περιουσία σας έτσι ώστε να αποφύγετε τη δήλωση φορολογητέου εισοδήματος. Ειδικά στην Ευρώπη, μια πολύ συνηθισμένη τεχνική είναι η χρήση προσωπικών εταιρειών χαρτοφυλακίου. Αντί να κατέχετε την περιουσία σας άμεσα, την κατέχετε μέσω μιας εταιρείας χαρτοφυλακίου. Επειδή τα έσοδα που προκύπτουν από τη μεγάλη κατοχή μετοχών εταιρειών σε μια εταιρεία χαρτοφυλακίου απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος, οι δισεκατομμυριούχοι καταλήγουν να λαμβάνουν από μεγάλα έως πολύ μεγάλα ποσά χωρίς να πληρώνουν φόρο εισοδήματος επ' αυτών.
— Υποστηρίζετε την επιβολή ενός ελάχιστου «κατώτατου ορίου» φόρου 2% στους δισεκατομμυριούχους. Είναι όμως αυτή η πρόταση πολιτικά αλλά και πρακτικά ρεαλιστική; Μήπως παράλληλα θα έπρεπε να επιβληθεί ένα πλαφόν στα υπερβολικά κέρδη των δισεκατομμυριούχων, όπως έχει προταθεί;
Όπως εξήγησα στην έκθεση που μου ανατέθηκε από την προεδρία της Βραζιλίας στην τελευταία Σύνοδο των G20, διαθέτουμε όλα τα τεχνικά εργαλεία για την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής και υπάρχει τεράστια λαϊκή συναίνεση για την εφαρμογή της. Προσωπικά, είμαι πραγματικά αισιόδοξος ότι αυτό θα συμβεί.
Γίνεται ήδη μεγάλη συζήτηση σχετικά σε χώρες όπως η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Βραζιλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Δανία, η Κολομβία, η Νότια Αφρική κ.α. Η Πολιτεία της Καλιφόρνιας οδεύει προς δημοψήφισμα για παρόμοιο μέτρο, κάτι αξιοσημείωτο αν σκεφτεί κανείς ότι η ίδια Πολιτεία ηγήθηκε της αντιφορολογικής εξέγερσης το 1978 με την Πρόταση 13. Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση υπερψήφισε πρόσφατα την πρόταση και, παρότι μπλοκαρίστηκε στη συνέχεια από τη Γερουσία, θα αποτελέσει κεντρικό επίδικο της προεδρικής εκστρατείας του 2027. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν υποστήριξη στο μέτρο αυτό σε ποσοστό 70-90% σε κάθε χώρα που συμμετείχε στην έρευνα, θετικά εκφράστηκαν επίσης 9 στους 10 συμπατριώτες μου (86% στη Γαλλία).
Το ερώτημα, τώρα, αν είναι αρκετό αυτό το 2% ή μήπως χρειάζεται να προχωρήσουμε σε μια πιο φιλόδοξη πρόταση που θα θέσει πλαφόν ή θα μειώσει τον πλούτο των δισεκατομμυριούχων είναι μια απόλυτα θεμιτή συζήτηση και σίγουρα χρειάζεται να κάνουμε μια σοβαρή πολιτική συζήτηση σχετικά με την πραγματική ισοκατανομή του φορολογικού μας συστήματος. Εκείνο που δεν γίνεται πλέον να έχουμε είναι ένα σύστημα στο οποίο όσοι έχουν τη μεγαλύτερη ικανότητα πληρωμής καταφέρνουν, παραδόξως, να πληρώνουν λιγότερα απ’ όλους τους άλλους. Αυτή ακριβώς την αδικία έχει σκοπό να διορθώσει ο φόρος που πρότεινα.
— Τι θα απαντούσατε σε όσους υποστηρίζουν ότι ο «φόρος Ζουκμάν» αμφισβητεί το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης όπως το γνωρίζουμε; Μήπως η ίδια η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει φτάσει στα όριά της, γι’ αυτό παρατηρούμε αυξανόμενη υποστήριξη για «επιστροφή» στις εθνικές οικονομίες και στον προστατευτισμό;
Αυτό που επιδιώκει καταρχάς η πρότασή μου είναι να αμφισβητήσει την ιδέα ότι η ανισότητα και η φοροδιαφυγή των υπερπλουσίων αποτελούν κάτι σαν φυσικό νόμο της παγκοσμιοποίησης και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Η ιδέα ότι δεν γίνεται να φορολογήσουμε τους μεγιστάνες επειδή θα ήταν φυσική νομοτέλεια να βρουν τρόπο να ξεφύγουν είναι ειλικρινά όχι μόνο ανόητη αλλά και επικίνδυνη. Κατά την τελευταία δεκαετία ειδικά, η συγκέντρωση πλούτου στα χέρια λίγων έχει ανέλθει σε πρωτοφανή επίπεδα. Και ο πλούτος αυτός προσφέρει τη δυνατότητα να παρακάμπτονται οι δημοκρατικοί κανόνες προς όφελος ειδικών συμφερόντων, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα τη δυσαρέσκεια και την οργή στα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Απλώς δεν στέκει να έχουμε ένα οικονομικό μοντέλο στο οποίο οι πλέον κερδισμένοι της οικονομικής ολοκλήρωσης να καταλήγουν να πληρώνουν τα λιγότερα.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει επιστροφή στις οικονομικές πολιτικές του 19ου αιώνα, επειδή η σύγχρονη οικονομία δεν μοιάζει καθόλου με αυτήν του παρελθόντος. Πρέπει να επινοήσουμε τους κανόνες για ένα φορολογικό σύστημα κατάλληλο για τον 21ο αιώνα. Ένα σύστημα όπου αντί να ανταγωνιζόμαστε για το ποιος καταφέρνει να φορολογείται λιγότερο, θα αρχίσουμε να ανταγωνιζόμαστε για το ποιος συνεισφέρει περισσότερα στο δημόσια καλό.
— Υπάρχει ωστόσο πραγματική διεθνής πολιτική βούληση για τη φορολόγηση των πολύ πλούσιων ή πρόκειται απλώς για φιλολαϊκή ρητορική; Ισχύει έπειτα ότι η «μητρόπολη» του σύγχρονου καπιταλισμού, οι ΗΠΑ, είναι αυστηρότερη σε ζητήματα φοροδιαφυγής από την Ευρώπη;
Πιστεύω ειλικρινά ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής, και νομίζω ότι η τελευταία τριετία θα θεωρηθεί ιστορικά σημαντική ως προς αυτό. Υπάρχει πλέον, όπως είπαμε, μια αυξανόμενη συμμαχία χωρών που προωθούν αυτή την ατζέντα. Οπότε όχι, δεν νομίζω ότι πρόκειται απλώς για φιλολαϊκή ρητορική. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, τώρα, να πούμε ότι ενώ στην Ευρώπη οι υπερπλούσιοι αποφεύγουν τους φόρους κυρίως μέσω της χρήσης εταιρειών χαρτοφυλακίου, η χρήση τέτοιων εταιρειών στις ΗΠΑ ρυθμίζεται αυστηρά εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Οι Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι όπως ο Τζεφ Μπέζος και ο Ίλον Μασκ έχουν βρει, εντούτοις, άλλους τρόπους να φοροδιαφεύγουν, γι’ αυτό και η λύση που υποστηρίζω είναι πολύ πιο ολοκληρωμένη. Μπορούμε, επομένως, είτε να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε τέτοιες συμπεριφορές, όπως κάνουμε μέχρι σήμερα, είτε να αποφασίσουμε επιτέλους να τις αντιμετωπίσουμε, όπως προσπάθησε να κάνει ο πρόεδρος Ρούσβελτ πριν από έναν αιώνα.
— Ο Μπιλ Γκέιτς είχε, θυμάμαι, επικρίνει τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τους πολύ πλούσιους, ζητώντας να φορολογηθεί και ο ίδιος παραπάνω. Ήταν άραγε ειλικρινής; Μήπως οι «εκλεκτοί» τού 1% αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν ότι οι κραυγαλέες ανισότητες αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της ίδιας τους της τάξης ή μήπως έχουν οι περισσότεροι καταστεί υπερβολικά αμοραλιστές;
Υπάρχουν πράγματι ορισμένοι δισεκατομμυριούχοι που υποστηρίζουν την ιδέα της αύξησης της φορολογίας τους, και καλά κάνουν. Η κοινή ευημερία και οι πιο ισότιμες κοινωνίες είναι συνήθως πιο ασφαλείς για όλους, συμπεριλαμβανομένων των υπερπλουσίων. Άλλοι, ωστόσο, «συνάδελφοί» τους αντιτίθενται σθεναρά στην ιδέα αυτή, επειδή καταλαβαίνουν ότι θα πρέπει να καταβάλλουν περισσότερα. Θέλω, όμως, να είμαι απολύτως σαφής: δεν είναι δουλειά των δισεκατομμυριούχων να αποφασίζουν τι φόρους πρέπει να πληρώνουν, είναι δουλειά της Πολιτείας, δηλαδή της κοινωνίας των πολιτών. Το ζήτημα τελικά είναι αν η δημοκρατία σημαίνει «1 άτομο, 1 ψήφος» ή «1 δολάριο, 1 ψήφος».
— «Η διεύρυνση των ανισοτήτων και η αύξηση του δημόσιου χρέους συμβάλλουν στην επικράτηση ενός αισθήματος ανικανότητας που αποτελεί γόνιμο έδαφος για την άνθηση των σημερινών αντιδραστικών κινημάτων», γράφετε. Ποια κινήματα εννοείτε εδώ ως αντιδραστικά και γιατί βλέπουμε την αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια να αξιοποιείται όχι από την αριστερά, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά από τη δεξιά στις αντιδραστικότερες, κιόλας, εκδοχές της;
Μέρος της ανόδου της ακροδεξιάς στη Γαλλία και αλλού οφείλεται σε ένα ευρέως διαδεδομένο αίσθημα ανικανότητας: την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να κάνουν τίποτα ουσιαστικό για να ελέγξουν τις μεγάλες εταιρείες, να φορολογήσουν τους υπερπλούσιους ή να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται τότε προς άλλα θέματα, όπως ο έλεγχος των συνόρων, η μετανάστευση, οι πολιτικές που ευνοούν τους «γηγενείς» κ.λπ. Όμως όχι, οι κυβερνήσεις δεν είναι ανίσχυρες. Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να κάνουμε για να επιδιώξουμε οικονομική, κοινωνική και κλιματική δικαιοσύνη.
Όσο για την αριστερά, οφείλει να αναλάβει κάποια ευθύνη και σε αυτό το θέμα. Όταν αποτυγχάνει να παρουσιάσει ακριβή, εφαρμόσιμα σχέδια για δικαιότερες οικονομικές πολιτικές, σχέδια που θα άλλαζαν πραγματικά τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων, αφήνει το πεδίο ελεύθερο. Ο κόσμος πρέπει να διαπιστώσει ότι η κυβέρνηση μπορεί πραγματικά να κάνει κάτι. Όταν η αριστερά αρχίσει να παίρνει στα σοβαρά συγκεκριμένες, αξιόπιστες οικονομικές προτάσεις, πιστεύω ότι αυτό θα είναι η αρχή του τέλους για την ακροδεξιά. Όταν γίνει σαφές ότι οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν είναι τελικά τόσο ανίσχυρες, η φύση του πολιτικού διαλόγου θα αλλάξει.
— Υπάρχει, ξέρετε, ο αντίλογος ότι τα εξωφρενικά υπερκέρδη και οι χαοτικές ανισότητες αποτελούν δομικά στοιχεία του σύγχρονου καπιταλισμού, ανεξάρτητα από τους όποιους περιορισμούς επιβληθούν. Ότι ακόμη και αν εφαρμοζόταν ο φόρος που λέτε, οι πιο επιδέξιοι πάλι κάπως θα «ξεγλιστρούσαν» και το αντίκτυπο στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων θα ήταν αμελητέο. Μπορεί το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα να γίνει δικαιότερο ή μήπως χρειαζόμαστε αλλαγή παραδείγματος;
Η φοροδιαφυγή και ο φορολογικός ανταγωνισμός δεν είναι νόμοι της φύσης. Είναι πολιτικές επιλογές. Ένα σημαντικό μάθημα από την ιστορία της φορολογίας του πλούτου στην Ευρώπη είναι ότι όποτε εισάγεις εξαιρέσεις, εκπτώσεις ή ελαφρύνσεις, οι μεγιστάνες θα εκμεταλλευτούν και την παραμικρή από αυτές. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η φορολογία τού 2% επιβάλλεται να έχει καθολική εφαρμογή. Αν είσαι εξαιρετικά πλούσιος, θα πληρώνεις τόσα, τελεία και παύλα. Ακόμα κι αν μετακομίσεις στο εξωτερικό, θα εξακολουθείς να το πληρώνεις για αρκετά χρόνια.
Όσον αφορά το αν αυτό θα άλλαζε την καθημερινότητα ημών των υπολοίπων, υπάρχει η ίδια «ανωμαλία»: πάνω από ένα συγκεκριμένο, πολύ υψηλό επίπεδο πλούτου, απλώς δεν σου ζητείται να συνεισφέρεις στη χρηματοδότηση των συλλογικών δαπανών. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Και όταν αλλάξει, τα πρόσθετα έσοδα μπορούν να διατεθούν στην υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, τη στέγαση, τις δημόσιες υποδομές, σε όσα δηλαδή διευκολύνουν πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων.
Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό αρκεί από μόνο του. Απαιτούνται ευρύτερες δημόσιες επενδύσεις και αυξήσεις φόρων. Όμως ο ελάχιστος φόρος για τους δισεκατομμυριούχους είναι απαραίτητος, διότι δεν γίνεται να ζητάς από τους απλούς ανθρώπους να συνεισφέρουν περισσότερο όσο οι πλουσιότεροι δεν πληρώνουν σχεδόν τίποτα. Πρέπει να ξεκινήσεις επιβεβαιώνοντας εκ νέου τη βασική αρχή ότι ο ακραίος πλούτος συνοδεύεται από αναπόφευκτες υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία.
Ο αγώνας μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας θα είναι μία από τις καθοριστικές «μάχες» του 21ου αιώνα. Ωστόσο, έχουμε ήδη δει και ιστορικά ότι οι τεράστιες ανισότητες μπορούν να μειωθούν μέσω της συλλογικής πολιτικής βούλησης. Η πρόκληση, τώρα, είναι να σχεδιάσουμε τις πολιτικές και τους θεσμούς που θα ενισχύσουν αυτό το εγχείρημα και πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι ώστε να κάνουμε ακριβώς αυτό.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.