Ο Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ περιμένουν έως και 50 εκατ. βαρέλια πετρελαίου από τη Βενεζουέλα.
Το πετρέλαιο θα πωληθεί στην τιμή της αγοράς, ανέφερε ο Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσθέτοντας ότι θα ελέγχει τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν και θα τα χρησιμοποιήσει προς όφελος του λαού της Βενεζουέλας και των ΗΠΑ.
Τα σχόλιά του έρχονται μετά τη δημόσια τοποθέτησή του, ότι η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία θα είναι ενεργή στη Βενεζουέλα εντός 18 μηνών και πως αναμένει «τεράστιες» επενδύσεις να εισρεύσουν στη χώρα.
Αναλυτές έχουν δηλώσει στο BBC, ότι θα χρειαστούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, και ενδεχομένως μια δεκαετία, για να αποκατασταθεί η προηγούμενη παραγωγή της Βενεζουέλας.
«Είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι οι προσωρινές αρχές της Βενεζουέλας θα παραδώσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες από 30 έως 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που υπόκειται σε κυρώσεις και είναι υψηλής ποιότητας», ανακοίνωσε ο Τραμπ εξηγώντας ότι «αυτό το πετρέλαιο θα πωληθεί στις τιμές της αγοράς», δηλαδή έναντι άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τις σημερινές τιμές.
«Τα χρήματα θα ελέγχονται από μένα, πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, για να εγγυηθώ ότι θα χρησιμοποιηθούν εις όφελος των λαών της Βενεζουέλας και των Ηνωμένων Πολιτειών», έγραψε στο Truth Social ο πρόεδρος των ΗΠΑ, έχοντας πρώτα παραδεχθεί ανοικτά ότι εποφθαλμιά τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, τα μεγαλύτερα στον κόσμο.
Πόσο πετρέλαιο έχει η Βενεζουέλα;
Η Βενεζουέλα εκτιμάται ότι διαθέτει 303 δισ. βαρέλια, τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα παγκοσμίως. Ωστόσο, η τρέχουσα παραγωγή της χώρας είναι ελάχιστη σε σύγκριση με το δυναμικό αυτό.
Η παραγωγή έχει μειωθεί δραματικά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο πρώην πρόεδρος Ούγκο Τσάβες και στη συνέχεια η κυβέρνηση Μαδούρο ενίσχυσαν τον κρατικό έλεγχο στην κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA, οδηγώντας στην αποχώρηση έμπειρου προσωπικού.
Αν και ορισμένες δυτικές εταιρείες -μεταξύ τους και η αμερικανική Chevron- εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στη χώρα, οι δραστηριότητές τους έχουν περιοριστεί σημαντικά λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, που επιβλήθηκαν αρχικά το 2015 επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, με αφορμή καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.