Επισήμως, η Κίνα καταδίκασε τις επιθέσεις στη Μέση Ανατολή.
Ειδικότερα, το Πεκίνο πήρε θέση υπέρ του Ιράν και συγκεκριμένα, του «νόμιμου δικαιώματός του για ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας», σύμφωνα με εκπρόσωπο του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, ενώ παράλληλα, απευθύνει έκκληση για τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης και ζητά επιστροφή στις διαπραγματεύσεις.
Τα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν «στη διάρκεια συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων (...) παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τις βασικές αρχές των διεθνών σχέσεων. Το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν θα πρέπει τελικά να επιστρέψει σε τροχιά πολιτικής και διπλωματικής διευθέτησης» δήλωσε στη διάρκεια τακτικής ενημέρωσης του Τύπου η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Μάο Νινγκ.
Η ίδια κάλεσε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές να σταματήσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν και να αποτρέψουν την περαιτέρω εξάπλωση του πολέμου.
Ακόμη, η Κίνα θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει την ενεργειακή του ασφάλεια, όπως απάντησε η εκπρόσωπος σε ερώτηση για τον πιθανό αντίκτυπο των στρατιωτικών ενεργειών των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και στο Ιράν στις πετρελαϊκές προμήθειες της Κίνας.
«Η ενεργειακή ασφάλεια είναι πολύ σημαντική για την παγκόσμια οικονομία και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να διασφαλίσουν τη σταθερή και απρόσκοπτη ενεργειακή προμήθεια» είπε η Μάο Νινγκ.
«Η Κίνα αναμένεται να επωφεληθεί από το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον δεν διαθέτει τους πολιτικούς ή υλικούς πόρους για να επικεντρωθεί στην Ασία», σχολιάζει ο διεθνής Τύπος.
Ο υπουργός Εξωτερικών Wang Yi χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις επιθέσεις και ζήτησε κατάπαυση του πυρός, μια ρητορική που είναι χαρακτηριστική της αντίδρασης του Πεκίνου - δηλώσεις παρόμοιες με εκείνες που είχε κάνει μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο. «Η κινεζική κυβέρνηση δεν χάνει καμία ευκαιρία να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή των διεθνών νόμων και της σταθερότητας, αν και παρέχει ελάχιστη υλική υποστήριξη στους μικρότερους εταίρους που βρίσκονται στο στόχαστρο της τελευταίας οργής του προέδρου των ΗΠΑ», σχολιάζει ο Guardian.
Με πληροφορίες από Guardian