ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ, ακόμα βαθύτερος και δυνάμει αγριότερος από τον τελευταίο που βίωσε αυτή τη χώρα με το δίπολο μνημόνιο/αντιμνημόνιο, εξελίσσεται. Πρόκειται βέβαια ουσιαστικά για έναν διχασμό παγκοσμιοποιημένο, που αφορά αφενός την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, αφετέρου το τι μέτρα οφείλουν να ληφθούν για την προστασία της δημόσιας υγείας, στο πλαίσιο μιας ανοικτής κοινωνίας. 

 

Η κοινωνικά αλλά και υγειονομικά δυνάμει επικίνδυνη αυτή πόλωση μάλιστα εργαλειοποιείται πολιτικά, όπως καλή ώρα συμβαίνει στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό. Διότι άλλο πράγμα είναι μια αντιπαράθεση πάνω στις πολιτικές της δημόσιας υγείας, την επάρκεια του ΕΣΥ, την καθολική πρόσβαση σε φάρμακα, θεραπείες και εμβόλια γενικότερα και άλλο μια αντιπαράθεση όπου η μεν κυβέρνηση με τη συνεπικουρία κάποιων ειδικών υιοθετεί ένα αυταρχικό ήθος και ύφος –ήθος και ύφος που είχε προκαλέσει ευρείες κοινωνικές αντιδράσεις και στη διάρκεια της πολύμηνης καραντίνας, όταν όσο ακριβή και βάρβαρη έδειχνε στα πίτουρα, τόσο φτηνή αποδεικνυόταν στο αλεύρι–, η δε αξιωματική αντιπολίτευση υποπίπτει επίσης σε ανεπίτρεπτα «φάουλ», από τα «ξεστοκαρίσματα» εμβολίων μέχρι την ανοικτή αμφισβήτησή τους από κάποια ιδιαίτερα προβεβλημένα στελέχη της που φέρουν και τίτλους επιστημονικούς, μια τακτική που προκαλεί αντιδράσεις και στο εσωτερικό της. 

 

Δεν χρειάζεται βέβαια να έχει κανείς ιδιαίτερες ιστορικές γνώσεις για να αντιληφθεί ότι ο επιδεικτικός αυταρχισμός και οι απειλές όπου συχνά καταφεύγει ο πρωθυπουργός και άλλα πρωτοκλασάτα κυβερνητικά στελέχη –αντίθετα με τη νηφαλιότητα και τη δύναμη της πειθούς που μετέρχονται άλλοι ομόλογοί τους, ακόμα και σε περισσότερο πληττόμενες χώρες–, μάλλον οξύνει παρά κατευνάζει τα πνεύματα. Ιδίως όταν υπάρχει η υποψία ότι δεν προέρχεται ακριβώς από «πατρικό ενδιαφέρον», αλλά μάλλον από φόβο ότι μια νέα κορύφωση της υγειονομικής κρίσης εξαιτίας των μεταλλάξεων και με το ποσοστό των εμβολιασμένων να είναι ακόμα αρκετά μακριά από το επιθυμητό όριο του 80% (είμαστε σχεδόν στο ήμισυ) μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες όχι μόνο για τη χώρα αλλά και για το κυβερνών κόμμα, καθώς ήδη διαφαίνεται ένα «τέταρτο κύμα».

 

Η ανθρώπινη βλακεία είναι, ως γνωστό, ακατανίκητη και υπάρχουν τύποι/-ισσες που ο... θεός ο ίδιος να κατέβαινε δεν θα πείθονταν για την αναγκαιότητα να εμβολιαστούν ή έστω να προσέχουν περισσότερο τον πλησίον κι αυτό δεν είναι πάντα θέμα μορφωτικού επιπέδου αλλά εμμονών, ιδιοσυγκρασίας, αντίληψης, κοινωνικού πρεστίζ κ.λπ. Συν ότι ένα υπολογίσιμο μέρος του πληθυσμού είναι ψηφιακά αναλφάβητο και δίχως ανεπτυγμένη κριτική σκέψη.

