Όταν μπήκα στο Καφενείο έπαιζε το «Γράμμα στον κύριο Νίκο Γκάτσο». Ήταν μια Παρασκευή απόγευμα από εκείνα τα πολύβουα που η Αθήνα είναι στο πόδι και όλη η εβδομάδα έχει μαζευτεί στο κεφάλι σου και κάνει τον θόρυβο ακόμα πιο ανυπόφορο.
Κάθισα σε ένα γωνιακό τραπέζι από εκείνα που το Καφενείο στρώνει για τους μοναχικούς τύπους που έρχονται μόνοι τους μετά τη δουλειά για να φάνε ένα πιάτο φαγητό προτού πάνε σπίτι, και με τη φωνή της Τσανακλίδου κάπως ανάσανα βαθιά. Για μένα το ηχητικό background είναι πολύ σημαντικό, μπορεί να σου χαλάσει ή να σου φτιάξει τη διάθεση, και εκείνο το απόγευμα ήρθε να δέσει με την τρομερή ενέργεια του Καφενείου.
Απέναντί μου καθόταν ένας μπαμπάς με τον έφηβο γιο του και μιλούσαν ακατάπαυστα, ένα ζευγάρι τουρίστες, μια μεγάλη παρέα από πενηντάρηδες και ένα νεαρό ζευγάρι. Οι άνθρωποι του προσωπικού, όλοι χαμογελαστοί και πρόθυμοι, φορούσαν λευκό πουκάμισο και γκρι ποδιές, όπως αρμόζει σε ένα αριστοκρατικό στέκι, και κινούνταν με χαρακτηριστική άνεση. Είναι ένας χώρος που σου θυμίζει ότι μπορείς για λίγο να χαλαρώσεις και σε γυρίζει σε εποχές που οι ρυθμοί ήταν πιο χαλαροί, οι στιγμές ουσιαστικές και τα μαγαζιά υποδέχονταν τους ανθρώπους σε μια συνθήκη αληθινής κοινωνικής συνεύρεσης.
Το Καφενείο συνολικά καταφέρνει να σε κάνει να θυμηθείς γνώριμες γεύσεις παρουσιασμένες με τρόπο φροντισμένο, που κουμπώνουν με όσα ξέρεις.
Έτσι ξεκίνησε το Καφενείο και έτσι συνεχίζει στη νέα ζωή του. Αυτές τις δυο ζωές συνάντησα εκείνο το απόγευμα. Την κ. Έλλη Θεοδώρου, που δημιούργησε τον χώρο το 1987, και τον Γιώργο Μελισσάρη, που μαζί με τους σταθερούς του συνεργάτες, τον Γιάννη Μωράκη και τον Tόμας Γκρούμπακ, άνοιξαν τον Νοέμβρη την πόρτα του ιστορικού αυτού σημείου στη Λουκιανού για να γράψουν το επόμενο κεφάλαιο της λειτουργίας του.
Η κυρία Έλλη είναι μια αυθεντική αριστοκράτισσα. Κολωνακιώτισσα που είχε στην ιδιοκτησία της όλο το κτίριο, κάποια στιγμή αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το ισόγειο μαγαζί χωρίς να έχει σχέση με τις επιχειρήσεις και την εστίαση. Δεν ήταν ότι είχε ανάγκη τα χρήματα ή τη δουλειά, ζούσε άνετα, αλλά και πάλι κάτι τη βασάνιζε. Άνοιξε λοιπόν στις 7 Μαρτίου του 1987 το Καφενείο, στο οποίο δεν έδωσε κάποιο όνομα, γιατί θεωρούσε ότι δεν θα το κρατήσει για πολύ.
«Μέσα σε λίγους μήνες ξανάνιωσα, αυτό το μαγαζί με γιάτρεψε», λέει η ίδια καθώς μας περιγράφει πώς έφτιαξε αυτόν τον χώρο. Ακόμα και σήμερα τα περισσότερα στοιχεία, οι ξύλινες κατασκευές και τα ξύλινα καθίσματα, τα ρετρό φωτιστικά και οι απλίκες, όπως και πολλά από τα έργα τέχνης –ανάμεσά τους ξεχωρίζει η χαρακτηριστική ζωγραφική της Μάρας Καρέτσου–, παραμένουν στη θέση τους, θυμίζοντας τις μέρες αίγλης του Καφενείου ‒ ανακαινίστηκαν τα σημεία που το χρειάζονταν.
