ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ, το ανεπαίσθητο πέταγμα μιας πεταλούδας μπορεί να προκαλέσει μια καταιγίδα στην άλλη άκρη του κόσμου. Στην ψηφιακή εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου κυριαρχεί η εικόνα, το λεγόμενο «φαινόμενο της πεταλούδας» φαίνεται να βρίσκει το πιο πρόσφορο έδαφος. Και το πιο ασήμαντο γεγονός, είτε της δημοσίας είτε της ιδιωτικής σφαίρας –μια φωτογραφία, ένα tweet, ένα στόρι, μια δήλωση, ένα βίντεο, μια απρόσεκτη κίνηση–, μπορεί να διαδοθεί μέσα σε λίγα λεπτά σε όλες τις γωνιές του πλανήτη και να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, να γκρεμίσει μέχρι και κυβερνήσεις. Αρκεί ένα κλικ για να μετατοπιστούν τεκτονικές πλάκες.
Μετά από οχτώ χρόνια συγγραφικής αποχής, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς, ο Νικολό Αμανίτι, επέστρεψε με ένα ακόμα απολαυστικά καυστικό μυθιστόρημα –ωστόσο, αρκετά διαφορετικό από ό,τι μας είχε συνηθίσει– που επιχειρεί μια διεισδυτική τομή στην εποχή μας, εξερευνώντας την επιφάνεια στην οποία αυτή ορκίζεται, τον κυνισμό της πολιτικής και τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Ο «Αθέατος βίος» («La vita intima») κυκλοφόρησε το 2023 στην Ιταλία και απέσπασε το βραβείο Viareggio. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Utopia, σε μετάφραση της βραβευμένης μεταφράστριας της ιταλικής λογοτεχνίας Δήμητρας Δότση.
Η δηκτική ειρωνεία και το σαρδόνιο χιούμορ του Αμανίτι σε όλο το μυθιστόρημα είναι διαβρωτικά και καθηλωτικά. Παρ’ όλο που χαρτογραφεί μια φαντασμαγορική ρηχότητα, το κάνει με απολαυστική ελαφρότητα και ταυτόχρονα με οξυδερκή σοβαρότητα.
Αυτήν τη φορά η ηρωίδα του δεν είναι έφηβη ή παιδί, όπως σε άλλα βιβλία του, αλλά μια ώριμη γυναίκα που όχι απλώς δεν είναι στο περιθώριο αλλά ζει στο πιο ακραία προνομιούχο περιβάλλον, κάτω από τα πιο εκτυφλωτικά φώτα. Η Μαρία Κριστίνα Πάλμα έχει περάσει τα 40, είναι πολύ όμορφη, πολύ πλούσια, διάσημη και σύζυγος του πρωθυπουργού της Ιταλίας. Ταυτόχρονα κατέχει τον τίτλο της «πιο όμορφης γυναίκας του κόσμου», σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήχθη από πανεπιστήμιο. Έχει μια φαινομενικά τέλεια ζωή: πρώην αθλήτρια στο άλμα επί κοντώ και πρώην μοντέλο, έχει περισσότερους ακόλουθους και από τη Σελένα Γκόμεζ κι ένα lifestyle απλησίαστο για τον μέσο άνθρωπο. Ο Αμανίτι θα διεισδύσει σε αυτήν τη ζωή, αποκαλύπτοντας διαδοχικά τα πολλαπλά στρώματα και τις πολλές ταυτότητές της.
Ο Αμανίτι ψυχογραφεί μια γυναίκα εκτεθειμένη στους πιο δυνατούς προβολείς, η οποία έχει ταυτόχρονα και μια ζωή πολύ ιδιωτική και αόρατη. Ποια είναι στην πραγματικότητα η Μαρία Κριστίνα ή «Μαρία Κακομοιρίνα» ή «Μαρία Κρετίνα», όπως είναι τα κοροϊδευτικά παρατσούκλια της; Είναι μια γλάστρα δίπλα στον πρωθυπουργό, «η κουκλίτσα που δεν μιλάει ποτέ», η ιδανική συνοδός που, όπως λένε οι κακές γλώσσες, την κέρδισε με την εξουσία και το χρήμα του, και που θα ανέβαζε τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις; Είναι μια επίγεια θεά που από το βάθρο της ομορφιάς της κοιτά αφ’ υψηλού την υπόλοιπη ανθρωπότητα; Μια κοσμική «κούκλα» που τη διεκδικούν όλοι στα πάρτι και στα events και διαγκωνίζονται για μια φωτογραφία στο πλευρό της; Είναι «ανεπαρκής, χαζοβιόλα» και «ελαφρόμυαλη», όπως την αποκαλούν οι συνεργάτες της πίσω από την πλάτη της;
Πόσο κοντά στη δημόσια περσόνα της βρίσκεται η αληθινή γυναίκα; Όσοι τη συναντούν «συγκρίνουν τη ζωντανή Μαρία Κριστίνα Πάλμα με το εικονογραφικό απόθεμα (βίντεο, μόδα, φωτογραφίες των παπαράτσι, οικογενειακά στιγμιότυπα κ.ά.)» που διατηρούν στη μνήμη τους. Προσπαθούν να τραβήξουν σέλφι με τα hashtag «#proinmodelo, #sizigostoyprothipourgou #kalimalako» για να την ποστάρουν στο προφίλ τους και να επιβεβαιώσουν και τη δική τους δημοφιλία.
Ο συγγραφέας προσεγγίζει αυτήν τη γυναίκα μέσα από το πρίσμα της αυτοεικόνας της και του τρόπου με τον οποίο αντιδρά η ίδια στον υπερπροβεβλημένο εαυτό της. Μέσω της τριτοπρόσωπης αφήγησης, εισέρχεται στο μυαλό της ηρωίδας και παρατηρεί μέσα από τα δικά της μάτια την πραγματικότητα που την περιβάλλει. Ποιος δεν θα ήθελε να βρεθεί για λίγο στο μυαλό της; Και ποιος δεν θα διασκέδαζε με την πτώση μιας γυναίκας που φαίνεται να τα έχει όλα; Μια αλήθεια που δεν διαφεύγει από τον αφηγητή, ο οποίος φροντίζει να τσιγκλά τόσο την περιέργεια του αναγνώστη όσο και τα ταπεινά του ένστικτα, που αδηφάγα απαιτούν μια θεαματική κατάρρευση της εξωτερικά τέλειας ζωής της, προκειμένου να ικανοποιηθούν.
Στην αρχή της ιστορίας, η γυναίκα που αποτελεί αντικείμενο του φθόνου εκατομμυρίων ανθρώπων βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη στιγμή. Το μυθιστόρημα ξεκινά «με μια κραυγή πόνου»: ένα ατύχημα, όταν ο προσωπικός της γυμναστής θα ρίξει κατά λάθος έναν δίσκο από μπάρα γυμναστικής στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της, γίνεται η αφετηρία για μια αλυσίδα γεγονότων που θα τη φέρουν αντιμέτωπη με μια προσωπική κρίση αλλά και μια διαδικασία χειραφέτησης.
Ο Αμανίτι επιτίθεται με καίρια και μεθοδικά χτυπήματα στο τέλειο και άψογα ρυθμισμένο οικοδόμημα του βίου της, ενσωματώνοντας στοιχεία θρίλερ στην αφήγηση. Η λουστραρισμένη ζωή της θυμίζει πανάκριβο κρυστάλλινο βάζο που αρχίζουμε να το παρατηρούμε τη στιγμή ακριβώς που σχηματίζονται οι πρώτες ρωγμές. Το παρελθόν της επιστρέφει μέσω ενός παλιού εραστή που επανεμφανίζεται και την πολιορκεί ξανά. Μια προγραμματισμένη συνέντευξη στην τηλεόραση που την αγχώνει δυναμιτίζει το κλίμα και ένα ξεχασμένο βίντεο που τη δείχνει σε ιδιωτικές στιγμές πολλά χρόνια πριν απειλεί να καταστρέψει ολόκληρο τον κόσμο της και όχι μόνο τον γάμο της. Από ένα ενδεχόμενο revenge porn –όπως με το φαινόμενο της πεταλούδας– κινδυνεύει και η ίδια η κυβέρνηση του άντρα της και οι εύθραυστες πολιτικές ισορροπίες και η χώρα η ίδια.
Ζούμε, λοιπόν, στην εποχή που ένα revenge porn μπορεί να έχει τη δυναμική μιας ατομικής βόμβας. Μια νεανική αβλεψία ή ένα πιο σοβαρό ατόπημα, ένα βίντεο στο TikTok, μια καταστροφική δήλωση σε συνέντευξη μπορεί να γίνει viral και να προκαλέσει «το μίσος μιας εξαγριωμένης ανθρωπότητας». «Εσείς τι λέτε, παιδιά; Τα μαλλιά μου αποτελούν κίνδυνο για τη σταθερότητα της κυβέρνησης;» ρωτά η Μαρία Κριστίνα περιπαικτικά τους συνεργάτες της σε ένα call όπου συσκέπτονται για το νέο της κούρεμα.
Όλα κρέμονται από μια κλωστή, περισσότερο από ποτέ. Τα όρια μεταξύ ιδιωτικότητας και δημόσιου βίου έχουν καταλυθεί αλλά και ό,τι αποκαλύπτεται είναι αντικείμενο σκηνοθεσίας. Όλα είναι μια επίφαση, μια στρατηγική επικοινωνίας, ένας αντικατοπτρισμός από κάτι που δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια του. Ένας αθέατος «στρατηγός» της επικοινωνίας του πρωθυπουργού και των οικείων του, ένας αόρατος social media manager, ο «Πεταλούδας» –το ψευδώνυμο ασφαλώς υπογραμμίζει ειρωνικά τη θεωρία του χάους–, «γυρίζει τα γρανάζια του κόσμου» και επηρεάζει από το παρασκήνιο την εικόνα και τις επιλογές του ίδιου του πρωθυπουργού, ο οποίος τον εμπιστεύεται τυφλά. Φτάσαμε, λοιπόν, στην εποχή που οι social media managers κινούν τα νήματα της πολιτικής.
Ο Αμανίτι ανατέμνει το ψέμα και την αλήθεια, τη διαφορά μεταξύ ιδιωτικού βίου και δημόσιας εικόνας, καθώς και τη μελαγχολία που κρύβεται πίσω από τον κόσμο του θεάματος. Εξετάζει την έννοια της ομορφιάς και της τελειότητας, τον πλασματικό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και το φαινόμενο του rage bait στο διαδίκτυο. Ταυτόχρονα, κατακεραυνώνει την αποθέωση του μέσου ως μήνυμα στην πολιτική και σατιρίζει τη ρηχότητα και την υποκρισία της ελίτ κοινωνίας της Ιταλίας.
Ένα παρδαλό και γκροτέσκο συνονθύλευμα φελινικών ανθρωπότυπων συνωστίζεται στις σελίδες του: πρώην τηλεπαρουσιαστές και τέως μοντέλα, διάσημες δημοσιογράφοι της prime time, υπερεκτιμημένοι συγγραφείς σε απελπιστικό writer’s block, ηθοποιοί που έγιναν διάσημες από τηλεοπτικές σειρές και τώρα διαφημίζουν αφεψήματα, μπάρμπεκιου και βηματοδότες στο Instagram, άπληστοι ξενοδόχοι με σμαλτωμένες οδοντοστοιχίες που μοιάζουν με μπιντέδες πολυτελείας, Iνδοί γκουρού, θεραπεύτριες ταϊλανδέζικου μασάζ, κομμωτές διασήμων. Σε αυτό το σύμπαν της ανώτερης τάξης και των σελέμπριτι, ακόμα και οι κοινωνικές ευαισθησίες μετατρέπονται σε προϊόν. Οικολογικά και φιλανθρωπικά πρότζεκτ στοχεύουν στην αύξηση της φήμης των πρωταγωνιστών τους, στον κατευνασμό των ενοχών τους και στην αναβάθμιση του εταιρικού προφίλ των χορηγών τους.
Η δηκτική ειρωνεία και το σαρδόνιο χιούμορ του Αμανίτι σε όλο το μυθιστόρημα είναι διαβρωτικά και καθηλωτικά. Παρ’ όλο που χαρτογραφεί μια φαντασμαγορική ρηχότητα, το κάνει με απολαυστική ελαφρότητα και ταυτόχρονα με οξυδερκή σοβαρότητα. Η ιστορία του μπορεί άνετα να ιδωθεί και ως μια σάτιρα των σύγχρονων ηθών. Από την αρχή μέχρι το τέλος, εμπαίζει τα ήθη της εποχής που ομνύει στο φαίνεσθαι.