 

Όμως το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους χειρισμούς της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης, είναι ευρύτερο και αφορά τον «ψυχρό πόλεμο» εντός της κοινωνίας, όπως αποτυπώνεται στις κοινωνικές συναναστροφές, στα ΜΜΕ, που με γνώμονα την εμπορικότητα συχνά συμβάλλουν στο κλίμα σύγχυσης αντί να το κατευνάζουν, στο Ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα επίσης, όπου τα fake news και η –συχνά εσκεμμένη– παραπληροφόρηση στο όνομα της τάδε ή της δείνα ατζέντας δίνουν και παίρνουν. Μιας κοινωνίας που πολύ εύκολα χάνει την ψυχραιμία της έχοντας βιώσει τη μια κρίση μετά την άλλη, με την πανδημία να της έχει στερήσει εντελώς είτε υποβάλει σε μακρές, επώδυνες νοσηλείες συγγενείς και φίλους, να της έχει επίσης στερήσει εισοδήματα, δουλειές, προοπτικές, κοινωνικές επαφές και δραστηριότητες, την ίδια την ψυχοπνευματική της ισορροπία. Και που ακόμα κι αν αύριο κιόλας εξαφανιστεί ο ιός, θα δοκιμαστεί σκληρά στο δυσοίωνο «μετααποκαλυπτικό» τοπίο που ήδη αναδύεται. 

 

Αφενός, λοιπόν, έχουμε τους εμβολιασμένους που έκαναν την καλύτερη δυνατή επιλογή και που νιώθοντας πλέον πιο άνετα ζητούν «προνόμια» και δικαίωση για τις θυσίες στις οποίες υποβάλλονται κοντά δυο χρόνια τώρα, φτάνοντας μερικές φορές να ζητούν ευθέως και πολλές φορές άκριτα λογής αυστηρά περιοριστικά μέτρα και καταναγκασμούς κατά της άλλης πλευράς, από κοινωνικό στιγματισμό μέχρι εκτόπιση. Χωρίς να αντιλαμβάνονται –όπως και η κυβέρνηση– ότι έτσι θα επιτύχουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, γιατί αν κάθε κοινωνικό πρόβλημα ήταν απλώς ζήτημα πειθούς με όχημα τη διαλεκτική και τον ορθό λόγο, θα είχαμε λύσει τα περισσότερα προ πολλού. Εκτός του ότι και οι θεωρούμενοι ως ντε φάκτο θιασώτες του ορθού λόγου, από κυβερνητικούς αξιωματούχους μέχρι και επιστήμονες εδώ και στο εξωτερικό, ελέγχονται για παλινωδίες και αντιφάσεις που δεν δικαιολογούνται μόνο από το ότι αντιμετωπίζουμε μια πρωτόφαντη στην εποχή μας απειλή με αρκετές άγνωστες παραμέτρους.  

 

Αφετέρου, τους συνειδητά ανεμβολίαστους (προφανώς δεν εννοούνται εδώ όσοι δεν πρόλαβαν να εμβολιαστούν ακόμα ή που αδυνατούν για συγκεκριμένους λόγους υγείας) οι οποίοι κινούνται ιδεολογικά σε μια ευρύτατη γκάμα που περιλαμβάνει από μετριοπαθείς σκεπτικιστές –οι οποίοι φοβούνται ότι τα εμβόλια δεν είναι αρκετά ασφαλή και υπερτονίζουν τις σπανιότατες σοβαρές παρενέργειες αντί για το καταφανές τους όφελος για τη συντριπτική πλειοψηφία–, «ιδεολόγους» αρνητές, στους οποίους συγκαταλέγονται μια δράκα «αιρετικοί» επιστήμονες, μέχρι ευθέως «ψεκασμένους» που μιλάνε για ανθρώπινα πειραματόζωα, τσιπάκια, Αντίχριστους και παγκόσμιες συνωμοσίες, με κλεψίτυπη σημαία τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν τους μέλλει καν πόσους αφελείς θα πάρουν στον λαιμό τους, όπως δεν έμελλε τους αρνητές του HIV/AIDS και άλλων επιδημιών. 

 

ΕΔΩ ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΟΥΝ ΟΙ ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων, με τους ορθόδοξους αντιεμβολιαστές «ζηλωτές» σε εξέχουσα θέση, θιασώτες της alt right, ακροδεξιοί που ρίχνουν άδεια να πιάσουν γεμάτα στο όνομα τάχα της ελεύθερης βούλησης, συνομωσιολόγοι και τυχοδιώκτες πάσης ιδιότητος και παντός καιρού, αλλά και διάφορα σχήματα έντυπα, ιστοσελίδες και σοσιαλμιντιακοί ινφλουένσερς που τοποθετούνται στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και των Α/Α. Κάνουν αντιεμβολιαστική προπαγάνδα, φωνάζουν για γκέτο, απαρτχάιντ, ευγονικές και «ναζιστικές πρακτικές διαχωρισμού», προβαίνουν σε εντελώς ανιστόρητες συγκρίσεις, ευτελίζοντας τις εν λόγω έννοιες. Κάποιοι εξ αυτών διαφωνούσαν μάλιστα εξαρχής με οποιοδήποτε περιοριστικό μέτρο, λες και θα υπήρχε ποτέ ανθρώπινη κοινωνία με την οποιαδήποτε οργάνωση που θα μπορούσε να επιβιώσει εντελώς «χύμα» σε μια πανδημία.

