ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ στα εβραϊκά που πιθανότατα έχει ακούσει σχεδόν κάθε ενήλικας που μιλά αραβικά ή περσικά (ή ακόμα και οποιαδήποτε άλλη γλώσσα), είναι η λέξη «Μοσάντ». Πρόκειται για ένα εκπληκτικό επίτευγμα μυθοποίησης του Ινστιτούτου Πληροφοριών και Ειδικών Επιχειρήσεων, γνωστό σε όλο τον κόσμο με την εβραϊκή λέξη για το «ινστιτούτο». Τέτοια είναι η επιρροή που ασκεί η Μοσάντ στην ισραηλινή, ίσως και στην παγκόσμια φαντασία –μια αύρα μυστικισμού και αλάθητου περιβάλλει μια οργάνωση ταυτόχρονα πανταχού παρούσα και αόρατη– ώστε έχει καταστεί μια κοινή ονομασία για τις ποικίλες ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών, οι οποίες κερδίζουν τον θαυμασμό για την τόλμη τους και προκαλούν φόβο για τις απρόβλεπτες πράξεις βίας.
Πρόκειται για μια προσεκτικά καλλιεργημένη εικόνα. Σε αντίθεση με άλλες μυστικές υπηρεσίες που προτιμούν να κρύβονται στις σκιές, η Μοσάντ απολαμβάνει τη λιακάδα της ποπ κουλτούρας, συνεργαζόμενη με το Χόλιγουντ και με συγγραφείς προκειμένου να μυθοποιήσει τις επιτυχίες της, μεγάλες, μικρές και φανταστικές. Δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα ανήκουν σε αυτό το είδος, προσθέτοντας λάμψη στον μύθο, χωρίς να αναλύουν καθόλου την ιστορία της Μοσάντ από την πλευρά των διαφόρων παράνομων δολοφονιών και των εξεγέρσεων, τόσο αυτών που υποκίνησε όσο και αυτών που απέτυχαν, παράλληλα με την αμείλικτη κατασκοπευτική της δράση τόσο σε εχθρούς όσο και σε συμμάχους.
Χωρίς αμφιβολία, η ανακάλυψη του μυστικού πυρηνικού αντιδραστήρα της Συρίας από τον Ντάγκαν και ο επακόλουθος βομβαρδισμός του το 2007 απέτρεψαν το ενδεχόμενο ένας από τους εχθρούς του Ισραήλ να κατασκευάσει τη δική του ατομική βόμβα.
Το πρώτο βιβλίο, με τίτλο «The sword of freedom» («Το ξίφος της ελευθερίας»), είναι γραμμένο από τον Γιόσι Κοέν, ο οποίος ηγήθηκε της υπηρεσίας μεταξύ 2016 και 2021 και τώρα έχει πολιτικές φιλοδοξίες. Αν υπάρχουν κάποιες αποκαλύψεις στο ματαιόδοξο βιβλίο του, επισκιάζονται από την ψευδή ταπεινοφροσύνη και το ξέπνοο γράψιμό του («Ήμουν ένα φάντασμα, που δεν φαινόταν ποτέ... αόρατος, μια πνοή ανέμου με ανθρώπινη μορφή... ένας μύθος, ένας ψίθυρος»). Κατά τη διάρκεια της θητείας του, το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν ξεπέρασε κάθε εμπόδιο που μπορούσε να δημιουργήσει η Μοσάντ και εξελίχθηκε σε μια εκτεταμένη υπόγεια υποδομή. Ο ίδιος συμμετείχε επίσης στη μεταφορά εκατομμυρίων δολαρίων κάθε μήνα από το Κατάρ στη Γάζα, εφαρμόζοντας μια πολιτική που σήμερα θεωρείται από Ισραηλινούς σχολιαστές ως υποστηρικτική της Χαμάς. Καμία από τις δύο αποτυχίες δεν αναγνωρίζεται ούτε εξηγείται στο βιβλίο.
Ο Κόεν καυχιέται ότι κατάφερε να αποσπάσει τα πυρηνικά αρχεία του Ιράν, ένα κατόρθωμα επιτόπιας έρευνας που συγκρίνει με την ταινία «Η συμμορία των έντεκα» («Ocean’s Eleven»). Στη συνέχεια, περιγράφει, προσπαθώντας να δώσει δραματική πνοή στο βιβλίο, πώς διηύθυνε τη δολοφονία ενός Ιρανού πυρηνικού επιστήμονα στην Τεχεράνη, χρησιμοποιώντας ένα «ρομποτικό τουφέκι» που ελεγχόταν από το Τελ Αβίβ. Παρουσιάζει τη δολοφονία ως μια ιστορία ικανή να προσελκύσει έναν «σεναριογράφο του Χόλιγουντ», εμπλουτίζοντάς την με «ανάπτυξη χαρακτήρων». «Αποστολή εξετελέσθη. Τίτλοι τέλους», γράφει ο Κοέν μετά την εκτέλεση του επιστήμονα. Το υπόλοιπο βιβλίο αναμειγνύει μια ασύνδετη αναδρομή στην ισραηλινή ιστορία με τις γεωπολιτικές απόψεις του συγγραφέα, καταλήγοντας με την παράθεση εκκλήσεων από ανώνυμους διάσημους και διανοούμενους, ακόμη και από τον λόρδο Πίτερ Μάντελσον (προτού διασυρθεί λόγω της σχέσης του με τον Τζέφρι Έπστιν), στον Κοέν να θέσει υποψηφιότητα για πρωθυπουργός.
Το δεύτερο βιβλίο, με τίτλο «Architect of Espionage» («Αρχιτέκτονας της κατασκοπείας»), του συνήθως σχολαστικού ειδικού σε θέματα τρομοκρατίας Σάμιουελ Μ. Κατζ, αποτελεί μια κραυγαλέα αγιογραφία ενός από τους προκατόχους του Κοέν (και προσωπικού ήρωά του), του Μέιρ Ντάγκαν. Στο βιβλίο του Κατζ ο Ντάγκαν (ο οποίος άλλαξε το επώνυμό του από Χούμπερμαν σε κάτι περισσότερο ισραηλινό παρά ανατολικοευρωπαϊκό, για να προωθήσει την καριέρα του) είναι ο ιδανικός, σχεδόν υπερ-ηρωικός συνδυασμός γενναιότητας, θράσους και σιωνιστικού ζήλου. Αρπάζει χειροβομβίδες από τρομοκράτες, εισέρχεται λαθραία (παρόλο που δεν μιλάει αραβικά) στη Γάζα για να ηγηθεί μιας ομάδας εκτελεστών που μεταμφιέζονταν σε Παλαιστινίους και συμμετέχει σε παρακολουθήσεις και ανταλλαγές πυροβολισμών που στοίχισαν τη ζωή σε 490 «στόχους», χωρίς όμως «να σκοτώσει ποτέ κάποιον άμαχο», και προσπαθεί να εισχωρήσει κρυφά στις αιγυπτιακές εχθρικές γραμμές στον πόλεμο του 1973, όταν οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες είχαν αγνοήσει τις προειδοποιήσεις για μια επικείμενη αιφνιδιαστική εισβολή.
Ο Κατζ είναι τόσο γοητευμένος από τον Ντάγκαν, ο οποίος πέθανε το 2016, που περιγράφει τα κατορθώματά του κατά την αποτυχημένη περιπέτεια του Ισραήλ στον Λίβανο ως αποτέλεσμα μιας προσωπικότητας που ήταν «μισός Τζορτζ Σμάιλι… μισός Τζέιμς Μποντ». Αυτός είναι ένα μάλλον υπερβολικός χαρακτηρισμός για τον άνθρωπο που επέβλεψε την «Επιχείρηση Ολυμπία», ένα σχέδιο που περιλάμβανε την τοποθέτηση εκατοντάδων κιλών εκρηκτικών σε ένα στάδιο όπου επρόκειτο να μιλήσει ο Γιάσερ Αραφάτ, ενέργεια που θα σκότωνε το όχι μόνο τον ίδιο και τους άμεσους συνεργάτες του αλλά και ξένους αξιωματούχους καθώς και πλήθος αθώων Λιβανέζων. (Ο τότε πρωθυπουργός Μενάχεμ Μπέγκιν έμαθε τελικά για το σχέδιο και διέταξε την αναστολή του.) Η περιγραφή του Κατζ για την ανάληψη της ηγεσίας της Μοσάντ από τον Ντάγκαν το 2002 και για την οκταετή θητεία του σε αυτόν τον ρόλο καταδεικνύει τον κίνδυνο να παρασυρθεί κανείς από τη μυστικιστική αύρα των ιστοριών κατασκοπείας, ένα στοιχείο στο οποίο λίγοι από όσους γράφουν για τη Μοσάντ μπορούν να αντισταθούν. Τόσο σαγηνευτικές είναι οι τακτικές που περιγράφει ο Κατζ –η τεχνική της κατασκοπείας, οι κρυμμένοι πυροκροτητές, οι διπλοί πράκτορες, το «κυνήγι»– που σπάνια σταματά να σκεφτεί αν πέτυχαν τελικά κάποιον σημαντικό στρατηγικό στόχο.
Χωρίς αμφιβολία, η ανακάλυψη του μυστικού πυρηνικού αντιδραστήρα της Συρίας από τον Ντάγκαν και ο επακόλουθος βομβαρδισμός του το 2007 απέτρεψαν το ενδεχόμενο ένας από τους εχθρούς του Ισραήλ να κατασκευάσει τη δική του ατομική βόμβα. (Το Ισραήλ διαθέτει δεκάδες τέτοιες βόμβες που κατασκεύασε κρυφά και αρνείται να παραδεχτεί την ύπαρξή τους.) Ωστόσο, πιο ψύχραιμοι συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι το κύμα δολοφονιών που επέβλεψε ο Ντάγκαν δεν συνέβαλε ουσιαστικά στην ενίσχυση της ασφάλειας του Ισραήλ, ενώ παράλληλα προδόθηκε περαιτέρω η ηθική του υπόσταση. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Ντάγκαν, το Ιράν έγινε ισχυρότερο, ο πόλεμος του 2006 με τη Χεζμπολάχ κατέληξε σε αδιέξοδο και η Μοσάντ υπέστη ταπείνωση όταν τα πρόσωπα μιας ομάδας εκτελεστών της στο Ντουμπάι καταγράφηκαν από κάμερα, γεγονός που έθεσε οριστικά τέλος στην καριέρα του Ντάγκαν.
Με στοιχεία από τους «Financial Times»