Ο Άντονι Τρόλοπ (Anthony Trollope, 1815-1882), Άγγλος συγγραφέας της βικτωριανής εποχής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μέσα από τα δύο πιο χαρακτηριστικά και δημοφιλή μυθιστορήματά του: Ο Επίτροπος (1855) και η συνέχειά του Οι πύργοι του Μπάρτσεστερ (1857) σε μεταφράσεις της Σάντυς Παπαϊωάννου και Ισμήνης Καπάνταη, αντιστοίχως, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Gutenberg (τόμοι 22 & 23, σειρά Orbis Literae).

 

Εδώ ο Τρόλοπ καταπιάνεται με την κοινωνική ζωή του κλήρου της Εκκλησίας της Αγγλίας, ένα ασυνήθιστο θέμα για μυθιστόρημα. Το ιστορικοπολιτικό πλαίσιο τόσο του Επιτρόπου όσο και των Πύργων του Μπάρτσεστερ περιγράφεται αναλυτικά, από τους ειδικούς στον Τρόλοπ και τη βικτωριανή λογοτεχνία καθηγητές David Skilton και John Sutherland, στις εισαγωγές των δύο μυθιστορημάτων, που συναποτελούν μέρη της εξάτομης σειράς Τα χρονικά του Μπάρτσεστερ.


Ο Τρόλοπ τοποθετεί στον πυρήνα του Επιτρόπου τον κύριο Σέπτιμο Χάρντινγκ, έναν μειλίχιο, ευσυνείδητο ιερέα, πρωτοψάλτη της επισκοπής του Μπάρτσεστερ και επίτροπο ενός κληροδοτημένου Γηροκομείου, που εγκλωβίζεται σε ένα περίπλοκο ηθικό δίλημμα.

 

Ο Τύπος με εκπρόσωπο την εφημερίδα Τζούπιτερ, δηλαδή Ολύμπιος Δίας, που παραπέμπει στην παντοδύναμη (και τότε) εφημερίδα Times, καταλύει οποιαδήποτε άλλη δύναμη, όπως της Εκκλησίας ή του Κοινοβουλίου, όταν ο κύριος Χάρντινγκ βρίσκεται ως «καταχραστής» στο στόχαστρο δημοσιευμάτων που σχολιάζουν με επιθετικό τρόπο την «αργομισθία» του.

 

Ο Πόλεμος της Κριμαίας δεν αναφέρεται από τον Τρόλοπ ως γεγονός στα δύο μυθιστορήματα. Μεταφέρεται όμως η αίσθηση του πολέμου στις εσωτερικές διαμάχες της Αγγλικανικής Εκκλησίας που, παραδόξως, αποτελούν υλικό μιας από τις σπουδαιότερες κωμωδίες της αγγλικής λογοτεχνικής παραγωγής.

 

Ανάμεσα σε έναν κυκεώνα επιχειρημάτων, πρωτάκουστων για τον κύριο Χάρντινγκ, προκύπτει πως τα χρήματα που καρπούται ο επίτροπος για τη διαχείριση του Γηροκομείου θα έπρεπε να μοιράζονται, αν όχι εξίσου, έστω και μερικώς στους δώδεκα γέροντες τροφίμους, πράγμα που δεν διατυπώνεται με σαφήνεια στη διαθήκη του δωρητή Χάιραμ.

 

Ο κύριος Χάρντιγκ, που σημαίνει καρτερικός, αγόγγυστος (ο Τρόλοπ χρησιμοποιούσε τα επίθετα ως ειρωνικά σχόλια) αποφασίζει να παραιτηθεί από τη θέση του επιτρόπου.

 

Στον μεγαλοεισαγγελέα της Βουλής Αβραάμ Χαπχάζαρντ (ο αμέθοδος, απρόσεκτος, τσαπατσούλης), που τον συμβουλεύει να μην κάνει τίποτα χωρίς την έγκριση των φίλων του διότι «ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ ο καλύτερος κριτής της δικής του θέσης», ο επίτροπος απαντά ότι: «Ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος κριτής των όσων αισθάνεται ο ίδιος. Θα προτιμούσα να ζητιανεύω το ψωμί μου ώσπου να πεθάνω παρά να διαβάσω άλλο ένα άρθρο σαν κι αυτά που δημοσιεύτηκαν και να νιώσω, όπως νιώθω, πως ο συντάκτης έχει την αλήθεια με το μέρος του» (κεφ. 17).


Μέσα από την απολαυστική διακωμώδηση της αντιπαράθεσης μεταξύ του απρόθυμου να υπερασπιστεί τον εαυτό του κύριου Χάρντινγκ, παρότι οι καταγγελίες εναντίον του θίγουν την ευσυνειδησία και αξιοπρέπειά του ως κληρικού, και του γαμπρού του αρχιδιακόνου δόκτορα Γκράντλι, συντηρητικού αξιωματούχου της οπισθοδρομικής Αγγλικανικής Εκκλησίας, αποφασισμένου να διατηρήσει τον έλεγχο απέναντι σε όποια μεταρρύθμιση μπορεί να διαταράξει την εξουσία του θεσμού, ο συγγραφέας διχάζει αριστοτεχνικά το αίσθημα του αναγνώστη να διαλέξει πλευρά.

 

Και αυτό γιατί ο απολιτικός ιερέας που υποφέρει από τη σύγκρουση συντηρητικών και μεταρρυθμιστών, εκφράζει τον διφορούμενο Τρόλοπ που αρνείται την ύπαρξη τέλειων ηρώων και απόλυτων καθαρμάτων.

 

Ο Τρόλοπ δεν διστάζει να κάνει κριτική, σχεδόν αρνητική, στους διάσημους συγχρόνους του συγγραφείς δόκτωρ Πέσιμιστ Άντικαντ (Τόμας Κάρλαιλ) και κύριο Πόπιουλαρ Σέντιμεντ (Τσαρλς Ντίκενς): τόσο ο Κάρλαιλ με την απαισιόδοξη ματιά του στα νέα ήθη, όσο και ο Ντίκενς με τα πολυάριθμα μυθιστορήματα σε τεύχη, συγκινούν πλήθος αναγνωστών την εποχή εκείνη και προκαλούν το δημόσιο αίσθημα σε τέτοιο βαθμό που οδηγούν σε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις ιδρυμάτων, όπως πτωχοκομεία και δικαστήρια.

 

Ακόμη, ο Τρόλοπ σαρκάζει τον δημοσιογράφο που τάχα μου «κρύβει» τις πηγές του ενώ ήταν «αρκούντως πρόθυμος» να πάρει τα λόγια του ανθρώπου που είχε καταγγείλει τον κύριο Χάρντινγκ και χωρίς άλλη μαρτυρία πέρα από μια συμπτωματική συζήτηση, να παρουσιάσει στο κοινό τον επίτροπο σαν απατεώνα.

 

«Τι είναι ένα δημόσιο ζήτημα παρά συνονθύλευμα ατομικών συμφερόντων; Τι είναι ένα οποιοδήποτε άρθρο παρά έκφραση μονόπλευρων απόψεων! Αλήθεια! Χρειάζεται ένας αιώνας ολόκληρος για να εξακριβωθεί η αλήθεια σε όποιο ζήτημα! Η έμπνευση του Τομ Τάουερς να μιλήσει περί δημοσίων κινήτρων και αγνούς σκοπούς! Μπα, δεν θα τον προβλημάτιζε ούτε για μια στιγμή ν'αλλάξει αύριο την τοποθέτησή του, αν το απαιτούσε η εφημερίδα» (κεφ.15).


Η γραφή του Τρόλοπ, πνευματώδης, καυστική και ανατρεπτική διαθλάται μέσα από τις σκέψεις των ηρώων του.

 

O δόκτωρ Γκράντλι, του οποίου το όνομα είναι παραλλαγή του grandly, δηλαδή φιλόδοξος, μεγαλεπήβολος, σπουδαιοφανής, κατεβαίνοντας στο Γηροκομείο να δει πως πάνε τα πράγματα με τους ξεσηκωμένους γέροντες τροφίμους, διασχίζει «τον καθαγιασμένο περίβολο» κοιτάζοντας τα κοράκια που «έκρωζαν με ιδιαίτερη ευλάβεια», σκεπτόμενος «πιο καυστικά τους ασεβείς εκείνους που αποτολμούσαν να χαράξουν την ευπρόσωπη χάρη των καθεδρικών ιδρυμάτων», δηλαδή τους μεταρρυθμιστές.

 

Ο Άντονι Τρόλοπ το 1860.
Ο Άντονι Τρόλοπ το 1860.

 

Ο δόκτωρ, δεινός ρήτωρ ακόμα και στους συνειρμούς του, συλλογίζεται: «Ποιος δεν θα ένιωθε τη χριστιανική χάρη που έχει ο μισθός ενός ιερωμένου, την ώρα που διασχίζει εκείνον τον γαλήνιο, ατελείωτο διάδρομο στο Γουίντσεστερ, όταν αντικρίζει εκείνα τα έξοχα οικήματα, εκείνη την περιποιημένη χλόη και αισθάνεται, όπως πρέπει να κάνει κανείς, τη σοβαρή, νοικοκυρεμένη άνεση του τοπίου!

 

Ποιος θα έκρινε σκληρά τον πρωτοσύγγελλο που περιδιαβάζει στον ευχάριστο περίβολο του καθεδρικού του Χέρεφορντ και αναγνωρίζει πως, σ'αυτόν τον περίφρακτο χώρο, πνεύμα και χρώμα, σχεδιασμός και ύφος, βαρύ καμπαναριό και ιστορημένο παράθυρο, είναι όλα σε ομοφωνία και πλήρη εντέλεια!

 

Ποιος μπορεί να χαρεί τα αίθρια των μοναστηριών του Σάλσμπερι και να περιεργαστεί τη βιβλιοθήκη του επισκόπου Τζον Τζούελ κι εκείνο το απαράμιλλο κωδωνοστάσιο χωρίς να νιώσει πως μερικές φορές, ναι, είναι δίκαιο οι επίσκοποι να είναι πλούσιοι!»

 

Και παρεμβαίνοντας εδώ ο πανταχού στο μυθιστόρημα συμμετέχων Τρόλοπ σχολιάζει, έτσι ώστε να εξισορροπήσει τον ξεστρατημένο οίστρο του ήρωά του: «Το πνεύμα με το οποίο σκεπτόταν ο αρχιδιάκονός μας δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Έβγαινε μέσα από το θέριεμα αιώνων εκκλησιαστικής επιρροής» (Κεφ. 5).

 

Το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε να συγκριθεί με την «ονειροπόληση» του Τρόλοπ για τον καθεδρικό ναό, την ώρα που βρισκόταν πάνω στη γέφυρα του Σάλσμπουρι, όπου εμπνεύστηκε τον Επίτροπο και τη σειρά των μυθιστορημάτων σχετικά με το Μπάρτσεστερ, όπως αναφέρει στην Αυτοβιογραφία του.

 

Βέβαια, στην Εισαγωγή του ο John Sutherland σημειώνει ότι κατά την περίοδο 1855-1857 της συγγραφής του Επιτρόπου και των Πύργων του Μπάρτσεστερη Εκκλησία της Αγγλίας έδινε σκληρές μάχες σε τέσσερα μέτωπα: οι Τρακταριανοί (Tractarians) της Οξφόρδης έγραφαν φυλλάδια (tracts) με τα οποία διέδιδαν την άποψη ότι η Αγγλικανική Εκκλησία έπρεπε να ενωθεί με την Καθολική.

 

Οι σχισματικοί αντι-παπιστές αντιδρούσαν στα τελετουργικά του λιβανωτού και των γονυκλισιών των εκκλησιασμάτων της Άνω Εκκλησίας (Αγγλικανική, πλην όμως με Καθολικά στοιχεία).

 

Οι πρώτες επιστημονικές αντιπαραθέσεις είχαν ενισχύσει τον αγνωστικισμό και τον ωφελιμισμό με την ρηξικέλευθη Καταγωγή των ειδών του Δαρβίνου (1859) που χώρισε αργότερα την Εκκλησία στα δύο. Οι πολιτικοί κύκλοι και ο Τύπος (κυρίως οι Times) με πληθώρα παραδειγμάτων κακοδιαχείρισης του πλούτου της Εκκλησίας τροφοδοτούσαν τη γνώμη του κόσμου.


Η παλιά Αγγλία της πνευματικότητας, της αισθητικής ομορφιάς και της διανόησης είναι τελικά η πλευρά του Αγγλικανισμού που ελκύει τον Τρόλοπ περισσότερο.

 

Στους Πύργους του Μπάρτσεστερ οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις διανθίζουν τους προβληματισμούς που πρωτοσυναντάμε στον Επίτροπο.

 

Με πρώτο τον ευγενικό και αξιαγάπητο κύριο Χάρντινγκ, τις μουσικές του ικανότητες και τον ρομαντικό του ψυχισμό (κάθε φορά που πιέζεται η συνείδησή του, εκείνος παίζει νοερά βιολοντσέλο!), ο Τρόλοπ φαίνεται να υποστηρίζει τους γνήσιους κληρικούς και «κυρίους» (gentlemen) που θα ήταν θεμιτό να υπηρετούν την Εκκλησία.

 

Στους Πύργους του Μπάρτσεστερ, ο κύριος Άραμπιν, μετά από πολλές περιπέτειες παρερμηνείας των αισθημάτων της Έλινορ, χήρας του μεταρρυθμιστή Μπολντ, την παντρεύεται και γίνεται πρωτοσύγγελος.

 

Ο χαρακτήρας του είναι πρότυπο ιερέα: διανοούμενος, τίμιος, ειλικρινής, με σέβας για την παράδοση της Εκκλησίας.

 

Θυμίζει τους ευγενείς ευπατρίδηδες στα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστιν που παντρεύονται τις πανέξυπνες με ήθος και προσωπικότητα ηρωίδες της. Μια τέτοια ηρωίδα είναι η Έλινορ.


Η κυρία Πράουντι και η Σινιόρα Βέζι Νερόνι είναι επίσης εντυπωσιακές ως πρωταγωνιστικό γυναικείο καστ του Μπάρτσεστερ. Θα λέγαμε ότι επιβάλλουν την παρουσία τους με τρόπους ιδιαίτερους, απρόβλεπτους και εκκεντρικούς.

 

Ο χαρακτήρας τους είναι πολυεπίπεδος, επινοητικός, αποφασιστικός.

 

Στους αντίποδες, είναι κυριαρχικός, ματαιόδοξος, κυνικός. Η αρνητική γυναικεία όψη εκφράζεται απόλυτα μέσω της κυρίας Πράουντι (η περήφανη) που συνδιοικεί με τον επίσκοπο άνδρα της, εντελώς ανήμπορο να της εναντιωθεί σε οτιδήποτε εκείνη αποφασίσει: «Είχε όμως μάθει πολύ καλά το μάθημά του, ότι οι επαγγελματικές κινήσεις του, δηλαδή, ήταν στενά συνδεδεμένες με την γκαρνταρόμπα της κυρίας Πράουντι.

 

Ποτέ ξανά δεν διανοήθηκε να την παρακούσει, ούτε έμοιαζε ότι επιθυμούσε να διευθύνει απολυταρχικά την Επισκοπή.

 

Αν ποτέ περνούσε από τον νου του η σκέψη περί ελευθερίας, τη σκεφτόταν όπως οι άνθρωποι σκέφτονται τη χιλιετία, σαν κάτι καλό που ενδεχομένως έρχεται, αλλά κανείς δεν περιμένει να γίνει κάτι τέτοιο όσο ζει.

 

Για την κυρία Πράουντι θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι συνέχιζε να ακτινοβολεί και ήταν σε κάθε περίπτωση δυνατή, ώστε ο επίσκοπος δεν είχε λόγο να φοβάται ότι θα βρεθεί σύντομα βυθισμένος στην πίκρα της χηρείας» (κεφ.51).

 

Και η Σινιόρα Βέζι Νερόνι είναι εκείνη που με τρόπο εντελώς ασύμβατο κατατροπώνει τον γλοιώδη, μηχανορράφο, τάχα μου «μεταρρυθμιστή» της Κάτω Εκκλησίας Οβαδία Σλόουπ.

 

Φανερώνει τις ποταπές του φιλοδοξίες μπροστά στους δύο τζέντλεμεν Άραμπιν και Θορν, γιατί η ίδια η Σινιόρα, με οξύνοια και σθένος έχει υπερβεί τον σωματικό και ψυχολογικό τραυματισμό που της είχε αφήσει ο Ιταλός άνδρας της στα νιάτα της.

 

Ανάπηρη, με ένα πόδι (από το πολύ ξύλο σάπισε το άλλο, γαγγραίνιασε, το κόψανε) μονίμως μεταφέρεται από ντιβάνι σε ντιβάνι, να κοιτάζει με τεράστια γοητευτικά μάτια, σωστή Μελουσίνα (γοργόνα), βάζοντας στο στόχαστρο κάθε λογής κολακεία ή υποκρισία.


Ο Άντονι Τρόλοπ συγγράφει τον Επίτροπο και τους Πύργους του Μπάρτσεστερ την ώρα που μαίνεται ο Πόλεμος της Κριμαίας. Το 1854 ξεσπούν οι εχθροπραξίες, ενώ το 1855 η πολιορκία της Σεβαστούπολης συνεχίζεται με φοβερό κόστος σε ζωές Άγγλων στρατιωτών.

 

Τότε το Υπουργείο Συνασπισμού του λόρδου Άμπερντιν καταρρέει με την κατηγορία της κακοδιαχείρισης του πολέμου. Στην Κριμαία έχουμε την πρώτη αποτελεσματική πολεμική ανταπόκριση, τα ρεπορτάζ του William Howard Russell στους Times και για πρώτη φορά στην ιστορία των πολέμων, φωτογραφική καταγραφή (Eισαγωγή John Sutherland).


Ο Πόλεμος της Κριμαίας δεν αναφέρεται από τον Τρόλοπ ως γεγονός στα δύο μυθιστορήματα. Μεταφέρεται όμως η αίσθηση του πολέμου στις εσωτερικές διαμάχες της Αγγλικανικής Εκκλησίας που, παραδόξως, αποτελούν υλικό μιας από τις σπουδαιότερες κωμωδίες της αγγλικής λογοτεχνικής παραγωγής.