Ποιος: Μπεχρούζ Μπουτσανί (Behrouz Boochani), κουρδικής καταγωγής βραβευμένος Ιρανός δημοσιογράφος, σκηνοθέτης, ποιητής και πολιτικός πρόσφυγας από τον Μάιο του 2013 οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ιράν έχοντας στοχοποιηθεί από τις αρχές για τα γραπτά και την πολιτική του δράση όντας και μέλος του παράνομου Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος-PDKI.


Πού: Στη Νέα Ζηλανδία όπου κατέφθασε χτες ύστερα από έξι ολόκληρα χρόνια παραμονής στο κέντρο υποδοχής προσφύγων και μεταναστών του νησιού Μάνους στο Αρχιπέλαγος Μπίσμαρκ, διαβόητο για τις άθλιες συνθήκες, τη βία και τον αυταρχισμό των επικρατούσαν εκεί και που προκάλεσαν επανειλημμένα ταραχές, απεργίες πείνας και άλλες μορφές διαμαρτυρίας από πλευράς εγκλείστων.

 

 


Γιατί: Διότι χάρη σε εκείνον ουσιαστικά έγινε διεθνώς γνωστό το «κολαστήριο» του Μάνους, μπροστά στο οποίο η Μόρια ωχριά. Το τροπικό αυτό νησί ανήκει στην Παπούα Νέα Γουινέα και το κέντρο δημιουργήθηκε μετά από συμφωνία με την Αυστραλία όπως συνέβη και σε άλλα νησιά της ευρύτερης περιοχής, διοικούνταν δε από ιδιωτική εταιρία. Όντας ήδη ρεπόρτερ, ο 36χρονος σήμερα Μπουτσανί βάλθηκε εξαρχής να καταγράφει πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις με μοναδικό εφόδιο ένα σμάρτφον. Άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε μέσα όπως ο Guardian, η Huffington Post και οι Financial Times. Το 2017 γύρισε με την κάμερα του κινητού του ένα ολόκληρο ντοκιμαντέρ ("Chauka, Please Tell Us the Time") που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σίδνεϊ και αλλού για να ακολουθήσει το βιβλίο "No Friend but the Mountains", ένα συγκλονιστικό χρονικό της περιπέτειάς του σε ποίηση και πρόζα με πολλές κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές παρατηρήσεις το οποίο κέρδισε πολλά βραβεία στην Αυστραλία. Το κατέγραφε αποσπασματικά σε κινητό και μέσω WhatsApp το έστελνε σε φίλο που το μετέφραζε από τα φαρσί στα αγγλικά. Συνεργάστηκε και σε άλλα ντοκιμαντέρ για το Μάνους ενώ το '15 έκανε οκτώ μέρες φυλακή επειδή έγραψε για μια μεγάλη απεργία πείνας που διακόπηκε βίαια με επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας της Παπούα. Κατήγγειλε επίσης βασανιστήρια, τόσο στον ίδιο όσο και σε άλλους τρόφιμους. Οι αρχές τού είχαν ζητήσει επανειλημμένα να το «βουλώσει» ώστε να τύχει καλύτερης μεταχείρισης, ενδεχομένως και παροχής ασύλου, πράγμα που όμως αρνήθηκε. «Είδα ανθρώπους να ξυλοφορτώνονται, να μαχαιρώνονται, να πυροβολούνται, να δολοφονούνται ακόμα από τους φρουρούς, είδα άλλους να πεθαίνουν από έλλειψη βασικών φαρμάκων, να τρελαίνονται ή να αυτοκτονούν... ήταν απλώς αδύνατο να σωπάσω, να σκεφτώ μόνο την πάρτη μου», είχε πει.


Διά ταύτα: ΟΗΕ, Διεθνής Αμνηστία, Human Rights Watch, Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και δεκάδες δικαιωματικές οργανώσεις και συλλογικότητες έχουν επικρίνει σφόδρα την αυστραλιανή μεταναστευτική πολιτική που θεωρείται από τις σκληρότερες στον κόσμο και την «αποτελεσματικότητα» της οποίας έχουν εξαίρει οι Τραμπ, Λεπέν, Φάρατζ, Σαλβίνι, προσφάτως και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ύστερα και από την παγκόσμια κατακραυγή το κέντρο υποδοχής του Μάνους έκλεισε το 2017 και όσοι τρόφιμοί του δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν άσυλο – κάτι καθόλου εύκολο - μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες, άλλοι πάλι αρνήθηκαν να το εγκαταλείψουν ευελπιστώντας ότι κάποτε θα φτάσουν στην Αυστραλία. Αυτός ήταν και ο αρχικός στόχος του Μπουτσανί ο οποίος τώρα λέει ότι δεν θέλει πλέον να τη δει «ούτε από μακριά».