 

Υπάρχει ευτυχώς και μια έντονη εκ των έσω αντίδραση σε τέτοιες προσεγγίσεις από ανθρώπους πιο σώφρονες και συνετούς που αντιλαμβάνονται πόσο προσομοιάζει αυτή η επιχειρηματολογία με τον πλέον ακραίο ατομικισμό. Λες και το αν θα φορέσεις ή όχι προφυλακτικό π.χ. είναι «ατομικό δικαίωμα», ανεξάρτητα από την επιθυμία του ερωτικού σου συντρόφου και άσχετα αν υπάρχουν σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα ή η πιθανότητα μιας ανεπιθύμητης κύησης. 

 

Όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα καθαυτά, στα οποία αντιδρούν ακόμα και «εμβολιασμένοι με συνείδηση», έστω με ένα στοιχείο δραματοποιημένης υπερβολής και μολονότι η «άλλη πλευρά» ποσώς νοιάζεται να ανταποδώσει το νοιάξιμο και την κοινωνική αλληλεγγύη που εισπράττει, σαφώς και ελέγχονται για την αποτελεσματικότητά τους όταν αφορούν συγκεκριμένες δραστηριότητες όπως τα ταξίδια, η εστίαση ή η διασκέδαση ενόσω άλλες, αρκετά πιο επίφοβες όπως ο συνωστισμός σε εργασιακούς χώρους, κλειστές δομές (ΚΥΤ, φυλακές κ.ά.), λατρευτικές συνάξεις, κοινωνικές εκδηλώσεις δίχως προφυλάξεις και βέβαια στα μέσα μαζικής μεταφοράς που παραμένουν υποβαθμισμένα όπως και πολλές δομές υγείας από αυτές που «περισσεύουν», όπως είπε πρόσφατα ο πρωθυπουργός – μα προφανώς και περισσεύουν όταν δεν έχεις εξοπλισμό και προσωπικό να τις στελεχώσει.

 

Όταν, επίσης, απουσιάζει μια μεθοδική και συστηματική ενημέρωση του πληθυσμού σε κάθε επίπεδο, μια λογοδοσία για τα μέτρα και τις πολιτικές που εφαρμόζονται με τις ανάλογες επιστημονικές επεξηγήσεις (και η αμφιλεγόμενη θέσπιση του «ακαταδίωκτου» μάλλον δεν βοηθά), όταν η εμπιστοσύνη σε θεσμούς και κράτος έχει προ πολλού κουρελιαστεί. 

 

Ακόμα, βέβαια, κι αν δεν ίσχυαν όλα αυτά, πάλι θα υπήρχε ένα υπολογίσιμο ποσοστό συνειδητών αρνητών. Που δεν τους νοιάζει αν υιοθετώντας ανεύθυνες συμπεριφορές, όχι μόνο κινδυνεύουν οι ίδιοι –πλέον οι ανεμβολίαστοι σχεδόν μονοπωλούν τις εισαγωγές σε νοσοκομεία και ΜΕΘ– αλλά αποτελούν και δυνάμει απειλή, ειδικά για τους πιο ευάλωτους συμπολίτες τους, καθυστερώντας ταυτόχρονα την έξοδο από την υγειονομική κρίση.

 

Η ανθρώπινη βλακεία είναι, ως γνωστό, ακατανίκητη και υπάρχουν τύποι/-ισσες που ο... θεός ο ίδιος να κατέβαινε δεν θα πείθονταν για την αναγκαιότητα να εμβολιαστούν ή έστω να προσέχουν περισσότερο τον πλησίον κι αυτό δεν είναι πάντα θέμα μορφωτικού επιπέδου αλλά εμμονών, ιδιοσυγκρασίας, αντίληψης, κοινωνικού πρεστίζ κ.λπ. Συν ότι ένα υπολογίσιμο μέρος του πληθυσμού είναι ψηφιακά αναλφάβητο και δίχως ανεπτυγμένη κριτική σκέψη.

 

Το πώς μπορεί κανείς να συνδιαλλαγεί ψύχραιμα μαζί τους στις ανοικτές μας κοινωνίες, όχι σε επίπεδο της όποιας Πολιτείας και των όποιων θεσμών αλλά στην καθημερινότητά του, το πώς αντί να αλληλοφαγωθούμε θα καταφέρουμε να εστιάσουμε στη μεγάλη εικόνα, παραμένει ζητούμενο, όπως και οι πολιτικές που θα συμβάλουν σε αυτή την κατεύθυνση.