ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΟΥΣΕ ΧΑΜΗΛΟ ΠΡΟΦΙΛ, συνομιλητής τόσο του σπουδαίου βυζαντινολόγου Στίβεν Ράνσιμαν όσο και του Γ.Χ. Όντεν, φίλος του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Γιάννη Τσαρούχη, συνοδοιπόρος του Νάνου Βαλαωρίτη και του Κώστα Ταχτσή στην περιπέτεια του περιοδικού «Πάλι» και λαμπρός επιμελητής εκδόσεων στο Λονδίνο όπου ξενιτεύτηκε, ο Νίκος Στάγκος (1936-2004) ουδέποτε έγινε ευρέως γνωστός στη χώρα μας. Ένα βιβλίο, ωστόσο, ο «Αγνός εραστής» του Ντέιβιντ Πλαντ, που κυκλοφόρησε το 2014 από την Εστία, προσφέρει μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική όσο και συγκινητική συνάντηση μαζί του, ικανή να καλύψει το κενό.
«Πίστευες ότι αγαπώ σημαίνει αγαπώ απόλυτα, που σημαίνει μιαν αγάπη απαλλαγμένη από όλα τα επουσιώδη, απαλλαγμένη από οτιδήποτε σχετικό, απαλλαγμένη από ιστορία, που σημαίνει μιαν αγάπη, ω, απόλυτη. Οπότε, πρέπει να με αγαπάς βρίσκοντας σε μένα τον πυρήνα της αγάπης απόλυτο. Και αυτό έκανες – κράτησες τον πυρήνα σταθερό μέσα σε όλη του την αγνότητα». Οι παραπάνω φράσεις δεν είναι παρά θραύσμα του «εξοντωτικού, τολμηρού, προσωπικού θρήνου» κατά τον Φίλιπ Ροθ, του θρήνου που άπλωσε στον «Αγνό εραστή» ο Αμερικανός συγγραφέας και καθηγητής Δημιουργικής Γραφής στο Κολούμπια, Ντέιβιντ Πλαντ, πενθώντας για τον χαμό του ανθρώπου με τον οποίο συμπορεύτηκε ερωτικά κοντά τέσσερις δεκαετίες.
«Ήταν κοινωνικός, είχε μια αμεσότητα στον λόγο του και ενίοτε μπορούσε να γίνει προκλητικός. Μερικές φορές εύχομαι να κρατούσε το στόμα του κλειστό!»
Στον Νίκο Στάγκο απευθύνεται ο Πλαντ από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου του, είτε ανασυνθέτοντας τον παράδεισο της κοινής τους διαδρομής είτε αναφερόμενος στην εποχή που προηγήθηκε της γνωριμίας τους. Και η αλήθεια είναι πως όταν ολοκληρώνεται το αφηγηματικό του παζλ, όταν η άδοξη μάχη του Έλληνα εραστή του με τον καρκίνο παίρνει τέλος, είναι αδύνατο να μη συμμεριστείς την οδύνη του γι’ αυτήν την απώλεια. «Χαλάρωσε, λέω στον εαυτό μου», διαβάζουμε, «άσε ελεύθερα όλα όσα νιώθεις, αφέσου στη θλίψη και ω, άφησε αυτή τη θλίψη ν’ απλωθεί, ν’ απλωθεί κι άλλο, να με ξεπεράσει, έτσι που να πάψει αυτή η θλίψη να είναι δική μου».
Καρπός ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ενός καλλιεργημένου ζεύγους μεσοαστών με προσφυγικές καταβολές από τη Σωζόπολη και την Κωνσταντινούπολη, ο Νίκος Στάγκος γεννήθηκε στην Αθήνα επί δικτατορίας Μεταξά και μεγάλωσε ανάμεσα στο παλιό αεροδρόμιο και τη θάλασσα, υπό τους ήχους του Μπαχ, μαθαίνοντας το λατινικό αλφάβητο πριν από το ελληνικό, παρατηρώντας με τις ώρες το νερό να τρέχει στ’ αυλάκια του κήπου κι έχοντας για συντροφιά κυρίως τη γάτα του και την αριστερή υπηρέτρια του σπιτιού, από την τυραννία της οποίας υπέφεραν όλοι εκτός από τον ίδιο. «Ήσουν πεισματάρης, δύσκολος κι όχι ιδιαίτερα ευχάριστος». «Ήθελες να γίνεις πιανίστας, ήξερες όμως ότι οι δικοί σου δεν θα σ’ το επέτρεπαν. Οι γονείς σου ήθελαν να γίνεις γιατρός».
Απόφοιτος του ΜΙΤ, ο πρόωρα χαμένος πατέρας του Στάγκου είχε συμμετάσχει ως αρχιτέκτονας στην ανέγερση του μπενάκειου κτιρίου στο Κολέγιο Ψυχικού κι εκεί, στο οικοτροφείο του σχολείου, έμελλε να περάσει «δυστυχισμένος» την εφηβεία του ο ίδιος, ενώ αντίπαλες στρατιές μαθητών έριζαν για «χάρη της λεπταίσθητης ομορφιάς» του. «Έκοψες τις φλέβες σου επειδή ήθελες να πεθάνεις, ξέροντας ακόμα ότι δεν θα πέθαινες», γράφει ο Πλαντ ανακαλώντας όσα του εκμυστηρεύτηκε αργότερα ο αγαπημένος του, χωρίς να παραλείψει τις μαθητικές περγαμηνές του τελευταίου, ούτε την πολιτική του δράση ως μέλους του παράνομου ακόμα ΚΚΕ.
Στην καρδιά του «Αγνού εραστή», ο Αμερικανός συγγραφέας διατρέχει τη φοιτητική πορεία του Στάγκου σε πανεπιστήμια του Οχάιο, του Κονέκτικατ και στο Χάρβαρντ, όπου, αντί για ιατρικές, έκανε με υποτροφία ανθρωπιστικές σπουδές. Με το που φτάνει στη χρονιά της γνωριμίας τους στο Λονδίνο, το γραπτό του πλημμυρίζει από αναφορές στους λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης, από παραπομπές σε αρχαιοελληνικά κείμενα, από στίχους του Στάγκου αλλά και δικούς του, από φέτες ζωής που μοιράστηκαν οι δυο τους κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου, νοτισμένες όλες από λυρισμό, πάθος κι ένα αίσθημα πληρότητας.
Εγκατεστημένος στο Λονδίνο από το 1965, ο Νίκος Στάγκος εργάστηκε στο γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας, απ’ όπου παραιτήθηκε μόλις πήρε την εξουσία η χούντα, και στη συνέχεια, μολονότι τα αγγλικά δεν ήταν η μητρική του γλώσσα, ανέλαβε για ένα φεγγάρι υπεύθυνος της σειράς ποίησης των εκδόσεων Penguin, συστήνοντας δημιουργούς όπως ο Ρίτσος, ο Πεσόα, ο Άσμπερι και η Τσβετάγεβα. Από το 1974, δε, και για τα επόμενα τριάντα χρόνια διέπρεψε στον Thames & Hudson ως επιμελητής βιβλίων τέχνης, παίζοντας καθοριστικό ρόλο με τις επιλογές του –βλέπε Ντέιβιντ Χόκνεϊ, Φράνσις Μπέικον, Λούσιαν Φρόιντ– στο πεδίο της σύγχρονης εικαστικής σκηνής.
«Στη δουλειά του ήταν απίστευτα σχολαστικός, αλλά όλη του η ευαισθησία και η προσοχή πήγαινε στους συγγραφείς με τους οποίους συνεργαζόταν […] Ήταν κοινωνικός, είχε μια αμεσότητα στον λόγο του και ενίοτε μπορούσε να γίνει προκλητικός. Μερικές φορές εύχομαι να κρατούσε το στόμα του κλειστό! Πραγματικά δεν μασούσε τα λόγια του. Ενώ σχεδόν έκρυβε το γεγονός ότι έγραφε ποίηση, δεν υπήρχε περίπτωση να συζητήσεις μαζί του και να μη μάθεις ποια είναι η άποψή του για οτιδήποτε». Έτσι περιέγραψε τον Νίκο Στάγκο ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οίκου στον Ηλία Μαγκλίνη, ο οποίος, εκτός από τη μετάφραση, υπογράφει και το κατατοπιστικό επίμετρο της ελληνικής έκδοσης του «Αγνού εραστή». Μακάρι να επανεκδοθούν και οι ποιητικές συλλογές του Στάγκου –«Ποιήματα 1966-1977» και «Τα οικεία περιβάλλοντα των λέξεων»– είτε από τον Κέδρο που τα είχε πρωτοκυκλοφορήσει είτε από την Άγρα που τα έχει υποσχεθεί.