Μακιαβελισμός με οπλοπολυβόλα

Εκεί που σταματάει η λογική, αρχίζει η παράνοια των οπλοπολυβόλων. Η κόλαση είναι εδώ: στην παράνοια, στη γενικευμένη βία, στην ΚΔΩΑ (Κτηνώδης Δύναμη Ωγκώδης Άγνοια, με ωμέγα λόγω άγνοιας), στα αλλεπάλληλα φονικά σε οποιοδήποτε μέρος, οποιαδήποτε στιγμή, στον αδυσώπητο πόλεμο ανάμεσα όχι πια στους Καλούς και στους Κακούς, αλλά στους Κακούς και στους Κακούς με θύματα τους Καλούς. Ο Ντον Γουίνσλοου (Don Winslow, Νέα Υόρκη, 1953) συνθέτει το ματωμένο συναξάρι των θυμάτων ενός απόλυτα ανορθόδοξου πολέμου εναντίον, πρωτίστως, της λογικής. Συμμορίες εξολοθρεύουν μέλη άλλων συμμοριών, οι πάντες είναι βαφτισμένοι στα δηλητήρια της διαφθοράς, οι σφαίρες και οι βόμβες και τα οδοντωτά μαχαίρια και οι γκαρότες και οι σιδερογροθιές συνθέτουν ένα κακόφωνο αποτρόπαιο κονσέρτο βδελυρότητας. Το Μεξικό γίνεται ο τάφος των ονείρων για γαλήνη και ηρεμία, ενώ τα συναισθήματα είναι εφιαλτικές παραμορφώσεις συναισθημάτων. Το Καρτέλ (μτφρ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, Καστανιώτης) είναι ένα κορυφαίο μυθιστόρημα-διαβατήριο για την επικράτεια του Κακού, για τον θάνατο της λογικής, για τη διεστραμμένη στρατηγική του ελέγχου και της εξουσίας. Οι ναρκέμποροι είναι εκατομμυριούχοι που ζούνε σαν ελεεινοί φτωχοί, πανίσχυρα τομάρια που φοβούνται και τον ίσκιο τους, καθώς ζούνε σε ένα μολυσμένο περιβάλλον τίγκα στους προδότες, στους τυχάρπαστους, στους τυχοδιώκτες, στους ανενδοίαστους κήρυκες του εκτροχιασμένου κυνισμού. Μέσα στα οχτώ χρόνια που αποτελούν τον αφηγηματικό χρόνο διαπράττονται όλα τα ειδεχθή εγκλήματα που μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου και πολλά που δεν μπορεί, και διαπράττονται εν ονόματι του καταμερισμού του χώρου ελέγχου από την εκάστοτε μεγαλοσυμμορία. Οι αριθμοί τα λένε όλα: ογδόντα χιλιάδες νεκροί σε μια οκταετία. Και υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες τραυματισμένοι σωματικά αλλά και ψυχικά. «Όλοι σακάτηδες είμαστε», σκέφτεται συντετριμμένος ο Αρτ Κέλερ, ο (τρόπον τινά) καλός του βιβλίου, «και μαζί σερνόμαστε στον σακατεμένο μας κόσμο».

 
Το μικρό ξαδερφάκι του Τζέιμς Έλροϊ

Ο Γουίνσλοου ξέρει να γράφει δυνατά. Σίγουρα έχει καταβροχθίσει, και αφομοιώσει δημιουργικά, τον αρχαιολόγο της φρίκης, τον μάστορα Τζέιμς Έλροϊ. Σίγουρα έχει κάνει πολυετή έρευνα, παίζοντας με τον κίνδυνο και την τρέλα που ελλοχεύουν όταν περιπολείς στις ναρκοθετημένες εκτάσεις των ναρκεμπόρων. Αλλά έχει καταβροχθίσει και τον μέγιστο Ρομπέρτο Μπολάνιο, το πεντάτομο έπος του, το 2666 (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, Άγρα), ιδίως τον τέταρτο τόμο, τα Εγκλήματα. Άλλωστε, φροντίζει να τιμήσει τον Χιλιανό ποιητή και μυθιστοριογράφο στη σελίδα 580, όταν βάζει τον Αρτ Κέλερ να τον αναφέρει ως αγαπημένο του συγγραφέα, μαζί με τον Έλμερ Μεντόσα και τον Λουίς Ουρέα. Έχει, φυσικά, καταβροχθίσει τον Ρέιμοντ Τσάντλερ και του κλείνει το μάτι στη σελίδα 600, αλλά ξέρει ότι δεν μπορεί να υπάρχει χαρακτήρας σαν τον επίμονα ρομαντικό Φίλιπ Μάρλοου, καθώς οι αρχές του 20ού αιώνα δεν έχουν τίποτα κοινό με τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Τώρα, επισημαίνει ο Γουίνσλοου, η στρατηγική της βαναυσότητας δεν είναι να την κρύβεις αλλά, απεναντίας, να τη διαλαλείς. Ο ένοχος δεν αρνείται την ενοχή, αντίθετα τη βροντοφωνάζει για να σπείρει τον τρόμο.


Μουσική, κινηματογράφος, λογοτεχνία

Όπως πολλά αστυνομικά, έτσι και το Καρτέλ έχει πλούσιο σάουντρακ. Στις σελίδες του «ακούμε» Γκούσταβ Μάλερ και Pearl Jam, ακούμε Μπρους Σπρίνγκστιν και Eagles, ακούμε Ράντι Νιούμαν και Στιβ Ερλ. Ο Γουίνσλοου κάνει μνεία και σε κινηματογραφικές ταινίες όπως ο Νονός, το Καζίνο, το Goodfellas, ο Σημαδεμένος. Για να δείξει από τι μακελειό κατάγεται το μυθιστόρημά του, ποια είναι η φιλμική αρχαιολογία του. Αλλά και για να ειρωνευτεί, όχι δίχως να φρικιά, τη σημερινή παρανοϊκή βαναυσότητα και την αγράμματη βλακεία των συμμοριτών, φονιάδων, νταήδων και τραμπούκων που παρελαύνουν στο βιβλίο του. Κοσμεί το Καρτέλ με λογοτεχνικά αποσπάσματα (Σαίξπηρ, Χέμινγουεϊ, Αριστοφάνης κ.λπ.). Ίσως γιατί η Τέχνη διασώζει τη λογική και την ευαισθησία. Παντού αλλού δεσπόζει το χάος: «Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν γραμμές μάχης [...] Πάνε, λοιπόν, και σκοτώνουν και μετά σκοτώνονται οι ίδιοι, και μετά ακολουθούν αντίποινα, και ο σκοτωμός αποκτά δική του υπόσταση, και η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν στρατηγοί στα στρατηγεία τους που μετακινούν πολύχρωμες πινέζες πάνω στον χάρτη, τροποποιώντας την τρομερή στρατηγική τους. Η αλήθεια είναι ότι οι los chacalosos, τα μεγάλα αφεντικά, έχασαν τον έλεγχο».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO