Στις 24 Απριλίου, σχεδόν δύο εβδομάδες αφότου ο πρώτος άνθρωπος που επέβαινε στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius πέθανε από χανταϊό, 30 επιβάτες - μεταξύ των οποίων έξι Αμερικανοί - αποβιβάστηκαν στην Αγία Ελένη, ένα απομακρυσμένο νησί στον Ατλαντικό Ωκεανό.
Οι Αμερικανοί έχουν πλέον επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και τρεις πολιτείες παρακολουθούν την κατάσταση της υγείας τους· μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει εμφανίσει συμπτώματα.
Η πληροφορία αυτή έγινε γνωστή την Τετάρτη - όχι από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) ή από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που συντονίζει την εθνική αντίδραση στο ξέσπασμα του χανταϊού - αλλά από το ιατρικό ειδησεογραφικό μέσο MedPage Today.
Περισσότερες από τέσσερις ώρες αφότου η είδηση έγινε γνωστή, το CDC εξέδωσε την πρώτη δημόσια ανακοίνωσή του για το ξέσπασμα, αναφέροντας: «Συνεργαζόμαστε στενά με τους διεθνείς εταίρους μας για να παρέχουμε τεχνική βοήθεια και καθοδήγηση, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος». Δεν έκανε, ωστόσο, καμία αναφορά στους Αμερικανούς που έχουν επιστρέψει στη χώρα ούτε στις προσπάθειες παρακολούθησής τους.
Μόλις μία ημέρα νωρίτερα, την Τρίτη, η υπηρεσία είχε συγκροτήσει ομάδα αντιμετώπισης του ξεσπάσματος - σχεδόν έναν μήνα αφότου είχε πεθάνει ο πρώτος ασθενής.
Για ορισμένους ειδικούς δημόσιας υγείας, το ανησυχητικό στοιχείο σε αυτή την υπόθεση δεν είναι ο ίδιος ο χανταϊός - ο οποίος, όπως σημειώνουν, σπάνια μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο και μόνο έπειτα από στενή επαφή για μεγάλο χρονικό διάστημα, όχι μέσω περιστασιακών επαφών. Το πραγματικά ανησυχητικό, λένε, είναι ότι η αργή αντίδραση της κυβέρνησης και η έλλειψη ενημέρωσης δείχνουν πως οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ανεπαρκώς προετοιμασμένες για μια μεγαλύτερη υγειονομική κρίση, όπως μια νέα πανδημία.
«Τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ πιο δύσκολα»
«Θα έπρεπε να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε συλλογικά ένα ξέσπασμα χανταϊού πολύ πιο γρήγορα και αποτελεσματικά από ό,τι συμβαίνει τώρα», δήλωσε η Stephanie Psaki, συντονίστρια παγκόσμιας υγειονομικής ασφάλειας επί κυβέρνησης Μπάιντεν.
«Ένα ξέσπασμα γνωστού παθογόνου σε κρουαζιερόπλοιο είναι ένα σχετικά εύκολο σενάριο», είπε. «Τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ πιο δύσκολα από αυτό».
Εξαιτίας των περικοπών προσωπικού που έκανε η κυβέρνηση Τραμπ στο CDC και σε άλλες υγειονομικές υπηρεσίες, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διαθέτει πλέον πολύ λιγότερο προσωπικό για να ανταποκρίνεται σε επιδημίες - από εκπαιδευόμενους και εξωτερικούς συνεργάτες που μπορούν να αναπτυχθούν άμεσα στο πεδίο, μέχρι ανώτερα στελέχη που θα μπορούσαν να συντονίσουν την αντίδραση σε επίπεδο αμερικανικής κυβέρνησης και διεθνώς.
Παράλληλα, επειδή ο Τραμπ απέσυρε τη χώρα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), οι ΗΠΑ δεν λαμβάνουν πλέον τακτική ενημέρωση από τα κράτη-μέλη για αναδυόμενες υγειονομικές απειλές.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με τα σχέδια επαναπατρισμού των 17 Αμερικανών που παραμένουν στο πλοίο, ούτε για την παρακολούθηση όσων έχουν ήδη επιστρέψει στις ΗΠΑ.
«Παρακολουθούμε στενά τις αναφορές για το ύποπτο ξέσπασμα χανταϊού σε κρουαζιερόπλοιο στον Ατλαντικό Ωκεανό και βρισκόμαστε σε στενή επαφή με το πλοίο, καθώς και με αμερικανικές και διεθνείς υγειονομικές αρχές», ανέφερε το υπουργείο Εξωτερικών σε γραπτή του ανακοίνωση.
Παρέπεμψε τις ερωτήσεις για την καραντίνα των επιβατών στο CDC. Το αμερικανικό υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS), που διαχειρίζεται την επικοινωνία του CDC, επίσης δεν απάντησε σε ερωτήματα σχετικά με τον επαναπατρισμό ή την καραντίνα.
Ο πρώτος ασθενής στο MV Hondius ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας που εμφάνισε πυρετό, πονοκέφαλο και ήπια διάρροια στις 6 Απριλίου. Πέθανε από αναπνευστική ανεπάρκεια πέντε ημέρες αργότερα, όμως η σορός του παρέμεινε στο πλοίο μέχρι τις 24 Απριλίου. Ο δεύτερος ασθενής, στενή επαφή του πρώτου, πέθανε στις 26 Απριλίου και ένας τρίτος στις 2 Μαΐου. Μέχρι την Πέμπτη (7/5), άλλα πέντε άτομα έχουν εμφανίσει συμπτώματα και αποτελούν επιβεβαιωμένα κρούσματα του ιού.
Νοτιοαφρικανοί επιστήμονες αναγνώρισαν τον χανταϊό ως αιτία των ασθενειών στις 2 Μαΐου. Ωστόσο, αν η αμερικανική κυβέρνηση είχε εμπλακεί πιο ενεργά, «τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα σε κάθε στάδιο», δήλωσε η δρ Psaki.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ενημερώθηκε για τη συρροή κρουσμάτων μέσω των Διεθνών Υγειονομικών Κανονισμών, ενός νομικού πλαισίου που υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να γνωστοποιούν επιδημίες. Όταν η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τον ΠΟΥ τον Ιανουάριο του 2025, απέρριψε και τους νεότερους κανονισμούς τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς. Ως αποτέλεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συμμετέχουν πλέον σε πολλές από τις συζητήσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Ο φόβος για το μέλλον
Η καθυστέρηση του CDC να συγκροτήσει ομάδα αντιμετώπισης του ξεσπάσματος είναι ανησυχητική, δήλωσαν ειδικοί στις λοιμώδεις νόσους. Ιδανικά, ο κίνδυνος για τους Αμερικανούς θα έπρεπε να έχει αξιολογηθεί και να έχει κοινοποιηθεί στις υγειονομικές αρχές και στο κοινό μόλις εμφανίστηκε η απειλή - συνήθως μέσα σε 24 έως 48 ώρες, σύμφωνα με τη δρ Psaki.
«Το ζητούμενο είναι η έγκαιρη λήψη αποφάσεων, τα προληπτικά σχέδια για την προστασία των Αμερικανών και η ηγεσία από ανθρώπους με εμπειρία στη διαχείριση επιδημιών», πρόσθεσε.
Εάν η κυβέρνηση δεν καλύψει κρίσιμες ηγετικές θέσεις που αφορούν τις απειλές από λοιμώδη νοσήματα, είναι πιθανό να βρεθεί σε αδυναμία απέναντι σε μεγαλύτερες κρίσεις στο μέλλον, προειδοποιούν ειδικοί.
Η θέση της δρ Psaki, που δημιουργήθηκε από το Κογκρέσο το 2023 για τον συντονισμό της ετοιμότητας απέναντι σε βιολογικές απειλές, παραμένει κενή. Το Γραφείο Πολιτικής Ετοιμότητας και Αντιμετώπισης Πανδημιών του Λευκού Οίκου, που ιδρύθηκε από το Κογκρέσο το 2022, επίσης παραμένει χωρίς προσωπικό.
Τον Φεβρουάριο του 2025, η κυβέρνηση διόρισε τον Τζέραλντ Πάρκερ, πρώην διοικητή του Ινστιτούτου Ιατρικής Έρευνας Λοιμωδών Νοσημάτων του αμερικανικού στρατού, για να ηγηθεί της διεύθυνσης βιοασφάλειας και πανδημικής αντίδρασης στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Ωστόσο, παραιτήθηκε λιγότερο από έξι μήνες αργότερα και δεν αντικαταστάθηκε.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε ερωτήσεις για τις θέσεις αυτές.
Πέρυσι, παράλληλα με τις μεγάλες περικοπές στην έρευνα για τα εμβόλια mRNA και άλλα εμβόλια, η κυβέρνηση Τραμπ έκλεισε ένα δίκτυο ερευνητικών κέντρων που επικεντρωνόταν στην πρόληψη πανδημιών μέσω της μελέτης παθογόνων όπως ο χανταϊός, τα οποία μπορούν να μεταπηδήσουν από τα ζώα στους ανθρώπους.
Στο αίτημα προϋπολογισμού για το 2026, η κυβέρνηση ανέφερε ότι σχεδιάζει να επαναπροσανατολίσει το CDC στις επιδημιολογικές έρευνες και στην ετοιμότητα για κρίσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, πρότεινε την κατάργηση περίπου 750 εκατομμυρίων δολαρίων σε επιχορηγήσεις ετοιμότητας, στις οποίες βασίζονται οι πολιτείες για να αντιμετωπίζουν φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές, συμπεριλαμβανομένων επιδημιών.
Παράλληλα, μηδένισε τη χρηματοδότηση του Προγράμματος Ετοιμότητας Νοσοκομείων, το οποίο ενισχύει τα συστήματα υγείας για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών, χαρακτηρίζοντάς το «σπάταλο και χωρίς σαφή προσανατολισμό».
Με πληροφορίες από New York Times