ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΕΞΗΝΤΑ ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ από τον θάνατό του. Κι όμως, τα έργα του εξακολουθούν να αφορούν ένα ευρύ κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Η επανεμφάνιση του Καραγάτση στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης δεν είναι ούτε τυχαία ούτε απλώς συγκυριακή. Η τηλεοπτική μεταφορά της «Μεγάλης Χίμαιρας» από την ΕΡΤ δεν λειτούργησε μόνο ως ακόμα μία επιτυχία υψηλής τηλεθέασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα μυθιστόρημα γραμμένο σχεδόν έναν αιώνα πριν κατάφερε να συνομιλήσει άμεσα με το σύγχρονο κοινό, να συγκινήσει, να προκαλέσει συζήτηση και, το σημαντικότερο, να επαναφέρει τη λογοτεχνία στο προσκήνιο της μαζικής κουλτούρας. Προφανώς και δεν είναι μικρό πράγμα, ειδικά σε μια εποχή οπτικής υπερπληροφόρησης, ένα βιβλίο να λειτουργεί ξανά ως σημείο αναφοράς.
Και σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά. Όταν στο «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη ο πρωταγωνιστής εμφανίστηκε σε ένα φαινομενικά αδιάφορο πλάνο να διαβάζει τη «Μεγάλη Χίμαιρα», μια ολόκληρη έκδοση του βιβλίου εξαντλήθηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Ένα στιγμιότυπο, λίγα δευτερόλεπτα τηλεοπτικού χρόνου, στάθηκε αρκετό για να ενεργοποιήσει μια λανθάνουσα αναγνωστική επιθυμία. Το γεγονός αυτό λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται εκ πρώτης όψεως: ο Καραγάτσης δεν διαβάζεται απλώς ως «κλασικός». Ταυτόχρονα, γεννάται το ερώτημα τι μπορεί να λέει στη γενιά Ζ η –κατά τον Μανόλη Αναγνωστάκη– «άσκοπη φλυαρία» του.
Το αναγνωστικό κοινό έχει βαρεθεί τον μικροαστικό μινιμαλισμό ενός πολύ μεγάλου μέρους της νεότερης πεζογραφίας μας και νοσταλγεί πιο επικές ιστορίες, με πιο ζωντανούς χαρακτήρες και, επιτέλους, με αληθινά ερωτικά πάθη, κι ας είναι παλιομοδίτικα.
Το βέβαιο είναι ότι τα βιβλία του δεν έπαψαν ποτέ να πουλάνε, ούτε το έργο του έπαψε να πυροδοτεί αντιδράσεις. Σε πείσμα των αλλαγών στις αναγνωστικές συνήθειες, ο Καραγάτσης εξακολουθεί να διαβάζεται. Και αυτό μας φέρνει αναπόφευκτα στο ερώτημα: γιατί; Τι είναι εκείνο που κάνει τη «Μεγάλη Χίμαιρα» –και συνολικά το έργο του– να επιστρέφει διαρκώς, να βρίσκει νέους αναγνώστες και να μεταφέρεται ξανά και ξανά σε άλλα μέσα; Και, κυρίως, τι αποκαλύπτει αυτή η εμμονική επιστροφή στο παρελθόν για το παρόν και το μέλλον της δικής μας πολιτισμικής παραγωγής; Από αυτό το ερώτημα αξίζει να ξεκινήσει η συζήτηση∙ όχι για να αγιοποιήσουμε τον Καραγάτση αλλά για να κατανοήσουμε γιατί η λογοτεχνία του παραμένει ελκυστική.
Δημοσθένης Κούρτοβικ
Κριτικός λογοτεχνίας
Υπάρχει μια πολύ απλή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, η οποία κλείνει τη συζήτηση πριν καλά καλά ανοίξει: γιατί ήταν ένας σπουδαίος αφηγητής, που έπλαθε συναρπαστικές ιστορίες με ζωηρή, ελεγχόμενη όμως φαντασία, δυνατούς χαρακτήρες και νευρώδη όσο και ρέουσα γραφή.
Σωστά όλα αυτά. Αφήνουν όμως αναπάντητα μερικά άλλα, συναφή ερωτήματα. Πρώτα πρώτα, τα εμβληματικότερα (και δημοφιλέστερα) μυθιστορήματα του Καραγάτση ανήκουν σε έναν τύπο αστικής λογοτεχνίας που δεν έχει τίποτα κοινό με σάγκες όπως, π.χ., η τριλογία του Τάσου Αθανασιάδη «Οι Πανθέοι» παλιότερα ή αυτή του Νίκου Θέμελη πιο πρόσφατα, έργα που έγιναν και αυτά πολύ δημοφιλή και φαίνεται πως ταιριάζουν καλύτερα στα γούστα του μεγάλου κοινού. Οι κεντρικοί χαρακτήρες του Καραγάτση είναι bigger than life, όχι όμως με τον τρόπο ενός Καζαντζάκη, που τους εμπνεόταν από ένα μυθολογημένο, «αυθεντικά» ελληνικό πολιτισμικό υπόστρωμα· αντίθετα, είναι αλλοδαποί, που μπορεί να έχουν εγκλιματιστεί στην Ελλάδα και στον μεσογειακό αισθησιασμό, αλλά η πείρα λέει ότι ξενόφερτοι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες, μολονότι σπάνιοι στη λογοτεχνία μας, δεν συγκινούν ιδιαίτερα το ελληνικό κοινό. Έπειτα, ο φροϊδικός νατουραλισμός του Καραγάτση, που κάνει τη λίμπιντο κυρίαρχο και εκρηκτικό στοιχείο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ερχόμενο σε δραματική σύγκρουση με ηθικές επιταγές και κοινωνικές νόρμες, μοιάζει σήμερα κάπως παρωχημένος ως βιοθεωρία, καθώς η σεξουαλικότητα έχει αποδραματοποιηθεί στις σύγχρονες κουλτούρες και αυτό που προβάλλει ως ερωτικό πάθος υπάρχει η τάση να αποδίδεται σε άλλες αιτίες.
Το ότι η πεζογραφία του Καραγάτση κατορθώνει να υπερβαίνει τέτοια εμπόδια για τη σύγχρονη πρόσληψή της λέει πολλά για τη δύναμή της. Βεβαίως, έπαιξε σημαντικό ρόλο η θεατρική μεταφορά της «Μεγάλης Χίμαιρας». Το θέατρο έχει γίνει, ιδίως μετά την πανδημία, ένα είδος κοινωνικής μόδας και τα θεατρικά σουαρέ με Καραγάτση έδωσαν σε πολύ κόσμο το ερέθισμα να πιάσει στα χέρια του βιβλία του συγγραφέα. Η τηλεοπτική σειρά που προβάλλεται αυτό τον καιρό θα έχει και αυτή μεγάλο αντίκτυπο, ίσως μεγαλύτερο. Υποπτεύομαι, επίσης, πως το αναγνωστικό κοινό έχει βαρεθεί τον μικροαστικό μινιμαλισμό ενός πολύ μεγάλου μέρους της νεότερης πεζογραφίας μας και νοσταλγεί πιο επικές ιστορίες, με πιο ζωντανούς χαρακτήρες και, επιτέλους, με αληθινά ερωτικά πάθη, κι ας είναι παλιομοδίτικα.
Φοίβος Οικονομίδης
Συγγραφέας
χίμαιρα (η) {χιμαιρών} 1. προϊόν της φαντασίας, επιθυμία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: κυνηγώ χίμαιρες […] ΣΥΝ. ουτοπία, αυταπάτη
Ένα από τα πράγματα που πετυχαίνει με εντυπωσιακή αμεσότητα το «Άμνετ» της Κλόι Ζάο είναι η αίσθηση εκείνου του στατικού ηλεκτρισμού, της αύρας που τυλίγει το κοινό ενός έργου τη στιγμή που συντονίζεται σαν χορδή και κοινωνεί την ίδια ακριβώς συγκίνηση· ενώ, παράλληλα, η καθεμιά και ο καθένας στο κοινό εκείνο συγκινούνται μόνοι. Ξεκινούν απ’ το δικό τους διακριτό, εντελώς προσωπικό αφήγημα, κι όμως κάπως συναντιούνται κάτω από τη σκηνή. Αντίστοιχα και ο δημιουργός με την πρόθεσή του: κανείς δεν κλαίει με το «To die—to sleep; No more», κανείς δεν κλαίει με τον «Άμλετ», κανείς δεν κλαίει τον Άμλετ που έκλαψε (και έγραψε) ο Σαίξπηρ. Κι όμως τον κλαίνε εκατομμύρια, τέσσερις και πλέον αιώνες. Γιατί; Τι κάνει ένα έργο διαχρονικό, στο όριο του αθάνατου;
Και, από την άλλη, τι μπορεί να κάνει έναν πολιτισμό να μην προσδοκά τα διαχρονικά αριστουργήματα του μέλλοντος; Τι τον κάνει να απορρίπτει το μέλλον εξ ολοκλήρου;
Θα μπορούσε κανείς, ενδεχομένως, να πει ότι και η «Μεγάλη Χίμαιρα» φαίνεται να είναι ένα διαχρονικό έργο. Η προσπάθεια που θέλω να κάνω εδώ, όμως, σίγουρα δεν είναι να συγκρίνω τον Καραγάτση με τον Σαίξπηρ, ή τη «Μεγάλη Χίμαιρα» με τον «Άμλετ». Προσπαθώ να προσεγγίσω ένα ερώτημα σχετικά με τη σύγχρονη πολιτισμική παραγωγή της χώρας. Την απουσία σύγχρονων αφηγήσεων. Την καλλιτεχνική δημιουργία στην οποία επενδύουμε, κι εκείνη που αφήνουμε στην τύχη της.
Το κοινό παίρνει αυτά που το κοινό ζητάει, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για το μαζικό κοινό. Κοιτώντας την ελληνική τηλεόραση, λοιπόν, βλέπουμε πως το κοινό ζητάει (ως επί το πλείστον) εβδομαδιαίες και καθημερινές κωμωδίες και βαριά δράματα χαμηλού ρίσκου, χαμηλής παραγωγικής αξίας και χαμηλών καλλιτεχνικών προσδοκιών, με εκείνους τους ακατάπαυστους θεατρικούς διαλόγους, λες και η τηλεόραση δεν είναι οπτικό μέσο, λες και οι χαρακτήρες αδυνατούν να πράξουν με βάση την ιδιοσυγκρασία και τα ελαττώματά τους, λες και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να τα λένε, και να τα λένε, και να τα λένε. Ζητάει έργα λειψά, απ’ τα οποία λείπει κυρίως (αλλά όχι μόνο) η ειλικρίνεια. Υπάρχουν εξαιρέσεις, και η τηλεοπτική «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι μια τέτοια –ευτυχής– εξαίρεση.
Ενδιαφέρον έχει, όμως, ότι οι παραγωγές που συγκεντρώνουν πόρους και προσδοκίες αφορούν τόσο συχνά έργα του παρελθόντος. Από τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη που εκδόθηκε πριν από 123 χρόνια ως τη «Μεγάλη Χίμαιρα», που εκδόθηκε πριν από 90 χρόνια.
Ακόμα και στο «Maestro», που δεν γράφτηκε έναν αιώνα πριν, το παρελθόν μάς κλείνει το μάτι: ο πρωταγωνιστής λιάζεται και διαβάζει, τι άλλο, τη «Μεγάλη Χίμαιρα».
Ίσως το κοινό να επιζητά το παρελθόν. Ίσως να το κυριεύει μια γενικευμένη, παράδοξη νοσταλγία, νοσταλγία μέχρι και για ένα παρελθόν που δεν έζησε, λαχτάρα να κρυφτεί σε ένα απλούστερο, ασφαλέστερο «τότε», που δεν θα μπορούσε να είναι αδιέξοδο γιατί εξ ορισμού έχει τόσο «μετά». Ίσως να φαντασιώνεται περασμένα μεγαλεία με όρους μυθικούς. Περιπτώσεις όπως αυτές του «Καποδίστρια» –πόσο μάλλον του «Αγίου Παΐσιου»– επιβεβαιώνουν το τελευταίο. Ακόμα κι ως νέα έργα, δεν επιδιώκουν κάποια νέα ανάγνωση του παρελθόντος αλλά την επιβεβαίωσή του.
