Το Εφετείο της Αγγλίας ανέτρεψε προηγούμενη δικαστική απόφαση και έκρινε ότι η συμφωνία που δεσμεύει το αρχιτεκτονικό γραφείο Zaha Hadid Architects να διατηρεί το όνομα της ιδρύτριάς του και να καταβάλλει ποσοστό επί των εσόδων του μπορεί να τερματιστεί με εύλογη προειδοποίηση.
Η απόφαση αφορά τη διαμάχη μεταξύ του επικεφαλής του γραφείου, Patrik Schumacher, και του Zaha Hadid Foundation, που διαχειρίζεται την κληρονομιά της αείμνηστης αρχιτέκτονα. Η συμφωνία, η οποία είχε υπογραφεί το 2013 από την ίδια τη Zaha Hadid, προέβλεπε ότι το γραφείο θα κατέβαλλε στο ίδρυμα το 6% των ετήσιων εσόδων του για τη χρήση του ονόματός της.
Μετά τον θάνατό της το 2016, τα έσοδα από την άδεια χρήσης κατέληγαν στο ίδρυμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, την περίοδο 2018–2024 το ποσό που καταβλήθηκε ανήλθε σε 21,4 εκατομμύρια λίρες.
Μέχρι σήμερα, η συμφωνία θεωρούνταν δεσμευτική χωρίς σαφές χρονικό όριο λήξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφανθεί το 2024 υπέρ του ιδρύματος, κρίνοντας ότι η σύμβαση δεν εμπόδιζε τη λειτουργία ή την ανταγωνιστικότητα του γραφείου.
Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι μια συμφωνία αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να θεωρείται αιώνια, εκτός αν αυτό προκύπτει ρητά. Όπως σημείωσε ο δικαστής Colin Birss, εφόσον η πρόθεση των μερών δεν ήταν η σύμβαση να ισχύει «επ’ αόριστον και χωρίς δυνατότητα τερματισμού», τότε ενσωματώνεται σιωπηρά η δυνατότητα λύσης με εύλογη προειδοποίηση.
Η απόφαση δεν σημαίνει ότι το γραφείο αλλάζει άμεσα όνομα, αλλά ανοίγει τον δρόμο είτε για επαναδιαπραγμάτευση των όρων είτε για ενδεχόμενη αποδέσμευση από τη συμφωνία.
Σε δήλωσή του, εκπρόσωπος του Zaha Hadid Architects ανέφερε ότι, μετά από μακρά επανεξέταση της σύμβασης, το Εφετείο επιβεβαίωσε τη θέση του γραφείου ότι η συμφωνία του 2013 μπορεί να τερματιστεί με εύλογη προειδοποίηση και ότι θα ξεκινήσουν «εποικοδομητικές συζητήσεις» με το ίδρυμα για μια επικαιροποιημένη άδεια χρήσης.
Η υπόθεση αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο σε μια σειρά νομικών αντιπαραθέσεων που ακολούθησαν τον θάνατο της Zaha Hadid το 2016. Είχε προηγηθεί πολυετής διαμάχη για τη διαχείριση της περιουσίας της, η οποία έκλεισε δικαστικά το 2020.
Η Zaha Hadid υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές μορφές της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Τα έργα της — από το Heydar Aliyev Center στο Μπακού μέχρι το London Aquatics Centre — διαμόρφωσαν ένα ισχυρό διεθνές brand που ξεπερνούσε τα όρια ενός μεμονωμένου γραφείου. Το όνομά της ταυτίστηκε με μια συγκεκριμένη αισθητική και τεχνολογική προσέγγιση στην αρχιτεκτονική.
Το ζήτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο νομικό ή οικονομικό, αλλά και συμβολικό: σε ποιον ανήκει η κληρονομιά ενός δημιουργού όταν το έργο του μετατρέπεται σε εμπορική ταυτότητα; Και πώς διαχειρίζεται ένα σύγχρονο αρχιτεκτονικό γραφείο τη σχέση του με το όνομα του ιδρυτή του, όταν η δραστηριότητά του εξελίσσεται σε διαφορετικές συνθήκες, τεχνολογίες και αγορές;
Στην απόφασή του, το δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ότι μελλοντικές εξελίξεις — είτε σε επίπεδο αισθητικής είτε σε επίπεδο τεχνικών ή κατασκευαστικών ζητημάτων — θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την εμπορική αξία ενός brand. Η υποχρέωση διατήρησης ενός ονόματος επ’ αόριστον, σημείωσε, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Το Zaha Hadid Architects παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ενεργά διεθνή γραφεία, με έργα σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Ασία και Αμερική. Η ενδεχόμενη αλλαγή ονόματος — αν τελικά προχωρήσει — θα αποτελέσει μια από τις σημαντικότερες μετατοπίσεις ταυτότητας στον χώρο της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής των τελευταίων ετών.
Προς το παρόν, η απόφαση σηματοδοτεί μια νομική καμπή: το όνομα ενός από τα ισχυρότερα αρχιτεκτονικά brand του 21ου αιώνα δεν θεωρείται πλέον αμετάβλητο.