Αλλά και η ιλαροτραγωδία αλά Πιραντέλο είναι διαρκώς παρούσα. Ο συγγραφέας ισορροπεί με μαεστρία μεταξύ φάρσας και τραγωδίας, με την απόσταση να είναι μικρή. Κάποια ευφάνταστα περιστατικά είναι εξόχως σπαρταριστά, όπως η στιγμή που η σύζυγος του πρωθυπουργού συναντά σε κοσμική έξοδο στην όπερα, μπροστά στα φλας των φωτογράφων, την υφυπουργό Δημόσιας Διοίκησης της κυβέρνησης του άντρα της και υποτιθέμενη ερωμένη του. Κατατροπώνεται από την αντίπαλό της, η οποία «με την ακαταμάχητη φρεσκάδα μιας ντεμπιτάντ βγάζει νοκ άουτ τη γριά βασίλισσα». Ή το στιγμιότυπο στο εξοχικό της, όπου με τη βοήθεια του παιδικού φίλου της και ανθρώπου για όλες τις δουλειές, Λουτσάνο, κατεβαίνει μέσα στην μπουκωμένη καπνοδόχο του σπιτιού για να σώσει το κινητό της, το οποίο περιέχει το βίντεο που απειλεί τη ζωή της.
Παρά το καυστικό χιούμορ και τον εύθυμο χαρακτήρα πολλών τεκταινομένων, το πένθος και η απώλεια διατρέχουν το βιβλίο. Η «Μαρία Κακομοιρίνα», σύμφωνα με κάποιους, δεν είχε λίγες τραγωδίες να διαχειριστεί. Μεγάλωσε σε μια πλούσια οικογένεια με έναν εξαφανισμένο πατέρα, ενώ η μητέρα της πέθανε όταν εκείνη ήταν δώδεκα ετών. Την ανέθρεψαν οι παππούδες της, υποτίθεται, αλλά στην πραγματικότητα ένα ζευγάρι υπηρετών τους. Έχασε τον αδελφό της σε ένα δυστύχημα σε κατάδυση στο Αιγαίο και ο πρώην άντρας της κάηκε ζωντανός όταν το αυτοκίνητό τους πήρε φωτιά, ενώ εκείνη βγήκε ζωντανή. Η απώλεια είναι μια σκιά που την ακολουθεί παντού: «Στη ζωή της Μαρίας Κριστίνα ο πόνος είναι κυκλικός: εξαφανίζεται λόγω φθοράς και ξαναγεννιέται σαν βολβός την άνοιξη. Πριν και μετά τον θάνατο της μητέρας της. Πριν και μετά τον θάνατο του Αλέσιο. Πριν και μετά τον θάνατο του Αντρέα. Ένας χάρακας που αντί για εκατοστά έχει νεκρούς». Το πένθος έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της, μια ταυτότητα χαραγμένη ανεξίτηλα πάνω της, όσο και η αυταπόδεικτη ομορφιά της, λες και μια σειρά από πένθη ήρθαν όλα μαζί για να την ισορροπήσουν.
Η αναζήτηση της αλήθειας μέσα σε έναν κυκεώνα ψεμάτων και αυταπατών είναι το ζητούμενο της ηρωίδας αλλά και του βιβλίου. Η αναζήτηση της αλήθειας είναι πάντα μια επώδυνη διαδικασία, σύμφωνα με τον Νικολό Αμανίτι: «Πόσες φορές στη ζωή μας ξέρουμε πως βρισκόμαστε τόσο κοντά στην αλήθεια, ώστε θα μπορούσαμε να απλώσουμε το χέρι, να την αρπάξουμε και, σαν πεταλούδα, να την κλείσουμε στην παλάμη μας. Κι όμως κάνουμε ένα βήμα πίσω, βέβαιοι πως ανάμεσα σε εκείνα τα δυο πολύχρωμα φτερά κρύβεται μια φρίκη». Μια αθέατη και απόκρυφη ζωή μπορεί να κρύβεται άνετα πίσω από τα πιο δυνατά φώτα, μπροστά στην πιο εκτυφλωτική έκθεση – ακριβώς όπως συμβαίνει στον ψηφιακό κόσμο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα κι αν δεν μιλάμε για ανθρώπους τόσο προβεβλημένους όσο η Μαρία Κριστίνα. Η έκθεση μπορεί να αποκρύπτει. Η επιφάνεια δεν είναι ποτέ απλώς επιφάνεια, υπογραμμίζει ο Αμανίτι. Μπορεί να λειτουργεί και ως παραπέτασμα για το τραύμα, ως προπέτασμα καπνού που συγκρατεί το πιο βαθύ σκοτάδι.