Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΛΜΠΑΤΗΣ είναι ο συγγραφέας του ανέλπιστου και πολυσυζητημένου μπεστ σέλερ «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (2022). Στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νόσος των ουρητηρίων», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νήσος, αποφεύγει για άλλη μια φορά τον σίγουρο δρόμο της επανάληψης της μεγάλης επιτυχίας του και τολμά να κινηθεί σε πιο απαιτητικά αλλά και πιο πρόσφορα για προβληματισμό μονοπάτια.
Στο νέο του βιβλίο, επεκτείνει θεματικές που τον απασχόλησαν, αμέσως μετά τους «Νεκρούς», στο «Η κατάλυση του χρόνου» (2024), όπως η αξία της τέχνης και της καλλιέργειας, αλλά με μια πιο φανταστική και δυστοπική οπτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά πυκνογραμμένο μυθιστόρημα που στηρίζεται σε μια απλή όσο και ευφυή ιδέα: ένας μυστηριώδης ιός ξεκινά από τα δημόσια ουρητήρια της Αθήνας για να εξαπλωθεί σταδιακά σε όλο τον πλανήτη. Δεν προσβάλλει κάποιο όργανο του σώματος αλλά μεταβάλλει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, προκαλώντας τους ξαφνική αγάπη για την υψηλή τέχνη και την έκφραση και μετατρέποντάς τους όλους σταδιακά σε καλλιτέχνες. Οι πρώτες που προσβάλλονται από τον ιό είναι οι γυναίκες που εργάζονται στις δημόσιες τουαλέτες, οι οποίες γίνονται μανιώδεις αναγνώστριες φιλοσοφικών έργων. Στη συνέχεια, ο ιός-αναμορφωτής πλήττει τον κλάδο των ταξιτζήδων, οι οποίοι ανακαλύπτουν αίφνης την αγάπη τους για το κλασικό μπαλέτο. Τα γούστα και η αισθητική υφίστανται ολοκληρωτική μεταστροφή. Οι νοικοκυρές παθιάζονται με την υποκριτική, οι οδοντίατροι αφοσιώνονται στη ζωγραφική, οι ποδοσφαιριστές εντρυφούν στην τέχνη των χαϊκού, οι δικηγόροι ασχολούνται με την τζαζ, οι σεξεργάτριες αφιερώνονται στην αγιογραφία και ούτω καθεξής. Σταδιακά όλες οι επαγγελματικές ομάδες μολύνονται και η «Ασθένεια» εξαπλώνεται από την πρωτεύουσα σε όλη τη χώρα, παίρνοντας τελικά διαστάσεις πανδημίας, χωρίς οι ειδικοί να καταφέρνουν να εξιχνιάσουν την προέλευση του αινιγματικού ιού.
Στρέφοντας τα βέλη της στην τέχνη αλλά χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα αυτοαναφορικότητα, ταυτόχρονα σκιαγραφεί γλαφυρά την εποχή μας: τη σήψη σε όλα τα επίπεδα, την απανθρωποποίηση, την ομφαλοσκόπηση, την αποσάρθρωση των σχέσεων και την οικογενειακή αποξένωση
Οι μόνοι που δεν προσβάλλονται από αυτόν τον «πυρετό της κουλτούρας» είναι οι νέοι και τα παιδιά. Ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, αλλάζει ριζικά. Η αρχικά ευεργετική άνθηση των τεχνών γρήγορα εξελίσσεται σε χαοτική κατάσταση και από ευλογία γίνεται κατάρα: η κοινωνία αρχίζει να καταρρέει. Οι κοινωνικοί δεσμοί δοκιμάζονται, νευραλγικοί τομείς της καθημερινής ζωής πλήττονται, οι συγκοινωνίες και οι μεταφορές υπολειτουργούν. Οι μόνοι που διατηρούν τη διαύγειά τους και προσπαθούν να αντιδράσουν είναι όσοι υπήρξαν καλλιτέχνες και πριν από αυτή την «πανώλη της κουλτούρας». Το μέλλον αρχίζει να παίρνει τη μορφή «ενός καταγέλαστου εφιάλτη».
Στην ουσία, η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι δύο βιβλία σε ένα. Ο Αλμπάτης αξιοποιεί δύο παράλληλα επίπεδα αφήγησης, ενσωματώνοντας μεταμοντερνιστικά στοιχεία. Όπως δηλώνει ο ίδιος, το βιβλίο ξεκίνησε ως νουβέλα, για να προσλάβει τελικά τη μορφή ενός εκτενούς μυθιστορήματος. Στον πρόλογο προτείνει πολλαπλούς τρόπους ανάγνωσης, ανάμεσα στην αρχική νουβέλα, η οποία διακρίνεται τυπογραφικά με γραμματοσειρά που θυμίζει γραφομηχανή, και το κυρίως σώμα του μυθιστορήματος, το οποίο εστιάζει κάθε φορά σε έναν από τους έξι βασικούς ήρωες. Η νουβέλα προσφέρει μια ευρύτερη, πιο μακροσκοπική θέαση των γεγονότων, ενώ τα επιμέρους κεφάλαια «ζουμάρουν» στις ζωές έξι συγκεκριμένων κατοίκων της Αθήνας, αναδεικνύοντας τις συνέπειες που έχει γι’ αυτούς η ασθένεια και το πώς επηρέασε και μεταμόρφωσε τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι δύο ζευγάρια και τα παιδιά τους: ο ταξιτζής Μπάμπης και η σύζυγός του, η νοικοκυρά Αριστέα, ο αποτυχημένος συγγραφέας Άγης και η σύζυγός του, η μουσικός της Λυρικής Σκηνής Κλυταιμνήστρα, και τα παιδιά τους, αντίστοιχα, ο Σωτήρης και η Ιοκάστη-Άννα.
Σελ.: 392
Η αρχική ιδέα εξελίσσεται σε ένα σύνθετο δυστοπικό έργο που μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους: ως αλληγορία για το τέλος του πολιτισμού και τη σήψη της κοινωνίας και των θεσμών, ως σάτιρα για τη σύγχρονη τέχνη και τα κακώς κείμενα που την αφορούν, ως σχόλιο για την ακηδία, την αποξένωση, τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τις νευρώσεις της εποχής και ως σήμα κινδύνου για τους κάθε είδους ολοκληρωτισμούς και τον φασισμό που διαρκώς ελλοχεύει και μπορεί να κρύβεται ακόμη και πίσω από τις καλύτερες προθέσεις.
Τα ερωτήματα που αναδύονται είναι πολλά: Τι συμβαίνει όταν διαψεύδονται οι προσδοκίες του καλλιτέχνη; Ποιος είναι ο αυθεντικός καλλιτέχνης και σε ποια πλευρά οφείλει να στέκεται; Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη και του διανοούμενου σήμερα; Τι σημαίνει πρωτοπορία; Πώς ποδηγετείται το κοινό και ποιες είναι οι δικές του ευθύνες; Μπορεί η τέχνη να γίνει αντίβαρο στη χυδαιότητα της εποχής; Γιατί δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, τόσο στην τέχνη όσο και στις ιδεολογίες; Τι διαχωρίζει την υψηλή κουλτούρα από τις πιο μαζικές εκδοχές της; Η παιδεία μπορεί να μας προστατέψει από τον φασισμό;
Ο Αλμπάτης κυκλώνει ασφυκτικά το πορτρέτο του συγγραφέα, αποδομώντας το και μη επιτρέποντάς του οποιαδήποτε διέξοδο. Το στηλιτεύει από κάθε πλευρά: από μίζερους, υπερόπτες συγγραφίσκους που ονειρεύονται δόξες και ανταγωνίζονται μέχρι τελικής πτώσεως ο ένας τον άλλον μέχρι μεγαλόσχημους διανοούμενους που υποδύονται τους πνευματικούς ταγούς. Στους καλλιτέχνες γενικά επιφυλάσσει μια ανελέητη ομοβροντία διόλου κολακευτικών χαρακτηρισμών: «Μυγιάγγιχτοι, αλαζόνες, εγωιστές, μεμψίμοιροι, φθονεροί, κακεντρεχείς, ελιτιστές, μαλθακοί, νευρασθενείς, αλκοολικοί και γεροπαραλυμένοι».
Ασκεί δριμεία κριτική, καυτηριάζοντας την αλαζονεία, τον ελιτισμό και την αφ’ υψηλού θέαση του κόσμου εκ μέρους τους, ενώ θίγει πολλά αρνητικά φαινόμενα που μαστίζουν και την ελληνική πραγματικότητα. Αναφέρεται σε εκδότες που βιοπορίζονται «με το να τυπώνουν επί χρήμασι, σε ταρίφες εξωφρενικές, οποιοδήποτε πόνημα ξεβραζόταν ως τον εκδοτικό οίκο τους», για πληκτικά έως θανάτου βιβλία που η διανόηση και η κριτική ανακηρύσσουν αριστουργήματα και που το «ξεγελασμένο, υποταγμένο στις αυθεντίες» κοινό σπεύδει να καταβροχθίσει, αλλά και για συγγραφείς που κάθε χρόνο εκδίδουν ουσιαστικά το ίδιο μυθιστόρημα σε παραλλαγές.
Το σκωπτικό ύφος και ο σαρκασμός στα οποία μας έχει συνηθίσει ο Αλμπάτης είναι διάχυτα κι εδώ: η «Ασθένεια» που αρχικά εκδηλώθηκε ως πρωτοφανής άνοιξη του πνεύματος δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από την Ελλάδα, σαν ένας νέος Χρυσός Αιώνας: «Μια παγκόσμια πολιτισμική επανάσταση που από το αρχαίο “Λίκνο του Φωτός”, την Αθήνα, θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την υφήλιο», καθώς, όπως σημειώνει δηκτικά, «μόνο μέσα από μια μείξη αυθεντικών ελληνικών ούρων θα μπορούσε ένας τέτοιος ιός-αναμορφωτής να ξεπηδήσει». Η αδυσώπητα ιερόσυλη διάθεσή του είναι κι εδώ παρούσα. Το υπαρξιακό ερώτημα του Καμί «να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω έναν καφέ;» μετατρέπεται από έναν από τους παρακμιακούς ήρωες, ο οποίος βρίσκεται σε απόλυτο καλλιτεχνικό αδιέξοδο, σε «να τον παίξω ή να φτιάξω έναν καφέ;».
Το βασικό μειονέκτημα του βιβλίου, ωστόσο, που στερεί ένα μέρος από το σφρίγος της γραφής, είναι κάτι που παρατηρήσαμε και στο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους»: η πληθωρικότητά του, τόσο γλωσσικά όσο και αφηγηματικά, υπονομεύει την οικονομία του έργου. Η γλώσσα είναι υπερφορτωμένη, με ιδιαίτερη αδυναμία στη χρήση επιθέτων, ενώ η αφήγηση συχνά πλατειάζει και καταφεύγει σε επαναλήψεις, σαν να δυσκολεύεται να τιθασευτεί. Και αν στους «Νεκρούς» το γκροτέσκο παράλογο δικαιολογούσε εν μέρει αυτή την περίτεχνη και μπαρόκ εκζήτηση, εδώ, με πιο δοκιμιακού τύπου, φιλοσοφικό στοχασμό και περισσότερο αλληγορικό ύφος, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Ένα άλλο ζήτημα είναι πως δεν αποφεύγονται πάντα η τυποποίηση και τα κλισέ: αγράμματες καθαρίστριες, καταπιεσμένες νοικοκυρές που αγνοούν τι σημαίνει οφσάιντ, μπρουτάλ ταξιτζήδες, αυταρχικές σύζυγοι που καταπιέζουν τους ταξικά κατώτερους συζύγους τους. Στην πορεία, βέβαια, όλα αυτά καταρρίπτονται, αλλά η ίδια η ανατροπή στηρίζεται στα στερεότυπα που θέλει να υπονομεύσει. Παρά την αναμφισβήτητη γοητεία τέτοιων αντιθέσεων, τίποτα δεν επιβεβαιώνει περισσότερο τα κλισέ από την ίδια την επαναστατική ή παρωδιακή ανατροπή τους: ταξιτζήδες που γίνονται χορευτές κλασικού μπαλέτου, καθαρίστριες που ανακαλύπτουν ξαφνικά τον Νίτσε και τον Κίρκεγκορ και καταπιεσμένες μικροαστές νοικοκυρές που τα μαθήματα υποκριτικής τις μεταλλάσσουν σε αναρχικές λεσβίες.
Παρά τα ζητήματα στην οικονομία και τη σχηματική απεικόνιση κάποιων χαρακτήρων, η «Νόσος των ουρητηρίων» αναμφισβήτητα θέτει πολλά σημαντικά και καίρια ερωτήματα, χωρίς να επιδιώκει τελεσίδικες απαντήσεις. Στρέφοντας τα βέλη της στην τέχνη αλλά χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα αυτοαναφορικότητα, ταυτόχρονα σκιαγραφεί γλαφυρά την εποχή μας: τη σήψη σε όλα τα επίπεδα, την απανθρωποποίηση, την ομφαλοσκόπηση, την αποσάρθρωση των σχέσεων και την οικογενειακή αποξένωση· και όλα αυτά με αρκετά απαισιόδοξα χρώματα ομολογουμένως, υιοθετώντας, θα λέγαμε, τον πεσιμισμό του Εμίλ Σιοράν, μότο του οποίου –από το «Εγκόλπιο ανασκολοπισμού»– κοσμεί το βιβλίο.
Από ένα σημείο κι έπειτα, γίνεται σαφές πως η βαθιά παρακμή που περιγράφει ο Αλμπάτης δεν ανήκει σε κάποιο μακρινό δυστοπικό μέλλον· είναι η εποχή μας. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον που αποκομίζει ο αναγνώστης. Μήπως δεν διάγουμε άραγε την εποχή που κατακλύζεται από υπερτροφικά και υπερδιογκωμένα εγώ και στην οποία όλοι είναι δημιουργοί περιεχομένου και εμφορούνται από την ανάγκη της έκφρασης; Την εποχή που το κυνήγι της επιβράβευσης μέσω της ντοπαμίνης έχει εξελιχθεί σε εμμονή; Που ακόμα και οι διανοούμενοι αδυνατούν να δουν κάτι πέρα από τη φιλαυτία και το περιχαρακωμένο εγώ τους; Ίσως τελικά ο ιός να μην εκκολάφθηκε σε κάποιο ταπεινό ουρητήριο, αλλά να επωάστηκε για χρόνια «μέσα στα γάγγλια του πνεύματος, στα βράγχια της κουλτούρας, στο τέλμα μιας σήψης που εκείνοι, οι καλλιτέχνες, με κάππα πεζό, και οι διανοούμενοι, εξέθρεψαν». Μήπως υπάρχουν ήδη προειδοποιητικά σημάδια για μια επερχόμενη καταστροφή κι εμείς εθελοτυφλούμε; Ή μήπως, ακόμα χειρότερα, η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι ήδη εδώ;