Και τι αίγλη ήταν αυτή! «Ουρές σχηματίζονταν στην πόρτα», λέει η κυρία Έλλη. «Έρχονταν καλλιτέχνες, πολιτικοί, τραγουδιστές, συγγραφείς, ακόμα και αστέρες του Χόλιγουντ, μέχρι και το πάρτι γενεθλίων της Ντόρας Μπακογιάννη κάναμε εδώ», συνεχίζει και μας δείχνει από το προσωπικό της αρχείο τη φωτογραφία της Σάρα Τζέσικα Πάρκερ με αφιέρωση: «To Elli».
Αυτή η αφιέρωση είναι μία από τις πολλές που βρίσκονται κρεμασμένες στους τοίχους του Καφενείου για να επιβεβαιώνουν ότι οι πελάτες του χώρου μπορεί να ήταν θαμώνες από τη γειτονιά αλλά και σημαντικά πρόσωπα της διεθνούς καλλιτεχνικής και πολιτικής σκηνής που έρχονταν για τον ίδιο λόγο: για το καλό φαγητό και την ορίτζιναλ ατμόσφαιρα της αριστοκρατικής Αθήνας. Να πούμε ότι τότε το Κολωνάκι δεν έφτανε μέχρι τη Λουκιανού. Ουσιαστικά ήταν η περιοχή γύρω από την πλατεία και εκείνο το σημείο θεωρούνταν εντελώς εκτός της «περαντζάδας».
Η κυρία Έλλη ξεκίνησε να λειτουργεί το Καφενείο ως… καφενείο. «Μέσα σε δυο μήνες κατάλαβα ότι κάπου αλλού πρέπει να πάει το πράγμα και το γύρισα σε εστιατόριο.
Το όνομα όμως δεν το άλλαξα. Βρήκα προσωπικό, έβαλα μάγειρες και αρχίσαμε να φτιάχνουμε φαγητά. Εγώ ήξερα να τρώω και να καταλαβαίνω τη νοστιμιά κι έτσι φτιάξαμε πιάτα για τα οποία ερχόταν και ξαναρχόταν ο κόσμος».
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε περίπτωση να πάει κάποιος στο Καφενείο και να μη φάει κολοκυθοκεφτέδες, γουρουνοπούλα με την πέτσα της, κοκορέτσι και γαρδουμπάκι. «Ακόμα και σήμερα με συναντούν παλιοί θαμώνες και μου λένε γι’ αυτά τα πιάτα», λέει η κυρία Έλλη, η οποία μάς θυμίζει ότι τότε λίγα μαγαζιά στην Αθήνα προσέφεραν καλή ελληνική κουζίνα.
Οι νέοι ιδιοκτήτες ήθελαν να διατηρήσουν αυτή την παραδοσιακή φιλοσοφία και την απλότητά της. Η σεφ Κυριακή Φωτοπούλου έχει αναλάβει αυτό το task –που δεν το λες κι εύκολο– και τα έχει καταφέρει περίφημα. Όπως μας είπε ο Γιώργος, επειδή έχουν ακριβώς απέναντι το Brunello, το Καφενείο το ήξεραν καλά και πολλές φορές έτρωγαν εδώ. «Το θέλαμε πολύ αυτό το μαγαζί γιατί το είχαμε ζήσει και μόλις μας δόθηκε η ευκαιρία δεν το σκεφτήκαμε καθόλου. Κάναμε κάποιες παρεμβάσεις, αλλά σε γενικές γραμμές κρατήσαμε τα περισσότερα στοιχεία από την πρώτη εποχή του». Δεν είναι τυχαίο ότι στο Καφενείο συνεχίζουν να έρχονται πολλοί από τους παλιούς θαμώνες και νιώθουν ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η δύναμη της παλιάς εποχής είναι διάχυτη και το αισθάνεσαι με το που περνάς την πόρτα.
Το ίδιο συμβαίνει και με το μενού, που σε γυρίζει πίσω στις ρίζες της ελληνικής γεύσης. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας κολοκυθοκεφτέδες –δεν ξέρω πώς ήταν τότε, αλλά το δικό μας πιάτο είχε άρωμα από μυρωδικά και μια ανάλαφρη γεύση που δεν σε βαραίνει– και παντζάρια στη σχάρα, που έχουν μια καψαλιστή νοστιμιά. Το μοσχαράκι νουά –ένα δύσκολο κρέας– ήρθε μαλακό, μαζί με έναν μυρωδάτο, χειροποίητο πουρέ πατάτας, και το μοσχάρι με μανέστρα ήταν ένα γιουβετσάκι από εκείνα τα πολύ παραδοσιακά, με μπόλικη κανέλα και μελωμένη σάλτσα που έδενε με το ζυμαρικό και το τρυφερό κρέας. Εξίσου τρυφερό ήταν και το ψητό συκώτι∙ την ποιότητα της πρώτης ύλης την καταλάβαινες από την πρώτη μπουκιά. Οι γαρίδες με ελαιόλαδο που ήρθαν με ένα κομμάτι ραπανάκι, μέσα στην απλότητά τους, είχαν επίσης κάτι να πουν.
Η κυρία Έλλη επέμενε να φάμε λαχανοντολμάδες και είχε δίκιο. Αυτό είναι ένα φαγητό που έχει περάσει από διάφορα κύματα και μπορείς να το βρεις σε μαγειρεία ή ακόμα και σε high-end εστιατόρια να περιγράφεται ως «αφρός αυγολέμονου». Εδώ ήρθε σε μια κλασική εκδοχή, που εκπροσωπεί την ελληνική κουζίνα, και η γεύση του ήταν εκείνη η μαμαδίστικη που ξέρουμε από παλιά.
Το Καφενείο συνολικά καταφέρνει να σε κάνει να θυμηθείς γνώριμες γεύσεις παρουσιασμένες με τρόπο φροντισμένο, που κουμπώνουν με όσα ξέρεις. Άλλωστε, ο κατάλογος δεν χρειάζεται διευκρινίσεις, κι αυτό πλέον το εκτιμάμε ιδιαίτερα: κεφτεδάκια μοσχαρίσια, κοτόπουλο στον φούρνο με πατάτες, αρνάκι τσιγαριαστό με σφακιανό χυλοπιτάκι, σουπιές με ψιλικά.
Μάλιστα, αρκετά πιάτα προσφέρονται και σε μισή μερίδα για να μπορείς να δοκιμάσεις διαφορετικές γεύσεις. Για το τέλος διαλέξαμε τα δυο από τα τρία γλυκά του καταλόγου: το κλασικό μωσαϊκό, συνοδευμένο από μια άγλυκη σαντιγί που το έκανε δροσιστικό και ελαφρύ, κι έναν «μαστόρικο» μπακλαβά με φιστίκι Αιγίνης, σιροπιασμένο χωρίς υπερβολές και με έντονη τη γεύση του ξηρού καρπού.
Η κυρία Έλλη κράτησε το Καφενείο είκοσι χρόνια, από το 1987 έως το 2007, οπότε και το πούλησε. Όταν έμαθε ότι θα ξανάνοιγε, ήρθε να γνωρίσει τους νέους ιδιοκτήτες που, όπως μας είπε, τους συμπάθησε πολύ, γι’ αυτό και έχει μια πολύ όμορφη σχέση μαζί τους. Έρχεται συχνά εδώ, μιλάει με το προσωπικό, θυμάται την ιστορία του και χαίρεται τη νέα εποχή του χώρου που σέβεται το παρελθόν. Φεύγοντας, κατεβήκαμε αγκαζέ τη Λουκιανού και συνέχισε να μου λέει ιστορίες από τη ζωή της και την παλιά Αθήνα. Και στο μυαλό μου άκουγα την Τσανακλίδου να τραγουδάει «όλα, κύριε Νίκο, είν’ εδώ, όπως τα άφησες εσύ κι όπως τα ξέρεις».
Λουκιανού 26, Κολωνάκι, 210 7239600