ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ. Τρώω με δυο φίλες στο κέντρο. Το μαγαζί έχει απλώσει τραπεζάκια στον πεζόδρομο κι ένας μεγαλόσωμος άντρας κάνει πάνω-κάτω ανάμεσά τους με το ύφος του επιτηρητή τη μέρα του διαγωνίσματος. Κινείται με άνεση στον χώρο.

 

Κοιτάζω τα χέρια του. Σε εμφανές σημείο έχει ναζιστικά τατουάζ. Ρίχνω το βλέμμα μου στα χέρια άλλου άνδρα της παρέας. Κι αυτός τα ίδια σύμβολα. Τι απέγινε η ντροπή; Δεν είναι καν στα μπράτσα τους, είναι λίγο πάνω απ’ την παλάμη.

 

Λίγες μέρες πριν έχω μιλήσει μ’ έναν «ξένο» που έχει ζήσει περισσότερα συνεχόμενα χρόνια στην Αθήνα από εμένα. Με ρωτάει ντροπαλά αν τα ελληνικά του είναι καλά και ξέρω τι του συμβαίνει. Μου ’χει τύχει κι εμένα, απ’ την άλλη πλευρά, να μη μιλάω τη γλώσσα ενός μέρους και οι γύρω μου να αποφασίζουν να με αποκλείσουν πολύ εύκολα, μιλώντας στη γλώσσα τους.

 

Φέρνω στον νου μου τους νεοναζί του κέντρου, που ρωτούσαν διερχόμενους άμα ξέρουν ελληνικά. Το ’χω ακούσει και από φίλους που εργάζονται σε πολύ ανοιχτόμυαλα, υποτίθεται, μέρη ότι τους κάνουν υποδείξεις για την ξένη γλώσσα.

 

Παλιότερα κορόιδευα τους Έλληνες που πάσχιζαν να κάνουν βρετανική προφορά (ας παραδεχτούμε ότι το αποτέλεσμα είναι κάπως γελοίο). Τώρα ξέρω και δεν κοροϊδεύω. Καταλαβαίνω ότι η αγωνιώδης προσπάθεια για καλή προφορά φανερώνει ένα όραμα ένταξης παρά τον ρατσισμό που ίσως να έχουν υποστεί στις δουλειές τους, στη συζήτηση με τον εκμισθωτή, στον καβγά με τον/την ντόπιο/-α σύντροφο.

 

Αναγνωρίζω σε μετανάστες από και προς την Ελλάδα αυτή την πολύ προσεκτικά δομημένη ομιλία του ανθρώπου που δεν έχει καμία όρεξη να ανοίξει ένας κύκλος ερωτήσεων ή, ακόμα χειρότερα, ένας κύκλος κακοποίησης. Ίσως οι γλώσσες κάτι χάνουν απ’ αυτή την επιβεβλημένη συστολή όσων τις μεταχειρίζονται με προσοχή. Οι άνθρωποι από αλλού μιλούν αλλιώς μια γλώσσα κι αυτό την εμπλουτίζει, νομίζω.

 

Ακραίες λέξεις και εκφράσεις έχουν κανονικοποιηθεί. Το «λάθρο» ή το «εισβολείς» έχουν γίνει mainstream. Το ίδιο και τα αντίστοιχα νοήματα. «Η κατάντια του κέντρου» ξαφνικά συνδέεται με τους Πακιστανούς και τους Κούρδους στα νηπιαγωγεία, σύμφωνα με το κυβερνών κόμμα. Μπορεί να διαφωνεί κανείς με την προσέγγιση, αλλά το θέμα ετέθη με όρους προβλήματος που απαιτεί λύση: τι γίνεται με τους ξένους στο κέντρο!

 

Ο ρατσιστής προτάσσει «δικαιώματα» εκ γενετής, νιώθει ότι η γλώσσα ανήκει σ’ αυτόν και στους ομοίους του (τι φτώχεια!). Το σκηνικό πίεσης το συμπληρώνει με το σώμα. Ένα ογκώδες σώμα που πιέζει το νεοναζιστικό τατουάζ του μες στα μούτρα σου, για παράδειγμα, στο κέντρο της Αθήνας και μαζί η μόνιμη παρουσία της αστυνομίας ντυμένης Ρόμποκοπ ανάμεσα σε άοπλους πολίτες βοηθούν στο χτίσιμο μέσα σου της αίσθησης του λαθρεπιβάτη, του ξένου. 

 

Ενώ τρώγαμε, αναρωτιόμουν: αν δεν ήμουν λευκή, με καλά ελληνικά, πώς θα ένιωθα δίπλα στους ογκώδεις τύπους που τρωγοπίνανε με τα νεοναζί τατουάζ τους σε δημόσια θέα; Πιστεύω, θα είχα αντιδράσει όπως μια φορά σε ένα μπαρ. Ήταν μόνο άντρες κι εγώ φοβόμουν να πιω ακόμα και μισή μπίρα, είχα μαζευτεί στη γωνίτσα μου και ήμουν σε ετοιμότητα να με προστατεύσω οποτεδήποτε.

 

Ακραίες λέξεις και εκφράσεις έχουν κανονικοποιηθεί. Το «λάθρο» ή το «εισβολείς» έχουν γίνει mainstream. Το ίδιο και τα αντίστοιχα νοήματα. «Η κατάντια του κέντρου» ξαφνικά συνδέεται με τους Πακιστανούς και τους Κούρδους στα νηπιαγωγεία, σύμφωνα με το κυβερνών κόμμα. Μπορεί να διαφωνεί κανείς με την προσέγγιση, αλλά το θέμα ετέθη με όρους προβλήματος που απαιτεί λύση: τι γίνεται με τους ξένους στο κέντρο!

 

Η εβραϊκή θρησκεία είναι ρετσινιά, σύμφωνα με υπουργούς μας (άλλο που μετά «μετάνιωσαν» δήθεν). Η χώρα έχει αγκαλιάσει την κλειστομυαλιά της. Η καθημερινότητά μας φτωχαίνει απ’ την ομοιογένεια. Μεγάλη μερίδα του κόσμου μάλλον πιστεύει ότι καλοί πρόσφυγες είναι οι διωκόμενοι πρόσφυγες.

 

Οι μετανάστες δεν θεωρούνται ικανοί να πλουτίσουν τις εμπειρίες μας και τις ζωές μας με την ενεργητικότητά τους και τα ταλέντα τους, όμως, αν πάνε αλλού και δοξαστούν (π.χ. επειδή παίζουν εντυπωσιακό μπάσκετ), η πατρίδα είναι έτοιμη να τους απευθύνει επαίνους που θυμίζουν μεταγλωττισμένη συζήτηση για την αξία της προσπάθειας και της αντοχής στα δύσκολα.

 

Το κακό είναι ανάμεσά μας και ο λόγος του θεωρείται λόγος κανονικός, όχι κατ’ εξαίρεση. Το μίσος για το «ξένο» είναι κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά. Το να έχεις και να διαδίδεις ρατσιστικές φαντασιώσεις ή να είσαι πρώην διώκτης των Ελλήνων Εβραίων δεν είναι αιτία αποκλεισμού απ’ την κυβέρνηση.

 

Η σχέση μας με όλα αυτά μού θυμίζει τους νεροχύτες που χαλάνε και αρχίζουν να «φτύνουν» το βρόμικο εσωτερικό τους. Αυτό που μέχρι πριν ήταν αθέατο, τελικά δεν είχε χωνευτεί καλά, δεν αποβλήθηκε ποτέ πραγματικά απ’ τους σωλήνες, είναι ακόμα μες στο σπίτι και τώρα, υπερχειλές, ξεχύνεται στην επιφάνεια.