ΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΝΑ ΑΝΑΡΤΗΣΕΤΕ
στο Facebook μία φωτογραφία ενός γυμνόστηθου γλυπτού. Ή τους γλουτούς του σε λεπτομερές zoom. Γράψτε ένα οργισμένο post για τον κορωνοϊό, με λίγες ύβρεις και καμιά βωμολοχία. Αναρτήστε μία σκληρή εικόνα από ένα ατύχημα ή ένα βίντεο από κάποια εμπόλεμη ζώνη. Μαντεύετε σωστά που καταλήγει αυτή η δέσμη προτάσεων προς πειραματισμό στο timeline σας. 

Το Facebook θα σας «κατεβάσει» την ανάρτηση. Θα σας ενημερώσει ότι «αμαρτήσατε». Αν δεν συμμορφωθείτε θα σας «κλειδώσει» για λίγες μέρες τον λογαριασμό. Κι αν συνεχίσετε να απειθαρχείτε θα σας πετάξει έξω από την πλατφόρμα... Την ίδια πολιτική –ίδια εταιρεία, άλλωστε- ακολουθεί και το Instagram. Εν πολλοίς και το Twitter. Εσχάτως και το Tik Tok πράττει αναλόγως, αλλά τουλάχιστον φροντίζει να ενημερώσει πρώτα τους «καλοθελητές» για το αν βρήκε το αίτημα τους –το report τους, εν προκειμένω- ορθό.


Αυτά θα συμβούν σε εσάς. Διότι στον Ντόναλντ Τραμπ τα τελευταία 4 χρόνια της φωτιάς στις ΗΠΑ –και αρκετά πιο πίσω, πριν βρεθεί στον προεδρικό θώκο- δόθηκε το δικαίωμα να αλωνίζει με χυδαιότητα, χωρίς να αντιμετωπίζει καμία συνέπεια, εκτός από προειδοποιήσεις, τραβήγματα στο «αυτί» και μερικά «κατεβασμένα» posts.

Ας αφήσουμε, όμως, το παρελθόν: εβδομάδες τώρα, ο απερχόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ εξύβριζε, χυδαιολογούσε, ειρωνευόταν, ακύρωνε, οργάνωνε «καταδρομικές» στο Καπιτώλιο απολύτως ανενόχλητος από τους επικεφαλής των μεγαλύτερων Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.

 

Όταν ειδικοί και αναλυτές κάνουν λόγο για εγκληματική ολιγωρία στη διαχείριση της κρίσης από την πλευρά του Facebook και του Twitter ειδικώς, εννοούν αυτό που όλοι αντιλαμβανόμαστε: ήταν απολύτως αναμενόμενο αυτό που συνέβη την Τετάρτη με το «κάλεσμα» στο Καπιτώλιο. Και επιτράπηκε, χωρίς την παραμικρή αντίσταση.

 

Όταν ειδικοί και αναλυτές κάνουν λόγο για εγκληματική ολιγωρία στη διαχείριση της κρίσης από την πλευρά του Facebook και του Twitter ειδικώς, εννοούν αυτό που όλοι αντιλαμβανόμαστε: ήταν απολύτως αναμενόμενο αυτό που συνέβη την Τετάρτη με το «κάλεσμα» στο Καπιτώλιο. Και επιτράπηκε, χωρίς την παραμικρή αντίσταση.

 

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ τοξικής προπαγάνδας και ρητορικής μίσους δεν ήταν αρκετά για κανέναν από τους επικεφαλής όλων των εξαιρετικά ευαίσθητων σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας ομίλων για να σπεύσουν, να προνοήσουν, να κάνουν «σημαία» τους το χείριστο παράδειγμα ενός νάρκισσου, ξελιγωμένου για εξουσία πολιτικού. Τέσσερα χρόνια ασταμάτητου bullying και πλύσης εγκεφάλου στο πιο μπερδεμένο κομμάτι (και αρκετά μεγάλο) κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας δεν τρομοκράτησαν κανέναν από τους moderators, δεν προβλημάτισαν κανέναν από τους ελεγκτές περιεχομένου, δεν πρόσβαλλαν καμία από τις κεφαλές αστυνόμευσης της ηθικής και της τάξης στον κόσμο των social media.


Όμως, όσο στους κόλπους του Twitter και των άλλων Μέσων ολιγωρούσαν τραγικά και ανεπανόρθωτα, στον έξω κόσμο κάποιοι ήταν σίγουροι γι' αυτό που ξημερώνει, αλλά δεν ήξεραν το πού και το πότε. Το «πώς» και από «ποιον» ήταν το μόνο σίγουρο γι' αυτούς.

