Η ΚΑΡΟΛΑΪΝ ΜΠΡΙΚΣ ήταν απόφοιτος του Χάρβαρντ με ειδικότητα στον Σαίξπηρ, όταν βρέθηκε να διδάσκει Λογοτεχνία στην έδρα που έφερε το όνομα Stephen E. King στο Πανεπιστήμιο του Μέιν, από το οποίο αποφοίτησε ο διάσημος συγγραφέας βιβλίων τρόμου. Κατά τον διορισμό της, οι εργοδότες της τής είχαν πει να μην αποπειραθεί να έρθει με κανέναν τρόπο σε επαφή με τον συγγραφέα. Όμως, τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον «Στιβ», όπως της συστήθηκε, ο οποίος αποδείχθηκε «ψυχούλα»: «Δεν μπορούσα να το πιστέψω», θυμάται. «Ο άνθρωπος που είχε τρομοκρατήσει γενιές αναγνωστών –κι εμένα μαζί τους– ήταν τόσο… γλυκός».
Ο Κινγκ άρχισε να γράφει πολύ προτού αρχίσουμε να επεξεργαζόμαστε τα κείμενα στον υπολογιστή, οπότε το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου αποτελείται από πολλαπλά δακτυλογραφημένα προσχέδια που πληκτρολογήθηκαν στη φορητή Olivetti της συζύγου του.
Το βιβλίο της Μπρικς με τίτλο «Τέρατα στο αρχείο» («Monsters in the archives: My year of fear with Stephen King») είναι η καταγραφή του τι συνέβη όταν ο Στίβεν Κινγκ της έδωσε την άδεια να περάσει έναν χρόνο ασχολούμενη με το αρχείο του, μελετώντας τα προσχέδια πέντε εκ των πιο δημοφιλών μυθιστορημάτων του, ανάμεσά τους τα «Pet Sematary» («Νεκρωταφίο Ζώων»), «The Shining» («Η Λάμψη») και «Carrie». Ο στόχος της ήταν να εντοπίσει αυτό που αποκαλεί «βιβλιο-μαγεία» του Κινγκ και να προσδιορίσει τον τρόπο που ο συγγραφέας επιλέγει και τοποθετεί τις λέξεις, στην προσπάθειά του να επηρεάσει το σώμα του αναγνώστη. Πώς, ακριβώς, κάνει τις καρδιές να χτυπούν πιο γρήγορα, τα στομάχια να αναστατώνονται και τις παλάμες να ιδρώνουν; Στο «Περί συγγραφής» («On Writing»), το κλασικό εγχειρίδιό του που κυκλοφόρησε το 2000, ο Κινγκ αποκαλεί αυτό που κάνει «τηλεπάθεια εν δράσει» και η Μπικς ήθελε να τον πιάσει επ’ αυτοφώρω.
Το αρχείο του Κινγκ βρίσκεται στο σπίτι του στο Μπάνγκορ του Μέιν, το οποίο αγόρασε μαζί με τη σύζυγό του, Τάμπιθα, το 1980. Δύο επαγγελματίες αρχειονόμοι φροντίζουν τα έγγραφα, τα οποία έχουν καταλογογραφηθεί και φυλάσσονται σε περιβάλλον με ελεγχόμενες κλιματικές συνθήκες. Ο Κινγκ άρχισε να γράφει πολύ προτού αρχίσουμε να επεξεργαζόμαστε κείμενα στον υπολογιστή, οπότε το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου αποτελείται από πολλαπλά δακτυλογραφημένα προσχέδια που πληκτρολογήθηκαν στη φορητή Olivetti της συζύγου του. Το τεράστιο πλεονέκτημα εδώ είναι ότι αυτά τα πρώιμα χειρόγραφα, δεδομένου ότι έχουν χειρόγραφες σημειώσεις, διορθώσεις εντός κειμένου και ανταλλαγές με επιμελητές κειμένων, εκθέτοντας όλη τη διαδικασία που απαιτείται πριν από τα τελικά δοκίμια, έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αξία.
Η Μπικς συνυφαίνει επιδέξια τη λογοτεχνική ανάλυση με γενικότερα βιογραφικά στοιχεία (όπως το πρόβλημα αλκοολισμού που είχε ο Κινγκ στα νιάτα του, για παράδειγμα, ή το γεγονός ότι θεωρούσε τον Τζακ Νίκολσον εντελώς ακατάλληλο για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κινηματογραφική προσαρμογή της «Λάμψης» από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ), τα οποία συγκέντρωσε μέσα από τις συνομιλίες της με τον συγγραφέα, τόσο αυτοπροσώπως όσο και μέσω email. Όταν τον ρωτάει γιατί τα περιθώρια στα προσχέδια των πρώτων του μυθιστορημάτων είναι τόσο στενά, εξηγεί ότι ήταν για να εξοικονομήσει χαρτί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Κινγκ και η σύζυγός του ήταν άφραγκοι. Εκείνος εργαζόταν ως καθηγητής γυμνασίου και έκανε επιπλέον βάρδιες δουλεύοντας σε πλυντήριο ρούχων, ενώ η Τάμπιθα δούλευε τα βράδια στο Dunkin’ Donuts. Το χαρτί ήταν πολυτέλεια, ειδικά με τον ρυθμό που το κατανάλωνε ο Κινγκ (μεγάλο μέρος του, δε, κατέληγε στον κάδο απορριμμάτων).
Αυτές τις συνήθειες τις διατήρησε ακόμα και μετά την επιτυχία. Ο Κινγκ διηγείται στην Μπικς την περιπέτεια του μοναδικού αντίγραφου του τελικού χειρογράφου της «Νεκρής Ζώνης» (1979), το οποίο βρέθηκε κατά λάθος στα χέρια μιας γυναίκας που μπέρδεψε στο αεροδρόμιο τη χειραποσκευή του με τη δική της. Μόνο μετά από μια αποστολή διάσωσης σε ολόκληρη τη χώρα, ανακτήθηκε τελικά το χειρόγραφο σώο και αβλαβές. Η πολιτική «λιτότητας» του Κινγκ συνεχίστηκε για χρόνια παρά την επιτυχία του μυθιστορήματος «Carrie» το 1974, την οποία ο συγγραφέας είχε θεωρήσει τυχαία και πρόσκαιρη.
Μέχρι τότε δημοσίευε επί οκτώ χρόνια διάφορα διηγήματα, ενώ είχε ολοκληρώσει και τρία μυθιστορήματα χωρίς επιτυχία. Όταν το «Carrie» τελικά έγινε δεκτό (η είδηση ήρθε με τηλεγράφημα επειδή το τηλέφωνο τούς το είχαν κόψει), οι Κινγκ μπόρεσαν επιτέλους να φύγουν από το τροχόσπιτό τους και να εγκατασταθούν σε ένα διαμέρισμα. Τα δικαιώματα για την έκδοση έφτασαν γρήγορα τα 400.000 δολάρια, ποσό που επέτρεψε στη μητέρα του Κινγκ, Ρουθ, που τον είχε μεγαλώσει μόνη της, να αφήσει τη χαμηλόμισθη εργασία της. Μέσα σε έναν χρόνο το βιβλίο είχε πουλήσει ένα εκατομμύριο αντίτυπα, αλλά η Ρουθ Κινγκ είχε ήδη πεθάνει από καρκίνο.
Χάρη στην προσεκτική ανάγνωση του μυθιστορήματος «Carrie» (που στην πορεία έγινε ταινία από τον Μπράιαν ντε Πάλμα) που έκανε η Μπικς διαπιστώσαμε με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι τα δικά της ενδιαφέροντά συμπίπτουν με αυτά του Κινγκ. Ένα από τα ακαδημαϊκά της βιβλία έχει τίτλο «Cognition and girlhood in Shakespeare’s world» και ασχολείται με την εσωτερική ζωή χαρακτήρων όπως η Ιουλιέτα και η Οφηλία, οι οποίες βρίσκονται στο κατώφλι της εφηβείας. Η Μπικς υποστηρίζει πως, αντί να θεωρούνται από τον Σαίξπηρ ως παθητικές ή παθολογικές περιπτώσεις, η εφηβική «αφύπνισή» τους αποτελεί τον καταλύτη για την πλοκή των έργων στα οποία πρωταγωνιστούν. Και μέσα από το πρίσμα αυτού που αποκαλεί «εγκεφαλική διεργασία» η Μπικς προσεγγίζει την ιστορία της «Carrie», ενός μυθιστορήμα που, ως γνωστόν, έχει στο κέντρο του μια μαθήτρια που η πρώτη της περίοδος πυροδοτεί μια ξαφνική και βίαιη επέκταση των τηλεκινητικών της ικανοτήτων.
Με στοιχεία από την «Guardian»