Ως ανεπαρκείς για να δικαιολογήσουν στρατιωτική επίθεση σε βάρος τρίτης χώρας, πόσο μάλλον να «απαγάγουν» έναν αρχηγό κράτους, χαρακτηρίζουν ειδικοί του Διεθνούς Δικαίου τις κατηγορίες που επικαλέστηκε η αμερικάκνικη κυβέρνηση Τραμπ, για να φέρει σε πέρας τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, στη Βενεζουέλα.
Λίγες ημέρες μετά την έλευση του 2026, οι χειρότεροι φόβοι για τη διεθνή σταθερότητα επιβεβαιώνονται. Οι νυχτερινές αμερικανικές επιδρομές στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο έντασης στην αμερικανολατινοαμερικανική ιστορία. Συνιστούν, σύμφωνα με αναλυτές, ένα ακόμη βαρύ πλήγμα στο ήδη αποδυναμωμένο οικοδόμημα του διεθνούς δικαίου, γράφει ο βρετανικός Guardian.
Η επιχείρηση των ΗΠΑ, που περιλάμβανε αεροπορικά πλήγματα και την αιφνιδιαστική σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά ενεργειών της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίες -κατά πολλούς- δεν παρακάμπτουν απλώς τους κανόνες, αλλά τους κατεδαφίζουν. Προηγήθηκαν επιθέσεις σε μικρά σκάφη στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό, με το πρόσχημα της διακίνησης ναρκωτικών, καθώς και κατασχέσεις πετρελαιοφόρων της Βενεζουέλας στην ανοιχτή θάλασσα.
Βενεζουέλα: Γιατί το πιο επικίνδυνο μήνυμα ήταν η «επιτυχία της επιχείρησης»
Από την οπτική της διεθνούς ασφάλειας, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η παραβίαση κανόνων, αλλά το γεγονός ότι η επιχείρηση φαίνεται να «πέτυχε». Η σύλληψη Μαδούρο ενισχύει την πεποίθηση του Τραμπ ότι μπορεί να επιβάλλει τη βούλησή του παγκοσμίως, αξιοποιώντας στρατιωτική ισχύ χωρίς σοβαρό κόστος, προσθέτει στην ανάλυσή του ο Guardian.
Μέχρι πρόσφατα, ο φόβος εμπλοκής σε ξένους πολέμους λειτουργούσε ως τροχοπέδη. Ο ίδιος ο Τραμπ είχε επανειλημμένα ισχυριστεί -αβάσιμα- ότι έβαλε τέλος σε πολέμους και καλλιεργούσε το προφίλ του «ειρηνοποιού», φτάνοντας μάλιστα να διεκδικεί συμβολικά ακόμη και το Νόμπελ Ειρήνης. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στη γοητεία της στρατιωτικής ισχύος και των φυσικών πόρων, με το πετρέλαιο της Βενεζουέλας να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο.
Στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης προσπάθησαν να ντύσουν την επιχείρηση με νομικό μανδύα, επικαλούμενα τις παλαιότερες κατηγορίες των ΗΠΑ εις βάρος του Μαδούρο για διαφθορά και διακίνηση ναρκωτικών. Ωστόσο, ειδικοί στο διεθνές δίκαιο θεωρούν τις κατηγορίες αυτές ανεπαρκείς για να δικαιολογήσουν στρατιωτική επίθεση και απαγωγή αρχηγού κράτους.
Βενεζουέλα: Αυξάνονται οι ζώνες επιρροής
Ο Μαδούρο κυβερνά αυταρχικά από το 2013, έπειτα από εκλογές που αμφισβητούνται διεθνώς. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι η αμερικανική ενέργεια δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, υπονομεύοντας τη βασική αρχή της κρατικής κυριαρχίας, περιγράφει ο Guardian για το πώς αλλάζουν οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Νότια Αμερική μετά την επιχείρηση στη Βενεζουέλα.
Η στάση αυτή δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις είχαν ήδη χαλαρώσει τους κανόνες, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την εισβολή στο Ιράκ το 2003 ή το πρόγραμμα στοχευμένων δολοφονιών με drones. Ωστόσο, σε αντίθεση με το παρελθόν, ο Τραμπ δείχνει πλήρη περιφρόνηση προς το λεγόμενο «σύστημα βασισμένο σε κανόνες», προσεγγίζοντας τον κόσμο με λογική 19ου αιώνα και όπλα 21ου.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι αυτή η εξέλιξη επιταχύνει τη μετάβαση σε έναν κόσμο ανταγωνιστικών ζωνών επιρροής, όπου το δίκαιο υποχωρεί μπροστά στη στρατιωτική ισχύ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «πουτινοποίηση» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κερδίζει έδαφος: όπως η Ρωσία θεωρεί την Ουκρανία μέρος της δικής της σφαίρας, έτσι και οι ΗΠΑ δείχνουν έτοιμες να επιβάλουν τη βούλησή τους στη Λατινική Αμερική.
Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα προκαλούν ανησυχία όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και σε χώρες όπως το Ιράν ή ακόμη και η Δανία, μετά τις ανοιχτές αναφορές Τραμπ σε ριζικές κινήσεις για τη Γροιλανδία. Το μήνυμα είναι σαφές: η χρήση ωμής ισχύος επιστρέφει στο προσκήνιο ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Οι πρώτες ημέρες του 2026 καθιστούν σαφές ότι ο κίνδυνος αυτός δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα. Είναι μια εξέλιξη που, αργά ή γρήγορα, θα αγγίξει όλους.
Με πληροφορίες από Guardian