Κώστας Μαυρουδής και Τάσος Γουδέλης
Κώστας Μαυρουδής και Τάσος Γουδέλης

 

Διαλεκτικός διάλογος. Και οι δύο διακονούν τη λεπταίσθητη λογοτεχνία εδώ και τέσσερις δεκαετίες περίπου. Εκδίδουν το λαμπρό περιοδικό «Το Δέντρο», γράφουν για βιβλία άλλων, γράφουν τα δικά τους βιβλία, συμμετέχουν δραστήρια στα δρώμενα του αστικού τοπίου. Ο ένας θητεύει και στην ποίηση. Ο άλλος και στον κινηματογράφο. Ο Κώστας Μαυρουδής (Τήνος, 1948) και ο Τάσος Γουδέλης (Αθήνα, 1949) γνωρίζονται από τα φοιτητικά τους χρόνια και επιδίδονται έκτοτε σε έναν δημιουργικό διάλογο σχετικά με τη ζωή της τέχνης και την τέχνη της ζωής. Με strong opinions ο καθένας τους, δεν παύουν να αλληλοεπηρεάζονται. Προσφάτως, και σχεδόν ταυτοχρόνως, εξέδωσαν τα βιβλία Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (εκδ. Νεφέλη) ο πρώτος και απόσταση αναπνοής (εκδ. Πατάκης) ο δεύτερος. Βιβλία θραυσματικά, συναρμολογούμενα, με κρίσιμα κερματισμένα σχόλια, μνήμες, ίχνη από διαβάσματα, αυτοβιογραφικές κοινοποιήσεις, άλλοτε με ύφος υπαινικτικό άλλοτε με κρυστάλλινη διαύγεια. Ο Μαυρουδής συνθέτει, αντλώντας από τη μεγάλη του εξοικείωση με την κλασική μουσική και παίζοντας με τις αντιστίξεις, ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, όπως γράφει ο ίδιος. Ο Γουδέλης συνθέτει, με τη σειρά του, ένα καλειδοσκοπικό βιβλίο με τεχνικές που αντλεί τόσο από τον κινηματογράφο –όπως το μοντάζ, η παράθεση, τα χρονικά άλματα, η σεναριακή εγγραφή– όσο και από τη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου και του μοντερνισμού. Ένα διήγημα ακολουθείται από σύντομες ημερολογιακές σημειώσεις, «αυθιστορήσεις και ψυχολογικά πορτρέτα», όπως επισημαίνει ο Γιώργος Αριστηνός. Τα δύο βιβλία έχεις την εντύπωση ότι συνομιλούν και ότι παρατείνουν ευπρόσδεκτα έναν διάλογο δεκαετιών.

 

2.

Παράλληλες λήψεις. «"Δεν αποκλείεται τίποτα πια" ψιθύρισε ο πατέρας μου μετά τη μεγάλη νεροποντή (Νοέμβριος 1961), όταν ο χείμαρρος του κεντρικού δρόμου έτρεχε ορμητικός προς την κατεύθυνση της ανηφόρας» (Μαυρουδής). «Οι αχινοί στα ρηχά και το μέτωπο της αδελφής μου πλατύ δίπλα στον μπαμπά με πιτζάμες καθισμένοι και οι δύο έξω από το σπίτι της παραλίας σε ασπρόμαυρο φωτογραφίας» (Γουδέλης). «Η νεοελληνική επαρχία μάς έδωσε ό,τι είχε: ένα πρωτογενές υλικό για μεταγενέστερες αισθηματικές αναπολήσεις. Οφείλαμε αργότερα να τρέξουμε, αναζητώντας εμπειρίες που άλλοι, στο κέντρο, διέθεταν αυτονόητα. Όταν εκείνοι άκουγαν τις "Εικόνες από μία έκθεση", εγώ, Τήνιος, έβλεπα εκθέσεις από εικόνες» (Μαυρουδής). «Χωρίς ηλεκτρικό και κινηματογράφο, αναπολώντας τον Άσενμπαχ στο Λίντο, έναν κομψό με παναμά να βαδίζει με στυλ στην καυτή παραλία ανάμεσα σε φύκια και μελαψά σώματα» (Γουδέλης). «Το παρελθόν μας, με άλλα λόγια, συμπεριφέρεται σαν εκείνον που κρατάει το λουράκι (αυτό που επιμηκύνεται κατά βούλησιν), παρέχοντας στο τετράποδο την αίσθηση του αυτεξούσιου, ενώ το ζώο παραμένει απολύτως εξαρτημένο από τις διαθέσεις του οδηγού του» (Μαυρουδής).

 

3.

Μίλησε, Μνήμη. Αυτός είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ (1899-1977), ενός ποιητή και συγγραφέα που θέλγει τόσο τον Μαυρουδή όσο και τον Γουδέλη. Μάλιστα, στο πιο πρόσφατο τεύχος του «Δέντρου» (#214-215, Απρίλιος 2017) στεγάζεται ένα ωραίο αφιέρωμα στον δημιουργό της Λολίτας, της Άντας, της Χλωμής Φλόγας, της Άμυνας του Λούζιν. Στις Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι και στην απόσταση αναπνοής μιλάει μειλίχια η μνήμη. Ακόμα και όταν τα γεγονότα που μεταφέρουν στο χαρτί οι συγγραφείς είναι σκληρά, η ομιλία της μνήμης είναι ευγενική, συγκροτημένη και συγκερασμένη, περισσότερο ρευστή και διακεκομμένη, κινηματογραφική, στην περίπτωση του Γουδέλη, περισσότερο μουσική, στοχαστική, βιβλιοφιλική θα έλεγα, στην περίπτωση του Μαυρουδή. Θα συναντήσουμε τον Όρσον Ουέλς, τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, τον Παντελή Βούλγαρη, τον Λουκίνο Βισκόντι, τον Νίκο Κούνδουρο, τον Αντρέι Ταρκόφσκι στην απόσταση αναπνοής. Θα συναντήσουμε τον Γκούσταβ Μάλερ, τον Μοντέστ Μουσόργκσκι, τον Αντονίν Ντβόρζακ, τον Ρολάν Μπαρτ, τον Σεντ Εξιπερί, τον Σαρλ Μποντλέρ στις Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι. Ένα λυτρωτικό αναψυκτικό στον καύσωνα του θέρους φέρνει εικόνες από το Επάγγελμα Ρεπόρτερ του Μικελάντζελο Αντονιόνι στον νου του Γουδέλη. Ένα τοπίο της Τήνου μπορεί να θυμίσει στον Μαυρουδή τον καύσωνα σε μια ιταλική κωμόπολη και να συσχετιστεί με μια άρια από τη «Λουίζα Μίλερ» του Βέρντι. Και στους δύο είναι παρούσες εικόνες από τον κινηματογράφο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο οποίος, είμαι βέβαιος, ασμένως θα διάβαζε τα βιβλία του Μαυρουδή και του Γουδέλη.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO