Η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι το νέο βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη

Ένας μυστηριώδης ιός μετατρέπει τους ασθενείς σε καλλιτέχνες Facebook Twitter
Ο Αλμπάτης κυκλώνει ασφυκτικά το πορτρέτο του συγγραφέα, αποδομώντας το και μη επιτρέποντάς του οποιαδήποτε διέξοδο.Φωτ.: Όλια Πασπαλάκη
0


Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΛΜΠΑΤΗΣ
είναι ο συγγραφέας του ανέλπιστου και πολυσυζητημένου μπεστ σέλερ «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (2022). Στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νόσος των ουρητηρίων», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νήσος, αποφεύγει για άλλη μια φορά τον σίγουρο δρόμο της επανάληψης της μεγάλης επιτυχίας του και τολμά να κινηθεί σε πιο απαιτητικά αλλά και πιο πρόσφορα για προβληματισμό μονοπάτια.

Στο νέο του βιβλίο, επεκτείνει θεματικές που τον απασχόλησαν, αμέσως μετά τους «Νεκρούς», στο «Η κατάλυση του χρόνου» (2024), όπως η αξία της τέχνης και της καλλιέργειας, αλλά με μια πιο φανταστική και δυστοπική οπτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά πυκνογραμμένο μυθιστόρημα που στηρίζεται σε μια απλή όσο και ευφυή ιδέα: ένας μυστηριώδης ιός ξεκινά από τα δημόσια ουρητήρια της Αθήνας για να εξαπλωθεί σταδιακά σε όλο τον πλανήτη. Δεν προσβάλλει κάποιο όργανο του σώματος αλλά μεταβάλλει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, προκαλώντας τους ξαφνική αγάπη για την υψηλή τέχνη και την έκφραση και μετατρέποντάς τους όλους σταδιακά σε καλλιτέχνες. Οι πρώτες που προσβάλλονται από τον ιό είναι οι γυναίκες που εργάζονται στις δημόσιες τουαλέτες, οι οποίες γίνονται μανιώδεις αναγνώστριες φιλοσοφικών έργων. Στη συνέχεια, ο ιός-αναμορφωτής πλήττει τον κλάδο των ταξιτζήδων, οι οποίοι ανακαλύπτουν αίφνης  την αγάπη τους για το κλασικό μπαλέτο. Τα γούστα και η αισθητική υφίστανται ολοκληρωτική μεταστροφή. Οι νοικοκυρές παθιάζονται με την υποκριτική, οι οδοντίατροι αφοσιώνονται στη ζωγραφική, οι ποδοσφαιριστές εντρυφούν στην τέχνη των χαϊκού, οι δικηγόροι ασχολούνται με την τζαζ, οι σεξεργάτριες αφιερώνονται στην αγιογραφία και ούτω καθεξής. Σταδιακά όλες οι επαγγελματικές ομάδες μολύνονται και η «Ασθένεια» εξαπλώνεται από την πρωτεύουσα σε όλη τη χώρα, παίρνοντας τελικά διαστάσεις πανδημίας, χωρίς οι ειδικοί να καταφέρνουν να εξιχνιάσουν την προέλευση του αινιγματικού ιού.

Στρέφοντας τα βέλη της στην τέχνη αλλά χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα αυτοαναφορικότητα, ταυτόχρονα σκιαγραφεί γλαφυρά την εποχή μας: τη σήψη σε όλα τα επίπεδα, την απανθρωποποίηση, την ομφαλοσκόπηση, την αποσάρθρωση των σχέσεων και την οικογενειακή αποξένωση

Οι μόνοι που δεν προσβάλλονται από αυτόν τον «πυρετό της κουλτούρας» είναι οι νέοι και τα παιδιά. Ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, αλλάζει ριζικά. Η αρχικά ευεργετική άνθηση των τεχνών γρήγορα εξελίσσεται σε χαοτική κατάσταση και από ευλογία γίνεται κατάρα: η κοινωνία αρχίζει να καταρρέει. Οι κοινωνικοί δεσμοί δοκιμάζονται, νευραλγικοί τομείς της καθημερινής ζωής πλήττονται, οι συγκοινωνίες και οι μεταφορές υπολειτουργούν. Οι μόνοι που διατηρούν τη διαύγειά τους και προσπαθούν να αντιδράσουν είναι όσοι υπήρξαν καλλιτέχνες και πριν από αυτή την «πανώλη της κουλτούρας». Το μέλλον αρχίζει να παίρνει τη μορφή «ενός καταγέλαστου εφιάλτη».

