ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΣΚΗΝΕΣ από τις άγριες συγκρούσεις με φόντο το ΕΠΑΛ Σταυρούπολης, νιώθει κανείς να κυριεύεται ως πολίτης και ως θεατής από μια έντονη αμηχανία και μια απόγνωση, καθώς αδυνατεί –λόγω ηλικίας, απόστασης, ελλιπούς ενημέρωσης– να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που βλέπει και, κυρίως, πώς φτάσαμε μέχρι εκεί. Να μετατρέπεται δηλαδή ένα σχολείο σε ορμητήριο εφήβων νεοναζί χούλιγκαν (συνδεδεμένων ενδεχομένως με τον οργανωμένο οπαδισμό) που αμύνονται περί πάτρης με κάθε μέσο, ενάντια στους «άπλυτους» διαδηλωτές.      

 

Δεν πιστεύω καθόλου στη βολική και ύποπτη θεωρία των δύο άκρων, έχω ακούσει όμως μέσα στα χρόνια για διάφορες περιπτώσεις εφήβων που τη μία εβδομάδα δηλώνανε antifa και την επόμενη νεοναζί – ή το αντίστροφο. Σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς να έχουν προλάβει να αλλάξουν εμβλήματα, φετίχ και αξεσουάρ. Δεν είναι κάτι το πρωτοφανές, σ’ αυτές τις άστατες ηλικίες. Συμβαίνει κατ’ αντιστοιχία παντού στον κόσμο.

 

Αν αντέχει κανείς να ρίξει μια ματιά στα σχόλια κάτω από τα δημοσιεύματα για τα επεισόδια, θα αντιμετωπίσει ένα κύμα συμπαράστασης προς τους ανήλικους κουκουλοφόρους που έδωσαν το κατάλληλο μάθημα στους «άπλυτους» – ένας προσδιορισμός που έχει ξεφύγει από τα όρια της εθνικιστικής / ακροδεξιάς αργκό και έχει αγκαλιαστεί από όλες τις αποχρώσεις της δεξιάς αντίληψης.

 

Και τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει κατόπιν σκέψης ή συνειδητοποίησης ή εξαιτίας κάποιου συνταρακτικά καθοριστικού περιστατικού που σου γυρίζει σε ευαίσθητη ηλικία το μυαλό ανάποδα, όπως συνήθως συμβαίνει στην μυθοπλασία. Συχνά έχει να κάνει με κάτι συγκυριακό: μια αλλαγή παρέας, κλίκας, διάθεσης, μια μετακίνηση σε άλλη γηπεδική φράξια.

 

Το ζήτημα δεν είναι η στράτευση και η παραμονή σε μια ιδεολογία αλλά σε μια αορίστως συγκρουσιακή και διαρκώς ετοιμοπόλεμη συνθήκη. Το ζήτημα είναι ποιος θα σε στρατολογήσει καλύτερα, και συχνά οι φασίστες έχουν το αβαντάζ μιας λούμπεν αυθεντικότητας στην αστοιχείωτη ρητορική τους. 

 

Δεν υπονοώ με όλα αυτά ότι αυτά τα παιδιά έχουν το ακαταλόγιστο ή είναι αθώα θύματα ή έρμαια ενήλικων καθοδηγητών, επειδή είναι… παιδιά ή επειδή προέρχονται από υποβαθμισμένες συνοικίες, δυτικές ή άλλες (πόση ταξικότητα και πρόθεση χειραγώγησης κρύβουν τέτοιου είδους τοπικοί προσδιορισμοί). Για να μην ξεκινήσουμε με τα ταξικά στερεότυπα και τους συνειρμούς παραβατικότητας που προκαλεί στους πάσης φύσεως προνομιούχους και καλομαθημένους ο όρος ΕΠΑΛ.  

 

Δεν είναι ανησυχητική μόνο η ιδέα ότι τα σπαράγματα του χρυσαυγιτισμού εξακολουθούν να βρίσκουν πεδίο ανάπτυξης στη δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση ή στις λαϊκές γειτονιές. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τέτοιοι νεανικοί θύλακες φασιστικής βίας, αντιμετωπίζονται με μια ευρεία ανεκτικότητα, ακόμα και αποδοχή, όταν συγκρούονται με το «αντίπαλο δέος».

 

Αν αντέχει κανείς να ρίξει μια ματιά στα σχόλια κάτω από τα δημοσιεύματα για τα επεισόδια, θα αντιμετωπίσει ένα κύμα συμπαράστασης προς τους ανήλικους κουκουλοφόρους που έδωσαν το κατάλληλο μάθημα στους «άπλυτους» – ένας προσδιορισμός που έχει ξεφύγει από τα όρια της εθνικιστικής / ακροδεξιάς αργκό και έχει αγκαλιαστεί από όλες τις αποχρώσεις της δεξιάς αντίληψης.

 

Μέχρι και στη Βουλή είχε ακουστεί ο όρος, όταν σε ανύποπτο χρόνο κ. Βελόπουλος άρχισε ξαφνικά να καταφέρεται από το βήμα ενάντια στις υπερβολικά χαλαρές ενδυματολογικές επιλογές μερίδας των συναδέλφων του, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αναφέρομαι κυρίως στην αριστερή πλευρά, όπου νομίζουν ότι είναι αριστερός κάποιος όταν είναι άπλυτος».