Ενδεχομένως, όμως, η απάντηση να έχει να κάνει τόσο με το τι ζητά ένα κοινό όσο και με το τι αποστρέφεται. Και ίσως το μαζικό κοινό της χώρας να αποστρέφεται το παρόν και να αδυνατεί ή να αδιαφορεί να κοιτάξει στο μέλλον.
Όταν γράφω «παρόν» εννοώ, βέβαια, αφηγήσεις που τοποθετούνται σε αυτό, αλλά κυρίως εννοώ τη νέα καλλιτεχνική δημιουργία. Τις νέες φωνές. Τις νέες ιδέες. Οι λίγες προσπάθειες να προσεγγιστεί το νέο ζέχνουν, συνήθως, από την κλεισούρα του γέρικου σπιτιού· μπερδεύουν το νέο με «τους νέους» και παλεύουν να πιάσουν μαρκετίστικα trends, μήπως και καταφέρουν, κανάλια και πλατφόρμες να ανανεώσουν τα target groups τους. Είναι, με λίγα λόγια, το μέλλον όπως το βλέπουμε από το παρελθόν.
Το ελληνικό κοινό είναι εξάλλου ένα μικρό κοινό, το οποίο μάλιστα γερνάει. Είναι λογικό τα συντηρητικά ρεύματα να έχουν μεγάλη επίδραση στον προσανατολισμό του, δηλαδή στη ζήτηση. Είναι ακόμα πιο ανησυχητική η κατάσταση του συστήματος της προσφοράς. Ένα σύστημα ανακύκλωσης χωρίς όραμα, χωρίς τόλμη, και χωρίς στιβαρό θεσμικό πλαίσιο που να προάγει τη νέα δημιουργία. Υπάρχουν μονάχα σκόρπιοι ευεργέτες.
Μπορεί ο Κρίστοφερ Νόλαν να έκανε γυρίσματα για την «Οδύσσειά» του στην Ελλάδα, οι Έλληνες κινηματογραφιστές όμως χρειάζεται να ασκήσουν τεράστια πίεση για να λάβουν έστω αξιοπρεπή κρατική χρηματοδότηση. Ενώ είναι προφανές ότι στη χώρα υπάρχει καλλιτεχνικός πλούτος (κυρίως λόγω της αναγνώρισής του στο εξωτερικό), δεν εντοπίζεται κανένα θεσμικό ενδιαφέρον για την πριμοδότηση ή έστω την καλλιέργειά του· πόσο μάλλον για την καλλιέργεια του κοινού.
Η τέχνη είναι κάτι το ζωντανό, υπακούει στους δικούς της φυσικούς νόμους, έχει τροφική αλυσίδα και φυσική επιλογή. Κανιβαλίζεται, κανιβαλίζει, είναι αδίστακτη κι αχόρταγη στην προσπάθειά της να πραγματωθεί. Είτε μένει σε κίνηση και βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, ή πεθαίνει. Στην Ελλάδα μοιάζει το ενδιαφέρον να έχει ήδη στραφεί στα μαυσωλεία.
Η σιωπηρή παραδοχή φαίνεται να είναι ότι τα καλύτερα είναι πίσω μας. Δεν υπάρχει συζήτηση περί διαχρονικότητας: τα παλιά μας έργα είναι τα μόνα που έχουμε. Κι αυτό, ακόμα κι αν είναι απόνερα του δυόμισι χιλιάδων ετών συλλογικού μας τραύματος, μετουσιώνεται σε συντηρητισμό στα όρια του μηδενισμού. Τα μάρμαρα ξεσκονίζονται, ενώ ο κήπος σαπίζει.
Για το αν η «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι διαχρονική, μόνος αρμόδιος να αποφασίσει είναι ο χρόνος. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε χωρίς τις επόμενες μεγάλες χίμαιρες.
Τι θα γενούμε χωρίς χιμαιροκυνηγούς.
Οι χιμαιροκυνηγοί, ευτυχώς, μπορούν και χωρίς εμάς.