Στην ουσία, η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι δύο βιβλία σε ένα. Ο Αλμπάτης αξιοποιεί δύο παράλληλα επίπεδα αφήγησης, ενσωματώνοντας μεταμοντερνιστικά στοιχεία. Όπως δηλώνει ο ίδιος, το βιβλίο ξεκίνησε ως νουβέλα, για να προσλάβει τελικά τη μορφή ενός εκτενούς μυθιστορήματος. Στον πρόλογο προτείνει πολλαπλούς τρόπους ανάγνωσης, ανάμεσα στην αρχική νουβέλα, η οποία διακρίνεται τυπογραφικά με γραμματοσειρά που θυμίζει γραφομηχανή, και το κυρίως σώμα του μυθιστορήματος, το οποίο εστιάζει κάθε φορά σε έναν από τους έξι βασικούς ήρωες. Η νουβέλα προσφέρει μια ευρύτερη, πιο μακροσκοπική θέαση των γεγονότων, ενώ τα επιμέρους κεφάλαια «ζουμάρουν» στις ζωές έξι συγκεκριμένων κατοίκων της Αθήνας, αναδεικνύοντας τις συνέπειες που έχει γι’ αυτούς η ασθένεια και το πώς επηρέασε και μεταμόρφωσε τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι δύο ζευγάρια και τα παιδιά τους: ο ταξιτζής Μπάμπης και η σύζυγός του, η νοικοκυρά Αριστέα, ο αποτυχημένος συγγραφέας Άγης και η σύζυγός του, η μουσικός της Λυρικής Σκηνής Κλυταιμνήστρα, και τα παιδιά τους, αντίστοιχα, ο Σωτήρης και η Ιοκάστη-Άννα.

 Στρέφοντας τα βέλη της στην τέχνη αλλά χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα αυτοαναφορικότητα, ταυτόχρονα σκιαγραφεί γλαφυρά την εποχή μας: τη σήψη σε όλα τα επίπεδα, την απανθρωποποίηση, την ομφαλοσκόπηση, την αποσάρθρωση των σχέσεων και την οικογενειακή αποξένωση
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Μιχάλης Αλμπάτης, Η νόσος των ουρητηρίων, Εκδ.: Νήσος
Σελ.: 392

Η αρχική ιδέα εξελίσσεται σε ένα σύνθετο δυστοπικό έργο που μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους: ως αλληγορία για το τέλος του πολιτισμού και τη σήψη της κοινωνίας και των θεσμών, ως σάτιρα για τη σύγχρονη τέχνη και τα κακώς κείμενα που την αφορούν, ως σχόλιο για την ακηδία, την αποξένωση, τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τις νευρώσεις της εποχής και ως σήμα κινδύνου για τους κάθε είδους ολοκληρωτισμούς και τον φασισμό που διαρκώς ελλοχεύει και μπορεί να κρύβεται ακόμη και πίσω από τις καλύτερες προθέσεις.

Τα ερωτήματα που αναδύονται είναι πολλά: Τι συμβαίνει όταν διαψεύδονται οι προσδοκίες του καλλιτέχνη; Ποιος είναι ο αυθεντικός καλλιτέχνης και σε ποια πλευρά οφείλει να στέκεται; Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη και του διανοούμενου σήμερα; Τι σημαίνει πρωτοπορία; Πώς ποδηγετείται το κοινό και ποιες είναι οι δικές του ευθύνες; Μπορεί η τέχνη να γίνει αντίβαρο στη χυδαιότητα της εποχής; Γιατί δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, τόσο στην τέχνη όσο και στις ιδεολογίες; Τι διαχωρίζει την υψηλή κουλτούρα από τις πιο μαζικές εκδοχές της; Η παιδεία μπορεί να μας προστατέψει από τον φασισμό;

Ο Αλμπάτης κυκλώνει ασφυκτικά το πορτρέτο του συγγραφέα, αποδομώντας το και μη επιτρέποντάς του οποιαδήποτε διέξοδο. Το στηλιτεύει από κάθε πλευρά: από μίζερους, υπερόπτες συγγραφίσκους που ονειρεύονται δόξες και ανταγωνίζονται μέχρι τελικής πτώσεως ο ένας τον άλλον μέχρι μεγαλόσχημους διανοούμενους που υποδύονται τους πνευματικούς ταγούς. Στους καλλιτέχνες γενικά επιφυλάσσει μια ανελέητη ομοβροντία διόλου κολακευτικών χαρακτηρισμών: «Μυγιάγγιχτοι, αλαζόνες, εγωιστές, μεμψίμοιροι, φθονεροί, κακεντρεχείς, ελιτιστές, μαλθακοί, νευρασθενείς, αλκοολικοί και γεροπαραλυμένοι».

Ασκεί δριμεία κριτική, καυτηριάζοντας την αλαζονεία, τον ελιτισμό και την αφ’ υψηλού θέαση του κόσμου εκ μέρους τους, ενώ θίγει πολλά αρνητικά φαινόμενα που μαστίζουν και την ελληνική πραγματικότητα. Αναφέρεται σε εκδότες που βιοπορίζονται «με το να τυπώνουν επί χρήμασι, σε ταρίφες εξωφρενικές, οποιοδήποτε πόνημα ξεβραζόταν ως τον εκδοτικό οίκο τους», για πληκτικά έως θανάτου βιβλία που η διανόηση και η κριτική ανακηρύσσουν αριστουργήματα και που το «ξεγελασμένο, υποταγμένο στις αυθεντίες» κοινό σπεύδει να καταβροχθίσει, αλλά και για συγγραφείς που κάθε χρόνο εκδίδουν ουσιαστικά το ίδιο μυθιστόρημα σε παραλλαγές.

Το σκωπτικό ύφος και ο σαρκασμός στα οποία μας έχει συνηθίσει ο Αλμπάτης είναι διάχυτα κι εδώ: η «Ασθένεια» που αρχικά εκδηλώθηκε ως πρωτοφανής άνοιξη του πνεύματος δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από την Ελλάδα, σαν ένας νέος Χρυσός Αιώνας: «Μια παγκόσμια πολιτισμική επανάσταση που από το αρχαίο “Λίκνο του Φωτός”, την Αθήνα, θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την υφήλιο», καθώς, όπως σημειώνει δηκτικά, «μόνο μέσα από μια μείξη αυθεντικών ελληνικών ούρων θα μπορούσε ένας τέτοιος ιός-αναμορφωτής να ξεπηδήσει». Η αδυσώπητα ιερόσυλη διάθεσή του είναι κι εδώ παρούσα. Το υπαρξιακό ερώτημα του Καμί «να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω έναν καφέ;» μετατρέπεται από έναν από τους παρακμιακούς ήρωες, ο οποίος βρίσκεται σε απόλυτο καλλιτεχνικό αδιέξοδο, σε «να τον παίξω ή να φτιάξω έναν καφέ;».

Το βασικό μειονέκτημα του βιβλίου, ωστόσο, που στερεί ένα μέρος από το σφρίγος της γραφής, είναι κάτι που παρατηρήσαμε και στο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους»: η πληθωρικότητά του, τόσο γλωσσικά όσο και αφηγηματικά, υπονομεύει την οικονομία του έργου. Η γλώσσα είναι υπερφορτωμένη, με ιδιαίτερη αδυναμία στη χρήση επιθέτων, ενώ η αφήγηση συχνά πλατειάζει και καταφεύγει σε επαναλήψεις, σαν να δυσκολεύεται να τιθασευτεί. Και αν στους «Νεκρούς» το γκροτέσκο παράλογο δικαιολογούσε εν μέρει αυτή την περίτεχνη και μπαρόκ εκζήτηση, εδώ, με πιο δοκιμιακού τύπου, φιλοσοφικό στοχασμό και περισσότερο αλληγορικό ύφος, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Ένα άλλο ζήτημα είναι πως δεν αποφεύγονται πάντα η τυποποίηση και τα κλισέ: αγράμματες καθαρίστριες, καταπιεσμένες νοικοκυρές που αγνοούν τι σημαίνει οφσάιντ, μπρουτάλ ταξιτζήδες, αυταρχικές σύζυγοι που καταπιέζουν τους ταξικά κατώτερους συζύγους τους. Στην πορεία, βέβαια, όλα αυτά καταρρίπτονται, αλλά η ίδια η ανατροπή στηρίζεται στα στερεότυπα που θέλει να υπονομεύσει. Παρά την αναμφισβήτητη γοητεία τέτοιων αντιθέσεων, τίποτα δεν επιβεβαιώνει περισσότερο τα κλισέ από την ίδια την επαναστατική ή παρωδιακή ανατροπή τους: ταξιτζήδες που γίνονται χορευτές κλασικού μπαλέτου, καθαρίστριες που ανακαλύπτουν ξαφνικά τον Νίτσε και τον Κίρκεγκορ και καταπιεσμένες μικροαστές νοικοκυρές που τα μαθήματα υποκριτικής τις μεταλλάσσουν σε αναρχικές λεσβίες.

Παρά τα ζητήματα στην οικονομία και τη σχηματική απεικόνιση κάποιων χαρακτήρων, η «Νόσος των ουρητηρίων» αναμφισβήτητα θέτει πολλά σημαντικά και καίρια ερωτήματα, χωρίς να επιδιώκει τελεσίδικες απαντήσεις. Στρέφοντας τα βέλη της στην τέχνη αλλά χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα αυτοαναφορικότητα, ταυτόχρονα σκιαγραφεί γλαφυρά την εποχή μας: τη σήψη σε όλα τα επίπεδα, την απανθρωποποίηση, την ομφαλοσκόπηση, την αποσάρθρωση των σχέσεων και την οικογενειακή αποξένωση· και όλα αυτά με αρκετά απαισιόδοξα χρώματα ομολογουμένως, υιοθετώντας, θα λέγαμε, τον πεσιμισμό του Εμίλ Σιοράν, μότο του οποίου –από το «Εγκόλπιο ανασκολοπισμού»– κοσμεί το βιβλίο.

Από ένα σημείο κι έπειτα, γίνεται σαφές πως η βαθιά παρακμή που περιγράφει ο Αλμπάτης δεν ανήκει σε κάποιο μακρινό δυστοπικό μέλλον· είναι η εποχή μας. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον που αποκομίζει ο αναγνώστης. Μήπως δεν διάγουμε άραγε την εποχή που κατακλύζεται από υπερτροφικά και υπερδιογκωμένα εγώ και στην οποία όλοι είναι δημιουργοί περιεχομένου και εμφορούνται από την ανάγκη της έκφρασης; Την εποχή που το κυνήγι της επιβράβευσης μέσω της ντοπαμίνης έχει εξελιχθεί σε εμμονή; Που ακόμα και οι διανοούμενοι αδυνατούν να δουν κάτι πέρα από τη φιλαυτία και το περιχαρακωμένο εγώ τους; Ίσως τελικά ο ιός να μην εκκολάφθηκε σε κάποιο ταπεινό ουρητήριο, αλλά να επωάστηκε για χρόνια «μέσα στα γάγγλια του πνεύματος, στα βράγχια της κουλτούρας, στο τέλμα μιας σήψης που εκείνοι, οι καλλιτέχνες, με κάππα πεζό, και οι διανοούμενοι, εξέθρεψαν». Μήπως υπάρχουν ήδη προειδοποιητικά σημάδια για μια επερχόμενη καταστροφή κι εμείς εθελοτυφλούμε; Ή μήπως, ακόμα χειρότερα, η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι ήδη εδώ;

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΑΒΒΑΤΟ Οι Έλληνες δεν γερνούν ποτέ

Βιβλίο / Οι Έλληνες δεν γερνούν ποτέ

Η Βερονίκ Μπουτόν-Μιγιό εξερευνά την τρίτη ηλικία στην ελληνική αρχαιότητα, ο Μιχάλης Αλμπάτης ενσωματώνει αριστουργηματικά το σεξ στο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» και η Ζέιντι Σμιθ ανατρέχει στο παρελθόν για να εξετάσει τον λαϊκισμό.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Βιβλίο / Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Η έκδοση του «Πορτρέτου του καλλιτέχνη ως νεαρού σκύλου» επιβεβαιώνει τη σπουδαία κληρονομιά του Ουαλού ποιητή και τον σημαντικό ρόλο του τόπου του στις ιστορίες του, αναθεωρώντας πολλές λάθος εκτιμήσεις για τη ζωή και τον θάνατό του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM