Τζορτζ Στάινερ: Ο κατάσκοπος της ψυχής του συγγραφέα

Τζορτζ Στάινερ: Ο κατάσκοπος της ψυχής του συγγραφέα Facebook Twitter
Ο Στάινερ είναι ίσως ο μόνος που κατάφερε να διακρίνει το χιούμορ εκεί όπου δεν το είχε κανείς υποπτευθεί: εννοείται όχι μόνο στις παραβολές του Κάφκα ή του Μπέκετ (ο πρώτος που είδε την κοινή τους σύνδεση) αλλά ακόμα και στις μεσογειακού τύπου μπουφόνικες παρεκτροπές του Σαλβατόρε Σάττα ή στις μισανθρωπικές λεκτικές ριπές του Σελίν!
0

Αν κάθε βιβλίο», όπως είχε πει κάποτε ο Τόμας Μαν, «που γράφεται εναντίον της ζωής συνιστά έναν πειρασμό για να ζήσουμε», τότε κάθε λογοτεχνική κριτική του Τζορτζ Στάινερ μάς γεννά την ανάγκη να διαβάσουμε. Οι κριτικές του –αλαβάστρινες, παράφορες, ανατρεπτικές, αλλά ποτέ αδιάφορες–, όπως είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό «New Yorker» και περιλαμβάνονται στο άρτι εκδοθέν από τις εκδόσεις Πατάκη Περί λόγου, τέχνης και ζωής: Κείμενα στο New Yorker (σε μετάφραση Γιώργου Λαμπράκου, στη νέα σειρά «Οζυμανδίας» την οποία επιμελείται ο Χάρης Βλαβιανός), δεν είναι παρά μια ερωτική εξομολόγηση προς τα σπουδαία αντιφατικά πνεύματα που τόλμησαν να θέσουν εαυτόν υπό αμφισβήτηση, διαχέοντας στο χαρτί ολόκληρο το είναι τους. Σελίν, Μπέκετ, Σιμόν Βέιλ, είναι μερικά μόνο από τα πολυπρόσωπα συγγραφικά φαινόμενα που απασχολούν τον Στάινερ στην αντιφατικότητά τους. Κακώς, λοιπόν, τον έχουν αποκαλέσει ελιτιστή – αν κάτι τον ενοχλούσε στους μέτριους συγγραφείς είναι ότι ανέκαθεν κρατούσαν ένα μερίδιο της δύναμής τους για άλλες εκδοχές του βίου, θεωρώντας πως η ανάγνωση ή η γραφή είναι κάτι ξέχωρο από τη ζωή, ότι δεν είναι ικανές να κάψουν την ψυχή ή το δέρμα.

Στον Κληρικό της προδοσίας, που είναι και το πιο διάσημο από τη συλλογή με τα κείμενα στο «New Yorker», είναι σαφής η σκιαγράφηση του προφίλ του απόλυτα ταγμένου συγγραφέα ή μελετητή που αναπολούσε ο Στάινερ μέσα από την αναπαράσταση του βίου του κορυφαίου ιστορικού τέχνης και κατασκόπου Άντονι Μπλαντ. Είναι αυτός που, μην μπορώντας να εκχωρήσει τις υψηλές γνώσεις του στους αδαείς, έφτασε να λατρεύει ακόμα και τους απολυταρχικούς ηγεμόνες της ιταλικής Αναγέννησης με την υψηλή παιδεία, για να συμπαραταχθεί στο τέλος με τους Σοβιετικούς, ενώ ένιωσε να συνομιλεί ιδανικά με τους πλατωνικούς φύλακες που αγνοούσαν οποιονδήποτε δεν διακινδύνευε τα πάντα για χάρη της σοφίας.

Ο κόσμος εκεί έξω δεν είναι «γι' αυτόν παρά ένα εμπόδιο που τον κρατάει μακριά από τη λυδία λίθο», που είναι το να μπορεί να γευτεί, με την αβυσσαλέα βεβαιότητα του παθιασμένου ρέκτη που τα δίνει όλα και με την ακόρεστη όρεξη του ανθρώπου που δεν χορταίνει ποτέ, τους καρπούς του μόχθου του.

Καμία φευγαλέα οίηση της μαζικής κουλτούρας δεν ήταν ικανή να αποσπάσει τη σκέψη του από αυτό στο οποίο ήταν ταγμένος – θαρρεί κανείς πως περιγράφοντας την «υπόσταση του μελετητή», ο Στάινερ δεν αναφέρεται τόσο στον Μπλαντ όσο στον εαυτό του: «Ο απόλυτος μελετητής είναι στην πραγματικότητα ένα μάλλον αλλόκοτο ον. Γι' αυτόν ισχύει η διαπίστωση του Νίτσε ότι το να ενδιαφέρεται κανείς για κάτι, να ενδιαφέρεται απόλυτα γι' αυτό, είναι μια λιμπιντινική ώθηση πιο ισχυρή από την αγάπη ή το μίσος, πιο αυθεντική από την πίστη ή τη φιλία – ενίοτε πιο επιτακτική από την ίδια την προσωπική ζωή. Ο Αρχιμήδης δεν τρέχει να ξεφύγει από τους δολοφόνους του, ούτε καν στρέφει το κεφάλι του για να δει ότι ορμούν στον κήπο του, καθώς έχει βυθιστεί στην άλγεβρα των κωνικών τομών. Το περίεργο είναι το εξής: η συμβατική φήμη, η υλική ή οικονομική αξία, η αισθητηριακή έλξη, η ωφελιμότητα του αντικειμένου ενός τέτοιου ενδιαφέροντος δεν παίζουν κανένα ρόλο». Ο κόσμος εκεί έξω δεν είναι «γι' αυτόν παρά ένα εμπόδιο που τον κρατάει μακριά από τη λυδία λίθο», που είναι το να μπορεί να γευτεί, με την αβυσσαλέα βεβαιότητα του παθιασμένου ρέκτη που τα δίνει όλα και με την ακόρεστη όρεξη του ανθρώπου που δεν χορταίνει ποτέ, τους καρπούς του μόχθου του. Όσο για την κατασκοπευτική ή μεταμορφωτική δεινότητα, αυτή επιβεβαιώνεται σε κάθε ικανό μελετητή που ξέρει ότι θα μπορούσε να φέρει άψογα σε πέρας οποιαδήποτε αποστολή λόγω της υψηλής ικανότητάς του να προσαρμόζεται σε διαφορετικές συνθήκες.

Ακόμα, λοιπόν, και αν κάποιοι από τους πολυπρόσωπους συγγραφείς που μελετά κατά κανόνα ο Στάινερ είχαν κατηγορηθεί ως Σοβιετικοί κατάσκοποι, όπως ο Μπλαντ, ως αμετανόητοι τροτσκιστές, όπως ο Όργουελ, ή ταυτόχρονα ως αντιδραστικοί και αναρχικοί, όπως η Σιμόν Βέιλ, στην πραγματικότητα παρασύρονταν από τις ιαχές των φωνών που αντηχούσαν από ψηλά, εκεί όπου είχαν τοποθετήσει τις ιδέες τους. Κάθε λεπτομέρεια του βίου ήταν μόνο αφορμή για να πλέξει ανενόχλητα ο καθένας από αυτούς το ατελείωτο δίχτυ της γνώσης: ο Φιλίπ Αριές, επιμένει ο Στάινερ, μπορούσε να εκμεταλλευτεί από τα βιβλία μαγειρικής έως τα αρχεία του φοροεισπράκτορα στις βαρυσήμαντες μελέτες του για το πένθος ή ο Όργουελ να βασίσει το μελλοντολογικό του σχέδιο σε pulp fiction αναγνώσματα.

Kαταστρέφοντας ολονυχτίς ό,τι με κόπο έφτιαχναν κάθε μέρα οι αγαπημένοι συγγραφείς του Στάινερ δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να τροφοδοτούν μια ακόμα καλύτερη αναλογία, μια πιο καλή μεταφορά, μια ακόμα ιδανικότερη συνθήκη. Ο «μεγάλος συγγραφέας είναι και αναρχικός και αρχιτέκτονας: τα όνειρά του υποσκάπτουν και ξαναχτίζουν το κακότεχνο, προσωρινό τοπίο της πραγματικότητας» γράφει εμφατικά ο ίδιος στο κείμενο του για τον Μπόρχες. Γεμάτα αντινομίες δεν είναι όμως μόνο τα πρόσωπα αλλά και οι πόλεις, όπως η Βιέννη, που είναι η «πρωτεύουσα της εποχής της αγωνίας, το κομβικό σημείο της εβραϊκής ιδιοφυΐας, καθώς και η μητρόπολη απ' όπου θα διέρρεε το Ολοκαύτωμα». Γενικότερα, η Αυστρία είναι το κέντρο του κοσμοπολιτισμού που καθορίζει τον «χειραφετημένο ιουδαϊσμό» του Μπένγιαμιν και του Κάφκα, ενώ ταυτόχρονα υποδαυλίζει τους εμπνευσμένους φιλιππικούς του Μπέρνχαρντ.

Κάθε μέρος αποκτά έτσι τη δική του συμβολική μετατόπιση στον ευμετάβλητο κόσμο των γραμμάτων και αν κάτι ενδιέφερε τον Στάινερ σε κάθε του προσέγγιση, ήταν να αποκτήσει η ατομική στάση χροιά καθολικότητας, να απλωθούν οι λέξεις στα πέρατα της γης, να θεμελιωθεί ένας αδιάρρηκτος κόσμος, ακόμα και αν μοιάζει να εκκινεί από τις πιο παράδοξες συμβάσεις: «Όπως ο Λιούις Κάρολ, ο Μπόρχες έφτιαξε από τα αυτιστικά όνειρα –από μια ιδιωτική κατάσταση που είναι ως έναν βαθμό εξωτική και ιδιοσυγκρασιακή– εικόνες, διακριτικά, μα σαφή μηνύματα, τα οποία αναγνώστες από όλο τον κόσμο ανακαλύπτουν, αναγνωρίζοντάς τα απόλυτα. Οι δρόμοι και οι κήποι μας, μια σαύρα στο ζεστό φως, οι βιβλιοθήκες και οι στριφογυριστές σκάλες μας αρχίζουν να μοιάζουν ακριβώς όπως τις φαντάστηκε ο Μπόρχες, παρ' ότι οι πηγές του οράματός του παραμένουν μη αναγώγιμα μοναδικές, ερμητικές ενίοτε, ακόμα και σεληνιασμένες». Δεν έχει σημασία με ποια όπλα θα καταφέρει ο δημιουργός ή ο αναγνώστης να ανοίξει δρόμους ή να οραματιστεί το άπειρο, αρκεί να το κάνει: μπορεί να χρησιμοποιήσει το χιούμορ ή το δράμα, το γκροτέσκο ή το γελοίο.

Ο Στάινερ είναι ίσως ο μόνος που κατάφερε να διακρίνει το χιούμορ εκεί όπου δεν το είχε κανείς υποπτευθεί: εννοείται όχι μόνο στις παραβολές του Κάφκα ή του Μπέκετ (ο πρώτος που είδε την κοινή τους σύνδεση) αλλά ακόμα και στις μεσογειακού τύπου μπουφόνικες παρεκτροπές του Σαλβατόρε Σάττα ή στις μισανθρωπικές λεκτικές ριπές του Σελίν!: «Ο ιδιωτικός βίος και το λογοτεχνικό έργο του Σελίν είναι εμβαπτισμένα σε ένα μαύρο γέλιο με ραμπελαιικές αντιστοιχίες. Σε τούτη την κυκλώπεια θυμηδία ενυπάρχει η διαβόητη ευθυμία ενός φοιτητή Ιατρικής στο πρώτο του πτώμα». Επομένως, ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον Στάινερ για συντηρητισμό;

Είναι αυτός που ένωσε παιχνιδιάρικα, σε ένα βλέμμα, όλα τα είδη (συγγραφή, μουσική, εικαστικά), ανακαλώντας από το ατελείωτο οπλοστάσιο των γνώσεών του ιδανικές αναλογίες και λεπτές υφές. Για παράδειγμα, στο βήμα του καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας και αμετανόητου αρχαιολάτρη Γκάι Ντάβενπορτ διέκρινε τον απέριττο, παράξενο λυρισμό της μουσικής του Ερίκ Σατί και πίσω από το Ζεν και την τέχνη της συντήρησης της μοτοσικλέτας του Ρόμπερτ Πίρσινγκ τον σκανδαλιάρη περιπλανώμενο Χάμπερτ Χάμπερτ του Ναμπόκοφ (ποιος, αλήθεια, κριτικός λογοτεχνίας, εκτός από τον ίδιο, είδε, σχεδόν ενορασιακά, να καταφθάνουν ντυμένοι με δερμάτινα οι μοτοσικλετιστές του Κοκτό;). Απλώς δεν άντεχε τους συγγραφείς που μένουν εγκλωβισμένοι στο ασφυκτικά καθαρό πλαίσιο της κυριολεξίας, νιώθοντας πως οι άνθρωποί του είναι οι αντιφατικοί και οι αποσυνάγωγοι. Εξού και το ότι αποποιήθηκε με ευκολία την κυριολεκτική, κάπως γκρινιάρικη και «μουδιασμένη αποδοχή ή ενδοτική του Σιοράν», ενώ αντίθετα απέδωσε φόρο τιμής σε ένα ανοίκειο σε εκείνον πνεύμα, όπως ο Μπέρναρντ Ράσσελ, βλέποντας τη διαβρωτική του αμφιβολία να «σαρώνει την επιστήμη στην οποία είχε μεγαλουργήσει, καθώς και τον κόσμο στον οποίο ένιωθε πιο οικεία».

Για τον Στάινερ ύψιστο χρέος του αναγνώστη και του συγγραφέα είναι να στέκονται με τα μάτια και τα παράθυρα της καρδιάς ανοιχτά, ακόμα και στις πιο αποτρόπαιες περιπτώσεις του απονενοημένου σταλινιστή ή του υποστηρικτή των ναζί. Συμπερασματικά μιλώντας, παρ' ότι η ελληνική απόδοση των κειμένων στο «New Yorker» έδειξε να φοβάται την καταιγιστική ροή της αφήγησης, ωστόσο αναμόχλευσε τις βασικές αρχές που κάνουν τον Στάινερ τόσο πολύτιμο, ξεχωριστό και ανυπότακτο μέχρι σήμερα και αυτά τα κείμενα να μοιάζουν κυριολεκτικά βγαλμένα από το μέλλον.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT