ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ μιας εν εξελίξει πολεμικής σύγκρουσης και, κατά μείζονα λόγο, οι προβλέψεις για την κατάληξή της. Οι ασυνάρτητες δηλώσεις του ίδιου του Ντ. Τραμπ και των στελεχών του την περιπλέκουν ακόμα περισσότερο.
Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα σημεία στα οποία συγκλίνει η πλειονότητα των δημοσιολογούντων: ο πόλεμος στερείται διεθνοδικαιικής βάσης, οι διαπραγματεύσεις ήταν προσχηματικές και ο στόχος της αμερικανο-ισραηλινής επίθεσης είναι άγνωστος.
Αυτός ο πόλεμος είναι αφενός πόλεμος επιλογής και όχι ανάγκης και, αφετέρου, παράνομος σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος επιτρέπει τα στρατιωτικά πλήγματα είτε με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είτε σε περίπτωση αυτοάμυνας λόγω πραγματικής ή επικείμενης ένοπλης επίθεσης. Σημειωτέον, όχι μόνο δεν ζητήθηκε εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας αλλά παρακάμφθηκε το αμερικανικό Σύνταγμα, το οποίο παρέχει στο Κογκρέσο την εξουσία να κηρύξει πόλεμο.
Αν ουδείς μπορεί να σκεφτεί μια λειτουργική λύση, το πιο ρεαλιστικό σενάριο είναι ίσως το «μη σενάριο». Αυτοσχεδιασμοί, αδιαφορία έως και προσδοκία μιας χαοτικής κατάστασης.
Ελλείψει απόφασης που θα νομιμοποιούσε την επίθεση, ο μεν Τραμπ μίλησε για «επικείμενη απειλή» του Ιράν, ο δε Νετανιάχου για «υπαρξιακή απειλή», δηλώσεις που παραπέμπουν στο προληπτικό χτύπημα και στον προληπτικό πόλεμο αντιστοίχως – δικαιολογίες ιδιαίτερα επικίνδυνες εξαιτίας της αυθαίρετης και ιδιοτελούς ερμηνείας των απειλών. Η σχετική ρητορεία της αμερικανικής διοίκησης προκειμένου να αποδειχτεί η επικείμενη απειλή στηρίχτηκε στο τρίπτυχο ότι, πρώτον, το Ιράν έχει επανεκκινήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα· δεύτερον, έχει επαρκές υλικό για να κατασκευάσει μια βόμβα μέσα σε λίγες μέρες· και, τρίτον, αναπτύσσει πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς που σύντομα θα είναι ικανοί να χτυπήσουν τις ΗΠΑ.
Τίποτε από αυτά δεν ευσταθεί. Πέρυσι τον Μάρτιο, η ετήσια έκθεση των υπηρεσιών πληροφοριών διαπίστωνε ότι «το Ιράν δεν κατασκευάζει πυρηνικά όπλα και ότι ο Χαμενεΐ δεν έχει εγκρίνει εκ νέου το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων που ανέστειλε το 2003…». Πιο κοντά σε εμάς, μόλις τον περασμένο Ιανουάριο, το National Defense Strategy του Πενταγώνου έγραφε ότι οι ΗΠΑ είχαν «εξαλείψει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν» με τους βομβαρδισμούς του καλοκαιριού.
Μια περσινή έκθεση της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ιράν δεν διέθετε βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να χτυπήσουν τις ΗΠΑ και ότι μπορεί να χρειαστεί έως και μια δεκαετία για να αποκτήσει το πολύ 60 διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Τραμπ στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης ότι η Τεχεράνη «εργάζεται σε πυραύλους που σύντομα θα φτάνουν» στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι παντελώς αστήρικτος.
Από τα μέσα Ιανουαρίου ήταν φανερό ότι ΗΠΑ και Ισραήλ όδευαν προς στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν. Στην πραγματικότητα, οι συνομιλίες με το Ιράν ήταν προσχηματικές. Οι Ιρανοί δεν θα αποδέχονταν τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις των Αμερικανών (μηδενικός εμπλουτισμός, καταστροφή των βαλλιστικών πυραύλων μικρού και μέσου βεληνεκούς), αφού υπονόμευαν ευθέως την εθνική τους κυριαρχία. Παράλληλα, η ανάπτυξη τόσο πολλών δυνάμεων στην περιοχή δεν πρόσφερε τίποτε ουσιαστικό στις διαπραγματεύσεις. Απεναντίας, καταδείκνυε ότι υπήρχε σχεδιασμός που απέβλεπε στη στρατιωτική επέμβαση.
Το ερώτημα που πλανάται είναι τι μέλλει γενέσθαι. Υπάρχουν σαφώς απτά και μη αμελητέα αποτελέσματα (αποκεφαλισμός ηγετικών στελεχών, καταστροφή στρατιωτικών υποδομών) που αποδυναμώνουν το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας. Ωστόσο, ο Πρόεδρος Τραμπ δεν έχει «ρεαλιστικό σχέδιο για το μέλλον του Ιράν». Η διαπίστωση αυτή των «Financial Times» είναι ευρέως αποδεκτή. Σενάρια διατυπώνονται με κοινό πυρήνα την «αλλαγή καθεστώτος», τα οποία όμως δεν είναι ιδιαιτέρως πειστικά, διότι δεν υπάρχει αξιόπιστη δύναμη στην αντιπολίτευση που θα μπορούσε να αναλάβει με αξιώσεις την εξουσία. Ενδεικτικός της σύγχυσης είναι ο ισχυρισμός του υπουργού Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, ότι ο βομβαρδισμός του Ιράν δεν αφορά την αλλαγή καθεστώτος, ο οποίος έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα λεγόμενα του Τραμπ.
Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή. Αν ουδείς μπορεί να σκεφτεί μια λειτουργική λύση, το πιο ρεαλιστικό σενάριο είναι ίσως το «μη σενάριο». Αυτοσχεδιασμοί, αδιαφορία έως και προσδοκία μιας χαοτικής κατάστασης με εθνοτικές ή/και πολιτικές συγκρούσεις που θα επιτρέπουν παντοειδείς παρεμβάσεις και επεμβάσεις. Δεν είναι πρωτότυπο. Το ξέρουμε από τη Λιβύη και το Ιράκ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO