ΤΡΕΙΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΕΣ ΜΕΣΑ σε λίγες ημέρες. Τρεις διαφορετικές ζωές, τρεις διαφορετικές αφορμές, μια κοινωνία που δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε να δει. Στην Πιερία, ένας κτηνοτρόφος που είδε το βιος του να αφανίζεται. Στην Ανδραβίδα, ένας πατέρας που δεν άντεξε την απουσία του μοναχογιού του. Στη Χαλκίδα, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Αν τις δει κανείς ως μεμονωμένα γεγονότα, είναι απλώς «ειδήσεις». Αν τις δει μαζί, είναι κάτι άλλο: ένα κοινωνικό ρήγμα.
Ο κτηνοτρόφος στην Πιερία δεν έχασε απλώς ζώα. Έχασε τη δουλειά του, την καθημερινότητά του καθώς και την ταυτότητά του που έχτισε με κόπο, χρόνια και σιωπηλή αντοχή. Στην ελληνική ύπαιθρο, η εργασία δεν είναι μόνο εισόδημα αλλά τρόπος ζωής, αξιοπρέπεια, λόγος για να σηκωθείς το πρωί. Όταν αυτό καταρρέει, ιδίως με τρόπο απότομο και αδυσώπητο, δεν υπάρχει πάντα δίχτυ ασφαλείας. Υπάρχει μόνο η ντροπή του «τι θα κάνω τώρα» και η αίσθηση ότι κανείς δεν σε βλέπει.
Ας σκεφτούμε ότι η ελληνική κοινωνία ξέρει να μιλά για τον θάνατο, αλλά όχι για το πένθος. Λέει «κουράγιο», λέει «θα περάσει», λέει «έτσι είναι η ζωή». Δεν λέει όμως πώς ζεις όταν η ζωή που ήξερες δεν υπάρχει πια.
Η αρχή του τέλους ξεκίνησε όταν ο 53χρονος κτηνοτρόφος είδε μέσα σε λίγες ημέρες να αφανίζεται ό,τι είχε χτίσει σε μια ζωή. Περίπου χίλια ζώα του θανατώθηκαν υποχρεωτικά λόγω της ευλογιάς. Δεν ήταν απλώς αυτό που τον έτρεφε αλλά ένας κόσμος ολόκληρος. «Τα ζώα ήταν η ζωή του», είπαν οι δικοί του άνθρωποι. Μετά τη θανάτωση του κοπαδιού, κάτι μέσα του έσπασε. Είκοσι πέντε ημέρες αργότερα, βρέθηκε νεκρός στην αποθήκη του σπιτιού του.
Στην Ανδραβίδα ένας γιος χάνεται σε τροχαίο και ο πατέρας μένει πίσω με ένα βασανιστικό ερώτημα που δεν έχει απάντηση: πώς συνεχίζεις όταν το μέλλον σου έχει φύγει; Όλα ξεκίνησαν ένα καλοκαιρινό βράδυ, όταν στον δρόμο που συνδέει την παραλία με το αλιευτικό καταφύγιο στα Λεχαινά ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν δύο νεαροί που επέστρεφαν από απογευματινό μπάνιο, ξέφυγε από την πορεία του και καρφώθηκε με σφοδρότητα σε μάντρα.
Η σύγκρουση ήταν βίαιη, το όχημα διαλύθηκε και ο 22χρονος Γιώργος Σινάνος βρέθηκε, βαριά τραυματισμένος, να δίνει μάχη για τη ζωή του. Μεταφέρθηκε διασωληνωμένος πρώτα στο νοσοκομείο του Πύργου και έπειτα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου.
Για ημέρες, ο πατέρας του ζούσε ανάμεσα στην ελπίδα και στον φόβο, περιμένοντας ένα θαύμα που τελικά δεν ήρθε. Λίγες μέρες αργότερα, ο νεαρός υπέκυψε στα τραύματά του, αφήνοντας πίσω του ένα σπίτι που βυθίστηκε στη σιωπή.
Από εκείνη τη στιγμή, ο 50χρονος πατέρας δεν ήταν ποτέ ο ίδιος. Απομονώθηκε, χάθηκε μέσα στο πένθος, σε ένα τοπίο αναμνήσεων και αβάσταχτων «γιατί». Τη φετινή Πρωτοχρονιά, λίγους μήνες μετά το τροχαίο, δεν άντεξε άλλο. Ο αδελφός του, που τον αναζητούσε ανήσυχος, τον εντόπισε αργά το βράδυ στον στάβλο που διατηρούσε στην περιοχή προς το Τραγανό. Η τραγωδία είχε πλέον διπλασιαστεί. Δύο ζωές, πατέρας και γιος, χαμένες σε διαφορετικούς χρόνους.
Ας σκεφτούμε ότι η ελληνική κοινωνία ξέρει να μιλά για τον θάνατο αλλά όχι για το πένθος. Λέει «κουράγιο», λέει «θα περάσει», λέει «έτσι είναι η ζωή». Δεν λέει όμως πώς ζεις όταν η ζωή που ήξερες δεν υπάρχει πια. Το πένθος συχνά γίνεται ιδιωτικό, κλείνεται σε σπίτια με κατεβασμένα ρολά, μέχρι να γίνει αβάσταχτο.
Κάπως έτσι συνέβη και στη Χαλκίδα, με ένα παιδί μόλις δεκαπέντε ετών. Σε μια ηλικία που η ζωή είναι ακόμα ερώτηση και όχι απάντηση. Δεν ξέρουμε, και δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε, όλες τις λεπτομέρειες. Αυτό που έχει γίνει γνωστό είναι ότι ο μαθητής έφυγε από το σπίτι του ένα απόγευμα και δεν γύρισε ποτέ. Λίγο αργότερα, εντοπίστηκε νεκρός κοντά στην Υψηλή Γέφυρα. Σύμφωνα με τη μητέρα του, φέρεται να δεχόταν συστηματικό εκφοβισμό από συνομηλίκους του, λεκτικό και σωματικό, αλλά και απειλές. Ας αναρωτηθούμε τι βάρος μπορεί να κουβαλά ένας έφηβος σήμερα για να νιώσει ότι δεν έχει πού να σταθεί. Πίεση που συσσωρεύεται, μοναξιά που περνά απαρατήρητη, προσδοκίες που δεν διατυπώθηκαν ποτέ, αλλά υπάρχουν παντού γύρω μας. Ένα σχολείο που μετρά επιδόσεις, ένα διαδίκτυο που εκθέτει, χλευάζει και μετατρέπει τη βία σε θέαμα. Και μια κοινωνία που έμαθε τα παιδιά της να αντέχουν, χωρίς να τους μάθει ποτέ πώς να ζητούν βοήθεια.
Αυτές οι τρεις ιστορίες δεν συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο προφανή. Δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, στην ίδια ηλικιακή ομάδα, στο ίδιο περιβάλλον. Κι όμως, μοιάζουν. Γιατί πίσω τους υπάρχει μια κοινή αίσθηση ότι σε κρίσιμες στιγμές ο άνθρωπος μένει μόνος. Μόνος με την απώλεια, την απόγνωση και την ντροπή. Στην Ελλάδα, μιλάμε συχνά για αριθμούς: οικονομικούς δείκτες, τροχαία δυστυχήματα, στατιστικές ψυχικής υγείας. Σπάνια μιλάμε για το ενδιάμεσο. Για εκείνη τη λεπτή, αόρατη στιγμή που ένας άνθρωπος θα μπορούσε να σωθεί αν κάποιος τον ρωτούσε «πώς είσαι;» και περίμενε πραγματικά την απάντηση.
Συγχρόνως, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι οι ίδιες οι αυτοκτονίες αλλά το πόσο γρήγορα συνηθίζουμε να τις προσπερνάμε. Μία είδηση ακόμη στο καθημερινό δελτίο. Ένα ακόμη «τραγικό περιστατικό». Μέχρι το επόμενο. Πόσο κρίμα που η κοινωνία μας δεν διαδήλωσε ποτέ για τα τροχαία δυστυχήματα, για το μπούλινγκ στα σχολεία, για τα χωριά που ερημώνουν. Κάθε φορά ακούμε στο κέντρο της Αθήνας τα ίδια ξεπερασμένα συνθήματα, τα οποία γεννήθηκαν σε άλλες εποχές και κάτω υπό άλλες συνθήκες και γι’ αυτό δεν αγγίζουν ουσιαστικά τους πολίτες. Σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από πιο δυνατά συνθήματα, αλλά από πιο καθαρή σκέψη. Από λόγο που να μην εξαντλείται στην αγανάκτηση, αλλά να τη μετατρέπει σε κατανόηση και ευθύνη. Ζούμε σε μια εποχή που η πληροφορία περισσεύει και το νόημα σπανίζει.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να αποτρέψουμε κάθε τραγωδία. Δεν μπορούμε. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να χτίσουμε μια κοινωνία που να ακούει καλύτερα, να στηρίζει ουσιαστικότερα, να αφήνει χώρο στην ευαλωτότητα χωρίς να τη στιγματίζει.
Και οι τρεις αυτές αυτοκτονίες με συγκλόνισαν. Με άγγιξαν βαθιά. Διάβασα ξανά και ξανά τις ιστορίες τους. Σκέφτηκα τους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Ήθελα να σφίξω το χέρι τους, να τους πω δυο λόγια που δεν ξέρω αν θα ήταν αρκετά.
Και συνεχώς αναρωτιέμαι αν το πιο δύσκολο ερώτημα δεν αφορά εκείνους που έφτασαν στο ακραίο σημείο αλλά εμάς τους υπόλοιπους. Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Και γιατί πάμε τόσο εύκολα παρακάτω; Αναμφίβολα, ζούμε σε μια κοινωνία κουρασμένη, υπερφορτωμένη με κρίσεις, η οποία έχει μάθει να αυτοπροστατεύεται μέσω μιας αξιοπερίεργης απάθειας. Μια συνειδητή ιδιώτευση. Όταν όλα μοιάζουν επείγοντα, τίποτα δεν προλαβαίνει να γίνει ουσιαστικό. Ο πόνος του άλλου γίνεται ένας θόρυβος στο βάθος, μια συνηθισμένη ενόχληση ανάμεσα σε αμέτρητες ειδοποιήσεις, deadlines και την ανάγκη να «συνεχίσουμε».
Έχουμε επίσης εκπαιδευτεί να βλέπουμε την απόγνωση ως ατομική αποτυχία. Λέμε συχνά: αν δεν άντεξε, «κάτι δεν έκανε σωστά». Αν λύγισε, «δεν είχε στήριγμα». Σπάνια αναρωτιόμαστε τι ρόλο παίζουν η απουσία των δομών, η κωλυσιεργία της πολιτείας, η διάλυση των κοινοτήτων, η καθημερινή βία της αδιαφορίας. Προσπερνάμε αυτές τις ιστορίες γιατί μας φέρνουν αντιμέτωπους με μια δυσάρεστη αλήθεια: ότι δεν πρόκειται για εξαιρέσεις αλλά για συμπτώματα. Και τα συμπτώματα, όταν τα αγνοείς, δεν εξαφανίζονται. Επιστρέφουν.
Ίσως η πραγματική δοκιμασία να μην είναι η συγκίνηση των λίγων λεπτών αλλά η αντοχή να σταθείς λίγο παραπάνω. Να μη βιαστείς να συνεχίσεις. Να μην προσπεράσεις. Και, κυρίως, να μην αφεθείς στο επόμενο σκρολάρισμα. Γιατί εκεί φαίνεται τι είδους κοινωνία είμαστε.