ΔΕΝ ΜΕ ΣΟΚΑΡΕΙ ούτε με θυμώνει μια τέτοια κίνηση. Ακόμα και αν ξέρω πως πιθανότατα είναι προορισμένη να αποτύχει κάθε προσπάθεια ρύθμισης ενός προβλήματος που έχει πολύ μεγάλο βάθος. Ακόμα και αν η ηθικίστικη προσέγγιση και ιδίως από κυβερνήσεις της δεξιάς είναι, εκ των έσω, υπονομευμένη. Διότι η χρήση/κατάχρηση των social από πολύ μικρή ηλικία, η καταβύθιση σε αυτά, είναι αποτέλεσμα μιας ποπ επιχειρηματικότητας που δίχως αυτήν και τις ωθήσεις της οι περίφημες αγορές και η ίδια η σύγχρονη οικονομία δεν μπορούν να υπάρξουν. Χωρίς την κατάχρηση, το doomscrolling, τη συνεχή σύνδεση του χρήστη σε ένα δαιδαλώδες οικοσύστημα διαφήμισης, challenges, video sharing κ.λπ. δεν λειτουργεί οικονομία επικοινωνιακού καπιταλισμού. Η αλόγιστη χρήση από μέρους μας είναι η ίδια η πάγια και «ορθολογική» βούληση των πλατφορμών και συνολικά των ανθρώπων που κινούν τις προωθητικές ενέργειες.
Αν ήμουν, λοιπόν, πολιτικό κόμμα της αριστεράς, δεν θα έσπευδα να πάρω θέση για το θέμα. Ιδίως δεν θα έκανα αυτό που παρατηρείται συχνά όταν εξαγγέλλονται τέτοια μέτρα ή προθέσεις μέτρων, όπως, προ καιρού, με τα κινητά στα σχολεία: δεν θα εμφανιζόμουν με τη σημαία κατά της καταστολής λες και τα σόσιαλ των μαθητών είναι πεδία κοινωνικού ακτιβισμού και πολιτικής συνειδητότητας (υπάρχει και αυτό, αφορά όμως ελάχιστους στην ηλικιακή ζώνη της πρώιμης εφηβείας). Όταν επίσης ζητά κανείς –και πολύ σωστά το διεκδικεί– την αυστηρή αντιμετώπιση διαφόρων μορφών καπιταλιστικής αυθαιρεσίας και ανομίας, όταν δεν είναι δηλαδή σε όλα τα θέματα και επί της αρχής «κατά των απαγορεύσεων», (σαν υπερφιλελεύθερος μαχητής της ιερής ατομικής επιλογής) δεν υπάρχει ανάγκη να βλέπει και παντού τον δαίμονα της καταστολής.
Αν μιλήσουμε για τα σημαντικά, το θέμα δεν θα είναι οι απαγορεύσεις ούτε οι αντι-απαγορεύσεις αλλά το πώς μπορούμε να διαπραγματευτούμε συλλογικά μια άλλη σχέση με την τεχνολογία.
Τo πρόβλημα της εξάρτησης και οι συνέπειές του, ιδίως η καταστροφή της προσήλωσης και η αποδιοργάνωση του μηχανισμού της συγκέντρωσης, είναι πραγματικό και φυσικά γενικό. Αφορά και μας, και τις ηλικίες που γνώρισαν την αναλογική εποχή, και τους νεότερους. Όμως εμείς, οι μεγαλύτεροι, είχαμε το προνόμιο μιας κάποιας προσήλωσης. Υπήρξαμε γενιές που γνώρισαν την εμπορευματοποίηση των επιθυμιών μας, έχοντας όμως και τη δυνατότητα να πούμε όχι, να μην προσχωρήσουμε, να αποτινάξουμε από πάνω μας κάποιες εξαρτήσεις. Εδώ και κάποια χρόνια η ψυχική απορρύθμιση και ο πανικός της υπερδικτυωμένης ζωής έχουν επεκταθεί σε ασύλληπτο βαθμό. Φυσικά, με ένα σύστημα ανταμοιβών, ανακουφιστικής εκτόνωσης, αγχωμένης αποφόρτισης σε εναλλαγή με την αύξηση ενός δομικού άγχους.
Οι μελέτες, η σύγχρονη ψυχανάλυση των εξαρτήσεων, η σημαντική κριτική θεωρία για τις τεχνολογίες της επιτήρησης και την «ευτυχιοκρατία», όλα αυτά τα έχουμε συζητήσει εδώ και δέκα χρόνια. Είμαστε μέσα τους, είμαστε, σε μεγάλο βαθμό, το πειραματικό πεδίο μετασχηματισμών που ξέρουμε την παθολογία τους.
Και η απαγόρευση; Η τεχνική δυσκολία στην εφαρμογή παρόμοιων μέτρων; Το κλείσιμο του ματιού στους σαστισμένους γονείς και σε αυτή την κοινή γνώμη που πιστεύει πως η απάντηση σε διάφορες εκτροπές βρίσκεται στις μεγάλες ποινές και στην «αυστηρότητα»; Από ένα σημείο και πέρα αυτά είναι αναμενόμενα. Ξέρουμε πως η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν καίγονται για την ισορροπία ή την ουσιαστική ευζωία των δεκατριάχρονων. Ούτε όμως κι εμείς, οι άλλοι, χρειάζεται να καιγόμαστε για την ανεμπόδιστη συνάντηση κάθε πλατφόρμας με τον πελάτη. Ούτε βεβαίως να πονάμε γιατί η πλατφόρμα θα χάσει ένα μέρος από τους εγγεγραμμένους χρήστες της. Η αλήθεια είναι ότι στις κοινωνίες της απορρύθμισης, κανένας νόμος δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Ιδίως όταν έχει χτιστεί ολόκληρο παγκόσμιο σύστημα διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων που περιέχει πολύπλοκες στρατηγικές σαγήνευσης, διαχείριση της μοναχικότητας και σύνθετους συναισθηματικούς κώδικες ακατανόητους συχνά για τους «εκτός».
Λέω, ωστόσο, πως δεν έχουμε λόγο να είμαστε κατά μιας απαγόρευσης μόνο και μόνο γιατί συνιστά απαγόρευση, δηλαδή κάτι που περιορίζει. Εκτός αν είμαστε λιμπερτάριανς ή θεωρούμε πως η φιλοεπιχειρηματική δεξιά είναι κατά της ελευθερίας των αγορών (εδώ: των αγορών της επιθυμίας και της επικοινωνίας). Όμως αυτό δεν συμβαίνει.
Από εκεί και πέρα, η ουσιαστική συζήτηση για τέτοια θέματα αρχίζει μετά ή πέραν της νομικής και διοικητικής πλευράς. Και εκεί, στον αληθινό προβληματισμό, δεν έχουν να πουν κάτι όσοι παραχωρούν διαρκώς έδαφος στο ψηφιακό –στο σχολικό σύστημα και αλλού– εις βάρος άλλων εκδοχών επικοινωνίας και παιδαγωγικής σχέσης. Αν η συζήτηση κατευθυνθεί προς τα σημαντικά, το θέμα δεν θα είναι οι απαγορεύσεις ούτε οι αντι-απαγορεύσεις όσο το πώς μπορούμε να διαπραγματευτούμε συλλογικά μια άλλη σχέση με την τεχνολογία, την επικοινωνία και τις επιθυμίες μας. Αυτά όλα δεν είναι πολυτέλεια αφού τα βρίσκουμε μπροστά μας, αφού, όπως έχουμε καταλάβει, έχουν γίνει το ίδιο το εύθραυστο οικοδόμημα της ζωής μας.