Μεγάλο κύκλωμα μαστροπείας που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές γυναίκες εξάρθρωσε η Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής.

 

Για την υπόθεση συνελήφθησαν 15 άτομα και απελευθερώθηκαν 6 Μολδαβές, θύματα εμπορίας ανθρώπων. Ειδικοί παρέχουν τώρα στις γυναίκες αυτές αρωγή και προστασία. 

 

Ο τρόπος δράσης

Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης εντόπιζαν γυναίκες από τη Μολδαβία και, αφού τις μετέφεραν στην Ελλάδα, τις εξανάγκαζαν να πραγματοποιούν δεκάδες ερωτικά ραντεβού καθημερινά σε οίκους ανοχής στο κέντρο της Αθήνας. Τις κρατούσαν με τη βία και τις εκβίαζαν με διάφορες μεθόδους, σε έξι διαμερίσματα που νοίκιαζε η οργάνωση στην Αθήνα.

 

Κάθε μια από τις γυναίκες πραγματοποιούσε περισσότερα από 40 ραντεβού την ημέρα, ενώ το κέρδος του κυκλώματος από κάθε κοπέλα ήταν περίπου 100.000 ευρώ. Σημειώνεται ότι αρχηγικό ρόλο στην οργάνωση είχε ζευγάρι με καταγωγή από την Αλβανία. 

 

Το κύκλωμα είχε αγοράσει, μεταξύ άλλων, τρεις οίκους ανοχής στην Αθήνα, εστιατόριο στη Μήλο και οικόπεδο στα Χανιά.

 

Για την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης πραγματοποιήθηκε οργανωμένη αστυνομική επιχείρηση στο περασμένο Σάββατο, κατά τη διάρκεια της οποίας κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων πάνω από (72.000) ευρώ, (4) αυτοκίνητα, (2) μοτοσικλέτες και μικροποσότητα κοκαΐνης.

 

Όπως προέκυψε από την έρευνα, εκτιμάται ότι η εν λόγω οργάνωση δραστηριοποιείτο από το 2015 καθώς επίσης ότι οι εμπλεκόμενοι προέβαιναν στην κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία γενετήσια εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών , σε δέκα (10) οίκους ανοχής που διατηρούσαν στο κέντρο της Αθήνας.

 

Αναφορικά με τον τρόπο δράσης της εγκληματικής οργάνωσης σημειώνονται τα εξής:

Τα μέλη της οργάνωσης εντόπιζαν αλλοδαπές γυναίκες, από χώρα του εξωτερικού (χώρα «στρατολόγησης») που βρίσκονταν σε ευάλωτη οικονομική και κοινωνική θέση και στη συνέχεια αφού τις μετέφεραν στην Ελλάδα και τις εγκαθιστούσαν σε διάφορες οικίες της περιοχής των Αθηνών, τις εξανάγκαζαν, με τη χρήση διαφόρων μέσων, να πραγματοποιούν ερωτικά ραντεβού με «πελάτες» στους οίκους ανοχής που κατείχαν.

 

Ειδικότερα, προσέγγιζαν πιθανά θύματα που βρίσκονταν σε αδύναμη θέση και με ψευδείς υποσχέσεις, αποσπούσαν τη συναίνεσή τους προκειμένου να μεταβούν στην Ελλάδα (χώρα «εκμετάλλευσης»), με την πρόφαση της νόμιμης εργασίας. Με την άφιξη τους στη χώρα μας ανακοίνωναν στα θύματα ότι θα εργάζονται για λογαριασμό τους σε οίκους ανοχής.

 

Οι δράστες προσπαθούσαν να διατηρούν τον έλεγχο επί των θυμάτων με απειλές, με περιορισμό της ελευθερίας των κινήσεων τους καθώς και με αφαίρεση των μέσων επικοινωνίας και των ταξιδιωτικών τους εγγράφων. Τέλος, δημιουργούσαν «δεσμούς χρέους» με τα θύματα, καθώς προφασίζονταν την ύπαρξη υποτιθέμενου υπέρογκου χρέους, που είχε δημιουργηθεί από την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς και διαμονής των αλλοδαπών γυναικών από τη χώρα προέλευσής τους στη χώρα μας, συνέπεια του οποίου ήταν να λαμβάνουν πενιχρές απολαβές. Με τον τρόπο αυτό περιοριζόταν η ελευθερία των κινήσεων των θυμάτων και ελαχιστοποιούνταν ο κίνδυνος διαφυγής τους.

 

Η εγκληματική οργάνωση είχε διαρκή δράση ενώ τα μέλη της είχαν διακριτούς ρόλους και συγκεκριμένα:

Τα αρχηγικά μέλη διηύθυναν την εγκληματική οργάνωση και κατηύθυναν τη δράση των μελών. Παράλληλα, διαχειρίζονταν τα παράνομα κέρδη και τα νομιμοποιούσαν με την απόκτηση ακινήτων, καταστημάτων ή οχημάτων.

 

Ειδικότερα, είτε μέσω εταιρείας που είχαν συστήσει, είτε ατομικά, επιχειρούσαν διαρκώς τη νομιμοποίηση των εσόδων της οργάνωσης. Μάλιστα, προκειμένου να το επιτύχουν, προμηθεύονταν κερδισμένα δελτία τυχερών παιγνίων τα οποία εξαργύρωναν μέσω του τραπεζικού συστήματος. Στη συνέχεια αποκτούσαν ακίνητη περιουσία, όπως για παράδειγμα τα οικήματα που στεγάζονταν οι οίκοι ανοχής, ή ενοικίαζαν και λειτουργούσαν κατάστημα εστίασης σε νησί του Αιγαίου, ενώ άλλες φορές αγόραζαν πολυτελή οχήματα.

 

Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερη επιρροή στα θύματα τους και να ελέγχουν τη δράση των υπόλοιπων μελών, είχαν δημιουργήσει δυο (2) υποομάδες, που δρούσαν ξεχωριστά, αλλά σε πλήρη συμμόρφωση με τις εντολές που δέχονταν.

 

Οι «στρατολόγοι» εντόπιζαν και προσέγγιζαν με διάφορους τρόπους τις αλλοδαπές γυναίκες και εκμεταλλευόμενοι την αδύναμη οικονομική και κοινωνική τους θέση τις έπειθαν με τη χρήση απατηλών μέσων για την παροχή νόμιμης εργασίας στην Ελλάδα με ικανοποιητικές απολαβές ή με μισθό πολλαπλάσιο συγκριτικά με τον αντίστοιχο στη χώρα τους. Με αυτό τον τρόπο αποσπούσαν τη συναίνεση τους για τη μεταφορά τους και για την υποτιθέμενη νόμιμή τους εργασία στην Ελλάδα.

 

Ακόμη, τα συγκεκριμένα μέλη, μετέφεραν τα θύματα τους στην Αθήνα και τα εγκαθιστούσαν σε έξι (6) διαμερίσματα που ενοικίαζε η οργάνωση για το σκοπό αυτό. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι πολλές φορές τους αφαιρούσαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα και άμεσα τους ενημέρωναν ότι θα εκδίδονται για λογαριασμό τους στους συγκεκριμένους οίκους ανοχής, σε συνεχόμενες διπλές βάρδιες.

 

Άλλες φορές, υπό τις οδηγίες των αρχηγών, διευκόλυναν την παράνομη παραμονή των θυμάτων στην Ελληνική Επικράτεια ή κάλυπταν την ανηλικότητα τους, με σκοπό να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη από τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση, με τη χορήγηση πλαστών ταυτοτήτων, κλεμμένων αδειών διαμονής και κυρίως με τη σύναψη εικονικών συμφώνων συμβίωσης με ημεδαπούς, ώστε να επιμηκύνουν το χρόνο παραμονής τους στην Ελλάδα και συνεπώς να παραταθεί και η εκμετάλλευσή τους από την εγκληματική οργάνωση.

 

Οι οδηγοί μετέφεραν τις αλλοδαπές γυναίκες από τις οικίες τους στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρίσκονταν οι οίκοι ανοχής και συνέλλεγαν τα έσοδα της οργάνωσης. Οι φύλακες επιτηρούσαν τα θύματα εμπορίας ανθρώπων τόσο στους οίκους ανοχής όσο και στις οικίες που τις εγκαθιστούσαν. Πολλές φορές, φρόντιζαν να μην ξεφύγουν από τη σφαίρα επιρροής τους, χρησιμοποιώντας και κάμερες που έλεγχαν από τα κινητά τους τηλέφωνα.

 

Ενδεικτικό του τρόπου εκμετάλλευσης των συγκεκριμένων γυναικών αποτελεί το γεγονός, ότι πολλές φορές εξαναγκάζονταν να εκδίδονται για περίπου δεκατέσσερις ώρες μέσα στην ημέρα.