— Ας ξεκινήσουμε από τη συνεργασία σας με την Εθνική Λυρική Σκηνή για την «Άννα Μπολένα». Θα είναι η τρίτη φορά που το ελληνικό κοινό βλέπει δουλειά σας εκεί. Παρακολουθώ την εργασία σας και φαίνεται πως η προσέγγισή σας σε κάθε πρότζεκτ κρύβει πάντα εκπλήξεις. Πώς μεταφέρετε αυτή την ιστορία στο σήμερα μέσα από τη σκηνογραφία σας; Και τι σημαίνει, σε αυτή την περίπτωση, να μετατρέπεται ένας αφηγηματικός χώρος σε μουσείο;
Η μουσική μού προκάλεσε αμέσως μια έντονη, σχεδόν σωματική αντίδραση και γέννησε εικόνες από την πρώτη στιγμή. Στη συνέχεια εμβάθυνα στις λεπτομέρειες της ιστορίας μαζί με τον σκηνοθέτη, μέσα από μια διαδικασία εκτενούς έρευνας. Για την «Άννα Μπολένα» πέρασα χρόνο στο Hampton Court Palace, όπου έζησε η Άννα όταν παντρεύτηκε τον Ερρίκο Η΄. Παράλληλα, σκεφτήκαμε τι σημαίνει αυτή η ιστορία για εμάς σήμερα ως κοινό. Είναι αδύνατο να αναπαραστήσει κανείς πιστά την αυλή των Τυδώρ, αλλά ένιωσα ότι ήταν πιο ουσιαστικό να επαναφέρουμε την ατμόσφαιρά της και να τοποθετήσουμε τους χαρακτήρες μέσα σε μια ευρύτερη, παγκόσμια ανθρώπινη ιστορία. Αντιλαμβάνομαι τον σκηνικό χώρο ως ένα ζωντανό αρχείο ανθρώπινων εμπειριών.
— Η όπερα είναι μια μορφή τέχνης που κουβαλά αιώνες παράδοσης. Πώς ισορροπείτε μεταξύ του σεβασμού σε αυτή την κληρονομιά και της ανάγκης για καλλιτεχνική ανανέωση;
Για μένα αυτή η ισορροπία έρχεται πολύ φυσικά. Η καλλιτεχνική ανανέωση δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη της παράδοσης. Αντίθετα, πιστεύω ότι η δημιουργική ενέργεια της όπερας τροφοδοτείται ακριβώς από αυτή την κληρονομιά.
Στην πραγματικότητα, η όπερα προσφέρει μια συναρπαστική ευκαιρία να φανταζόμαστε και να επαναπροσδιορίζουμε διαρκώς τον οπτικό της κόσμο.
— Ας επιστρέψουμε στην αρχή. Πώς ξεκίνησε η πορεία σας και τι σας οδήγησε συγκεκριμένα στη σκηνογραφία της όπερας; Πώς διαφέρει ο σχεδιασμός για την όπερα από τη δουλειά στο θέατρο ή στον χορό;
Ερωτεύτηκα την όπερα σε ηλικία δέκα ετών, όταν ανακάλυψα στην τοπική βιβλιοθήκη μια ηχογράφηση του «Μαγικού Αυλού». Έφτιαξα τότε ένα πολύ απλό μοντέλο σκηνικού, εμπνευσμένο από τη διάσημη εικόνα της «Βασίλισσας της Νύχτας» κάτω από έναν θόλο από αστέρια. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια. Τότε δεν γνώριζα ότι υπάρχει ένα επάγγελμα που θα μου επέτρεπε να συνεχίσω να κάνω κάτι τέτοιο. Με τον καιρό όμως συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να γίνω σκηνογράφος.
— Αν έπρεπε να συνοψίσετε τη φιλοσοφία της δουλειάς σας σε μία μόνο αρχή, ποια θα ήταν;
Είναι μια δύσκολη ερώτηση. Θα έλεγα όμως ότι η δουλειά μου προσπαθεί να λειτουργεί ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο κείμενο και τη σκηνή, καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι ερμηνευτές κινούνται μέσα στον χώρο για να ζωντανέψουν την αφήγηση.
— Αν είχατε απόλυτη δημιουργική ελευθερία, χωρίς οικονομικούς ή τεχνικούς περιορισμούς, τι είδους σκηνικό σύμπαν θα δημιουργούσατε;
Οι δυνατότητες είναι αμέτρητες. Μια ιδέα που με συναρπάζει είναι ένα εμβυθιστικό Ring Cycle, χωρίς σαφή διαχωρισμό μεταξύ σκηνής και κοινού: μια εμπειρία που θα ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, την όραση, την ακοή, ακόμη και την αφή και την όσφρηση.
— Σε μια εποχή που κυριαρχεί η δύναμη της εικόνας, υπάρχει ο κίνδυνος η σκηνογραφία να επισκιάσει τη μουσική αντί να την υπηρετεί;
Για μένα είναι κρίσιμο τα οπτικά στοιχεία να βρίσκονται σε πλήρη συγχρονισμό με τη μουσική και να αποτελούν μια αυθεντική ανταπόκριση σ' αυτήν. Η οπτική γλώσσα πρέπει πάντα να λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τη μουσική.
— Μπορεί ο σκηνικός σχεδιασμός να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο το κοινό βιώνει μια κλασική όπερα;
Αναμφίβολα. Αν και δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει πάντα, το γεγονός ότι μπορεί να ανοίξει ένα τόσο ευρύ και συναρπαστικό πεδίο δυνατοτήτων για τη δημιουργική ομάδα, τους ερμηνευτές και το κοινό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
— Ποια συνεργασία με σκηνοθέτη ή μαέστρο υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωσή σας ως καλλιτέχνη;
Έχω μια μακρόχρονη και ιδιαίτερα δημιουργική συνεργασία με τον διακεκριμένο Βρετανό σκηνοθέτη όπερας σερ Ντέιβιντ Πάουντνι. Όταν ήμουν φοιτητής τέχνης στο Λονδίνο, οι παραγωγές του στην Eθνική Όπερα της Αγγλίας επηρέασαν βαθιά την εξέλιξή μου ως σχεδιαστή. Αργότερα συνεργαστήκαμε και έκτοτε έχουμε δουλέψει μαζί σε παραγωγές σε όλο τον κόσμο – ανάμεσά τους οι «Francesca da Rimini» και «Mανόν Λεσκό» στη Σκάλα του Μιλάνου, η παγκόσμια πρεμιέρα του «Elysium» στη Νορβηγική Όπερα και η «Ρούσαλκα» στην Όπερα της Σάντα Φε.
— Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη παρανόηση σχετικά με το επάγγελμα του σκηνογράφου όπερας;
Ότι δεν υπάρχει πια τίποτα καινούργιο να ειπωθεί οπτικά. Στην πραγματικότητα, η όπερα προσφέρει μια συναρπαστική ευκαιρία να φανταζόμαστε και να επαναπροσδιορίζουμε διαρκώς τον οπτικό της κόσμο.
— Ποιο ήταν το πιο τολμηρό καλλιτεχνικό ρίσκο που πήρατε στην καριέρα σας και τι σας δίδαξε;
Σχεδίασα μια site-specific παραγωγή του «Peter Grimes» του Μπέντζαμιν Μπρίτεν στην παραλία του Aldeburgh, εκεί όπου εκτυλίσσεται η όπερα. Η εγκατάσταση ενός τόσο σύνθετου σκηνικού στην άκρη της Βόρειας Θάλασσας στα τέλη της άνοιξης σήμαινε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουμε δύσκολες καιρικές συνθήκες: άνεμο, καταιγίδες, βροχή, ομίχλη. Τα στοιχεία αυτά αποδείχθηκαν συχνά ισχυρότερα από οποιαδήποτε σκηνική κατασκευή – μεταβάλλονταν διαρκώς, κάνοντας κάθε παράσταση μοναδική. Αυτή η εμπειρία μού έμαθε να είμαι ακόμη πιο ευέλικτος και προσαρμοστικός στις συνθήκες στις οποίες τοποθετώ τα σκηνικά μου.
— Όταν πέφτει η αυλαία, τι θα θέλατε περισσότερο να θυμάται το κοινό: την ιστορία, τη μουσική ή τον οπτικό κόσμο που δημιουργήσατε στη σκηνή;
Δεν θα ήταν ειλικρινές να πω ότι δεν θα ήθελα να θυμούνται τα οπτικά στοιχεία. Ωστόσο, για μένα κάθε στοιχείο μιας παραγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα υπόλοιπα. Θα ήθελα, λοιπόν, το κοινό να θυμάται τη συνολική εμπειρία της παράστασης.
— Τα τελευταία χρόνια έχει αναζωπυρωθεί η συζήτηση για το μέλλον της όπερας. Ο Τίμοθι Σαλαμέ προκάλεσε αντιδράσεις όταν δήλωσε ότι πρόκειται για μια μορφή τέχνης που πλέον ενδιαφέρει ελάχιστους. Ωστόσο, τα λυρικά θέατρα σε όλο τον κόσμο συνεχίζουν να προσελκύουν κοινό που θέλει να βιώσει αυτά τα σπουδαία μουσικά έργα και να δει νέες αναγνώσεις από σύγχρονους καλλιτέχνες. Πιστεύετε ότι η όπερα είναι μια «γηρασμένη» μορφή τέχνης; Πώς θα απαντούσατε σε μια τέτοια δήλωση;
Η ευρεία –και ιδιαίτερα θετική– αντίδραση από ολόκληρο τον κόσμο των τεχνών απέναντι σε αυτή την απερίσκεπτη δήλωση δείχνει ακριβώς το αντίθετο: πόσο ζωντανός και δυναμικός παραμένει ο κόσμος της όπερας.
— Αν σας ζητούσα να επιλέξετε πέντε από τις πιο σημαντικές δουλειές σας, ποιες θα ήταν αυτές;
Είναι μια δύσκολη ερώτηση, γιατί είναι πολλές οι παραγωγές που είναι σημαντικές για μένα. Οι πέντε που θα επέλεγα σήμερα είναι η «Francesca da Rimini» στη Σκάλα, η «Die Walküra» στην Όπερα της Σάντα Φε, η «Σαλώμη» στην Εθνική Όπερα της Ιρλανδίας, στο Dublinamd και στο Teatro Massimo του Παλέρμο, το «Elysium» στην όπερα Den Norske στο Όσλο και τον «Δον Κιχώτη» στην Όπερα της Λωζάνης.