Οι δύο ψυχολόγοι που σχεδίασαν το πρόγραμμα «ενισχυμένων ανακρίσεων» της CIA με βασανιστήρια για κρατούμενους, θα καταθέσουν στοιχεία σε δικαστήριο των ΗΠΑ για πρώτη φορά, μέσα στην εβδομάδα. 

 

Ο James Mitchell και ο Bruce Jessen θα απαντήσουν σε μία προ-ακροαματική διαδικασία για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τα όσα επακολούθησαν, σε στρατοδικείο στο Γκουαντάναμο Μπέι. Μεταξύ των εναγόντων είναι άνθρωποι που κρατήθηκαν και βασανίστηκαν ως ύποπτοι στη φυλακή, στο νησί της Κούβας.

 

Οι δικηγόροι τους σχολιάζουν ότι είναι μία μοναδική ευκαιρία να δικαστούν όσοι ενέκριναν και υπέβαλαν δεκάδες άτομα σε βασανιστήρια. Όπως λένε, τα στοιχεία θα καταδείξουν ότι και η CIA και το FBI συνεργάστηκαν στους βασανισμούς και όσα θα παρουσιαστούν θα επηρεάσουν μελλοντικές δίκες ύποπτων για συνωμοσία στο τρομοκρατικό χτύπημα του 2001.

 

Οι Mitchell και Jessen είναι βετεράνοι ψυχολόγοι της Πολεμικής Αεροπορίας και το 2002, η CIA τους ζήτησε να αναπτύξουν ένα πρόγραμμα βίαιων και «αποτελεσματικών» ανακριτικών τεχνικών. Αμφότεροι αμείβονταν με 1.800 δολάρια την ημέρα και το 2005 ίδρυσαν μία ιδιωτική εταιρεία που παρείχε ανακριτές και προσωπικό ασφαλείας για τα μυστικά κρατητήρια. Η εταιρεία τους εισέπραξε συνολικά 81 εκατομμύρια από την αμερικανική κυβέρνηση, μέχρι τον τερματισμό του συμβολαίου συνεργασίας, το 2009. 

 

Η Τζούλια Χαλ, δικηγόρος της Διεθνούς Αμνηστίας σχολίασε πως «το διεστραμμένο έργο αυτών των ψυχολόγων αποτέλεσε ένα δραματικό πισωγύρισμα στον αγώνα κατά των βασανιστηρίων», καθώς οι ανακριτικές μέθοδοι που μηχανεύτηκαν «είχαν αλυσιδωτές συνέπειες σε όλον τον κόσμο». 

 

Η Αμερικανική Ένωση Ψυχολόγων διέγραψε τους Mitchell και Jessen επειδή «παραβίασαν την δεοντολογία του επαγγέλματός τους αφήνοντας αμαυρώνοντας την εξάσκηση της ψυχολογίας» ενώ οι ίδιοι επιμένουν πως δεν έκαναν κανένα λάθος, υποστηρίζοντας πως η κυβέρνηση Μπους τους ανέθεσε ένα καθ' όλα νόμιμο έργο και έπρεπε να περιορίσουν τις χειρότερες υπερβολές άλλων ανακριτών. 

 

Ακτιβιστές υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συνήγοροι, ελπίζουν πως οι καταθέσεις των δύο ψυχολόγων θα ρίξουν περισσότερο φως στην έκταση του προγράμματος βασανιστηρίων, την ενοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων και τον ρόλο του FBI που διατείνεται ότι δεν είχε την παραμικρή εμπλοκή στις ανακρίσεις. 

 

Στον πυρήνα της ποινικής δίωξης είναι μια σειρά από καταθέσεις που έκαναν οι ενάγοντες στο FBI, το 2007, και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ήταν μία «καθαρή ομάδα» ανακριτών που δεν προέβη σε κανέναν βασανισμό των κρατούμενων και, ως εκ τούτου, οι καταθέσεις τους είναι αδιάβλητες και πρέπει να γίνουν αποδεκτές από τα δικαστήρια. Ωστόσο η αντίθετη πλευρά επιμένει πως τα στοιχεία των Mitchell και Jessen θα έρθουν να προστεθούν στα ήδη συσσωρευμένα αποδεικτικά στοιχεία για σκοτεινή εμπλοκή και συνευθύνη του FBI.

 

Κατά τους δικηγόρους, πράκτορες του FBI βρίσκονταν στα μυστικά κέντρα κράτησης κατά τη διάρκεια των «ενισχυμένων ανακρίσεων» και έδιναν ερωτήσεις στους ανακριτές, γνωρίζοντας πως οι κρατούμενοι βασανίζονταν. 

 

Η CIA έχει παραδεχθεί πως τουλάχιστον 39 άτομα υποβλήθηκαν στις τεχνικές «ενισχυμένων ανακρίσεων» που περιλάμβαναν χτυπήματα των κρατούμενων πάνω σε τοίχους, εγκλεισμό τους σε κουτιά με βάση 53x76 εκατοστά και ημιτελείς πνιγμούς (γνωστούς και ως waterboarding) δεμένων ανθρώπων με καλυμμένα τα πρόσωπα. Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν χαρακτηρίσει το waterboarding και κάποιες άλλες από τις τεχνικές ως κανονικά βασανιστήρια.

 

Οι Mitchell και Jessen έχουν ήδη υπογράψει έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό μετά από μία αγωγή από το Αμερικανικό Συμβούλιο Πολιτικών Ελευθεριών, για λογαριασμό του Suleiman Abdullah Salim και του Mohamed Ben Soud, που αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς κατηγορίες αφού βασανίστηκαν, καθώς και της οικογένειας του Gul Rahman, που πέθανε κατά τη διάρκεια βασανιστηρίων σε μία από τις μυστικές φυλακές της CIA, που η υπηρεσία διατηρεί σε διάφορες χώρες εκτός ΗΠΑ. 

 

Ο Rahman πέθανε αφού τον άφησαν δεμένο και γυμνό από την μέση και κάτω σε ένα παγωμένο κελί από τσιμέντο. Οι δύο ψυχολόγοι ισχυρίζονται πως είχαν παραπονεθεί για την μεταχείριση που είχε ο Rahman αλλά οι προειδοποιήσεις τους αγνοήθηκαν από ανώτατους αξιωματούχους της CIA. Οι ψυχολόγοι παραδέχονται ότι το πρόγραμμα ανακρίσεων ήταν σχεδιασμένο για να δημιουργεί στους κρατούμενους την αίσθηση ότι ήταν εντελώς αβοήθητοι ώστε να είναι πιο συνεργάσιμοι.

 

Ο Mitchell επιμένει η «ενισχυμένη ανάκριση» βοήθησε να ξεσκεπαστούν οι επιθέσεις της Αλ Κάιντα στις ΗΠΑ. «Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ανήθικο να αγνοήσω την υποχρέωσή μου, να χρησιμοποιήσω όσα γνώριζα για την υπεράσπιση των πολιτών και του τρόπου ζωής τους απέναντι σε εχθρούς, που είχαν ξεκινήσει την σύγκρουση και δήλωναν ότι στόχος τους ήταν να μας καταστρέψουν», έγραφε ο Mitchell που διατείνεται ότι το πρόγραμμα ήταν επιτυχές, παρά το αντίθετο συμπέρασμα της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, που εκτιμά ότι οι «ενισχυμένες ανακρίσεις» δεν απέδωσαν κάποια χρήσιμη πληροφορία. 

 

Με πληροφορίες από Guardian