ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΟΥ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Βερολίνο βομβαρδιζόταν από τους Αμερικανούς την ημέρα και από τους Βρετανούς τη νύχτα, ο τρόπος με τον οποίο οι Βερολινέζοι αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον δεν ήταν πλέον το παραδοσιακό «auf Wiedersehen». Αντ’ αυτού, έλεγαν «bleiben Sie übrig», δηλαδή «μείνετε ζωντανοί». Ο Ian Buruma χρησιμοποιεί αυτή την απελπισμένη προτροπή ως τον τίτλο του βιβλίου του, «Stay Alive: Berlin, 1939-1945», το οποίο, όπως σημειώνει ο ίδιος, είναι «μια ιστορία των πιο σκοτεινών χρόνων του Βερολίνου, όταν εκεί σχεδιάζονταν και διαπράττονταν φρικτά εγκλήματα». Αλλά είναι επίσης «εν μέρει μια ερωτική επιστολή» προς μια πόλη της οποίας η περίοδος του πολέμου δεν έχουν τύχει της προσοχής που τους αξίζει. «Ίσως οι φιλελεύθεροι Γερμανοί συγγραφείς αποφεύγουν εκείνη την περίοδο», γράφει, «προκειμένου να μην αφήσουν καμία υπόνοια εθνικής αυτολύπησης».
Η ναζιστική βαρβαρότητα είχε αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα μια κοινωνική υποταγή που έκανε κάθε αντίσταση εξαιρετικά επικίνδυνη.
Ο Ολλανδός συγγραφέας, ο οποίος έχει γράψει στο παρελθόν για την ιστορία και τον πολιτισμό της Άπω Ανατολής, είναι επίσης καθηγητής ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογραφίας στο Bard College και το βιβλίο γεννήθηκε από τη δική του στενή σχέση με το Βερολίνο της εποχής του πολέμου. Ο πατέρας του, Leo Buruma, έφτασε στην πόλη στα μέσα του πολέμου σε ηλικία 20 χρονών και εργάστηκε εκεί σε ένα εργοστάσιο όπλων, μέχρι τον Μάιο του 1945, όταν ο σοβιετικός στρατός εισέβαλε στην πόλη.
Πώς βρέθηκε ο πατέρας του στο Βερολίνο; Καθώς οι υγιείς Γερμανοί άνδρες επιστρατεύονταν για να πολεμήσουν, εργάτες από τα εδάφη που είχαν καταλάβει οι ναζί επιστρατεύονταν για να καλύψουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού. Μερικοί από αυτούς τους ξένους εργάτες προσφέρθηκαν εθελοντικά, αλλά πολλοί, όπως ο Leo Buruma, στρατολογήθηκαν με τη βία και αναγκάστηκαν να πάνε στη Γερμανία. Έτσι, την άνοιξη του 1943, μεταφέρθηκε από την ολλανδική πόλη Νιμέγκεν, όπου γεννήθηκε, για να ενταχθεί στους 400.000 «Fremdarbeiter» (ξένους εργάτες) στο Βερολίνο. Υπολογίζεται ότι στην κορύφωση του πολέμου υπήρχαν περισσότεροι από τρία εκατομμύρια από αυτούς στη Γερμανία. Οι Ουκρανοί, οι Ρώσοι, οι Πολωνοί και άλλοι εργάτες από «κατώτερες φυλές» αντιμετωπίζονταν λίγο καλύτερα από σκλάβους. Ήταν τόσο υποσιτισμένοι, γράφει στο βιβλίο του ο Buruma, που πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν. Όσοι προέρχονταν από χώρες της Δύσης, ωστόσο, ειδικά από εδάφη όπως η Ολλανδία που θεωρούνταν «γερμανικά, απολάμβαναν ορισμένες ελευθερίες.
Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν ένα αγόρι από την επαρχία και, παρότι η καταναγκαστική εργασία και η απειλή των βομβών αποτελούσαν μια καθημερινή φρίκη, «το ναζιστικό Βερολίνο της εποχής του πολέμου είχε ορισμένα πλεονεκτήματα για έναν νεαρό Ολλανδό που δεν είχε ζήσει ποτέ πριν σε μια μεγάλη μητρόπολη». Στον ελεύθερο χρόνο του πήγαινε σε συναυλίες και στον κινηματογράφο, παρακολουθούσε ποδοσφαιρικούς αγώνες και δοκίμασε για πρώτη φορά κινέζικο φαγητό. Επίσης, έγινε φίλος με μια Ουκρανή εργάτρια ονόματι Νάντια, την οποία θυμόταν με νοσταλγία, ακόμη και στα γεράματά του, δεκαετίες μετά την τελευταία φορά που την είδε.
Το βιβλίο του Buruma, παρότι αντλεί έμπνευση από παλιές φωτογραφίες και επιστολές από την περίοδο που ο πατέρας του βρισκόταν στο Βερολίνο, αφηγείται μια ευρύτερη ιστορία για το πώς οι Βερολινέζοι αντιμετώπισαν και διαχειρίστηκαν τον πόλεμο. Η ζωή υπό το ναζιστικό καθεστώς παρουσίαζε «κάθε είδους ηθικά διλήμματα» και δεν ήταν όλοι «φτιαγμένοι για να γίνουν ήρωες», σημειώνει. Ωστόσο, «αρκετοί Γερμανοί κατάφεραν να παραμείνουν αξιοπρεπείς, όταν η αξιοπρέπεια μπορούσε να είναι πολύ επικίνδυνη». Φυσικά, υπήρχαν άθλιοι καιροσκόποι μεταξύ των Βερολινέζων, «τραμπούκοι στους οποίους είχε δοθεί άδεια να κάνουν τα χειρότερα». Η πλειοψηφία, ωστόσο, δεν καθοδηγούνταν από κάποια ιδεολογία: «Απλώς συμμορφώνονταν, έκαναν ό,τι τους ζητούσαν και απέστρεφαν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δυσάρεστο». Ήταν αυτό που «τόσο πολλοί Γερμανοί προσποιούνταν ότι ήταν μετά τον πόλεμο: unpolitisch, δηλαδή "απολιτικοί"».
Η αφήγηση του βιβλίου εξελίσσεται χρονολογικά, έτος προς έτος, ξεκινώντας από το 1939, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, στις 3 Σεπτεμβρίου, χωρίς τον πατριωτικό ενθουσιασμό που είχε συνοδεύσει την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Η ναζιστική βαρβαρότητα είχε αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα μια κοινωνική υποταγή που έκανε κάθε αντίσταση εξαιρετικά επικίνδυνη. Υπήρχαν περίπου 90.000 Εβραίοι που ζούσαν ακόμα στο Βερολίνο (γύρω στο 2% του πληθυσμού της πρωτεύουσας), ο μισός αριθμός από όσους κατοικούσαν εκεί το 1933, όταν οι Ναζί ανέλαβαν την εξουσία. «Ένας συνηθισμένος χαιρετισμός μεταξύ των Εβραίων του Βερολίνου ήταν: "Πώς πάει η μετανάστευσή σου;"»
Οι ναζί χρησιμοποίησαν τον κινηματογράφο για να διατηρήσουν υψηλό το ηθικό. Πολλές από αυτές τις ταινίες ήταν φαντασιώσεις διαφυγής, ο κινηματογράφος είχε όμως και τη σκοτεινή του πλευρά: μια ταινία όπως το «Jew Süss» (1940) παρουσίαζε με γλαφυρό τρόπο τα χειρότερα αντισημιτικά στερεότυπα. Όπως μάλιστα διαβάζουμε στο βιβλίο, οι ηθοποιοί που υποδύονταν τους ρόλους των Εβραίων απαίτησαν, πριν από τη συμμετοχή τους, διαβεβαιώσεις ότι οτιδήποτε γραφόταν στον Τύπο για την ταινία έπρεπε να καθιστά απολύτως σαφές ότι «κανένας από τους ηθοποιούς δεν είχε ούτε σταγόνα εβραϊκού αίματος».
Το χιούμορ βοήθησε τους Βερολινέζους να επιβιώσουν. Οι μουσικοί της τζαζ που ζούσαν σε καθεστώς παρανομίας χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον με το «Swing Heil!» (αντί για το ναζιστικό «Seig Heil»). Τα ανατρεπτικά αστεία για το ναζιστικό καθεστώς έδιναν στους «ευπρεπείς Γερμανούς μια φευγαλέα αίσθηση αξιοπρέπειας, την αίσθηση ότι αντιστέκονταν». Ο πόλεμος τελειώνει με το Βερολίνο γεμάτο ερείπια, «μια θάλασσα από καπνισμένα χαλάσματα» και ο συγγραφέας κλείνει το βιβλίο του με μια εικόνα από τις ουρές που σχημάτιζαν οι Γερμανίδες που προσπαθούσαν να καθαρίσουν τα συντρίμμια και να απαλύνουν το σκηνικό ολοκληρωτικής καταστροφής. Ήταν η πρώτη μέρα ενός νέου μεταπολεμικού κόσμου και η ανοικοδόμηση μιας μεγάλης πόλης είχε ήδη αρχίσει.
Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»