«Ήταν ακριβώς αυτό που περιμέναμε ότι θα συνέβαινε», δήλωσε ο Brian Friedberg, ερευνητής του Κέντρου Shorenstein για την Τεχνολογία και την Κοινωνική Αλλαγή υπό την αιγίδα του Χάρβαρντ. Ο συγκεκριμένος μάλιστα μελετά το «άνοιγμα του φασίστα» στην αμερικανική κοινωνία είτε αυτός φορά το πουκαμισάκι των "Proud Boys" είτε οργανώνει «δράσεις» μέσω των social media, όπως το μόρφωμα που λέγεται QAnon.

«Είναι εξαιρετικά συνεπείς με το πώς λειτουργούν και οργανώνονται στο διαδίκτυο και τα social media και εντυπωσιακό το πώς όλες αυτές οι φατρίες έγιναν ένα για να συμβεί αυτό που συνέβη στο Καπιτώλιο. Είναι επίσης γεγονός ότι οι προηγούμενες προσπάθειες της κάθε πλατφόρμας ξεχωριστά να αντιμετωπίσει τη δράση τους στα social media έχει μειωθεί σημαντικά, αν όχι έχει αποτύχει πλήρως», εξηγεί ο Friedberg.



ΚΑΤΑ την τελευταία δεκαετία, οι τεχνολογικές πλατφόρμες ήταν απρόθυμες να μετριάσουν τις αναρτήσεις του Τραμπ, ακόμη και όταν παραβίαζε επανειλημμένα τους κανονισμούς ρητορικής μίσους. Πριν κερδίσει την προεδρία, ο Τραμπ χρησιμοποίησε το Twitter για να ενισχύσει τη ρατσιστική του εκστρατεία, υποστηρίζοντας, ψευδώς, ότι ο Μπαράκ Ομπάμα δεν γεννήθηκε στις ΗΠΑ.

Γιατί, όμως, τέτοια ανοχή στον σεξισμό, τη ρητορική μίσους, τον παρακμιακό πολιτικό λόγο του Τραμπ, ειδικώς; Μήπως δεν είχαν αρκετά στοιχεία στη διάθεση τους οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης για να «κατεβάσουν» τον λογαριασμό του πολύ νωρίτερα;

Πριν ακόμη κερδίσει τις εκλογές το 2016 ο Τραμπ ήταν που κυκλοφόρησε μέσω Twitter το fake news περί της καταγωγής του Μπαράκ Ομπάμα.


Ως Πρόεδρος των ΗΠΑ, ήταν εκείνο που έκανε share ρατσιστικά βίντεο στοχοποίησης μουσουλμάνων στο Twitter, ενώ στο Facebook έγραψε υπέρ της απαγόρευσης εισόδου όλων των μουσουλμάνων αδιακρίτως στις ΗΠΑ: να μια κατάφωρη παραβίαση της πολιτικής του Facebook που εμπίπτει στη ρητορική μίσους.

Μόλις τον Ιούνιο του 2020 μοιράστηκε ένα βίντεο με οπαδό του που ούρλιαζε «λευκή δύναμη!», ενώ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του Black Lives Matter εμφανίστηκε να ενθαρρύνει τη βία εναντίον των μαύρων.

Τι άλλο έπρεπε να κάνει; Όσα έγραφε, όσα έλεγε, όσα διοχέτευε –ψέμα, εμμονή, ρατσισμός, μίσος- πότιζαν ένα ανυπόμονο, απαίδευτο και ταλαιπωρημένο κοινό, το οποίο δεν θα το πάρει μαζί του, όταν επιτέλους αδειάσει τον Λευκό Οίκο. Τα «παιδιά» του QAnon θα συνεχίσουν το έργο τους και τη δουλειά του, καθώς είναι πεπεισμένα ότι ο Τραμπ ήταν ο άνθρωπος που σταματά τις αγοραπωλησίες βρεφών, που δεν ελέγχεται από την σκιώδη κυβέρνηση που βρίσκεται πίσω από κάθε Πρόεδρο των ΗΠΑ και άλλες τέτοιες παλαβές θεωρίες συνωμοσίας που όμως βγάζουν και κέρδος.

Ας πούμε, τι έκανε το Facebook και το Twitter το βράδυ της Τετάρτης που μέσα στο γενικότερο χάος τα «παιδιά» του μορφώματος έσπαγαν τζάμια και κεφάλια, αλλά έβγαζαν και λεφτά από την πώληση καπέλων και T-Shirt για τη στήριξη του αδικημένου αρχηγού; Την «αμφίεση» των υποστηρικτών, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορούσε να την προμηθευτεί κανείς στα σχετικά forum του μορφώματος στα social media, που ειδικά φέτος θέριεψαν. Μέχρι τον Οκτώβριο, τουλάχιστον, οπότε και το Facebook αποφάσισε να «κατεβάσει» εκατοντάδες σελίδες και λογαριασμούς, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει πάνω από 3 εκ. μέλη.

Και το YouTube κατήργησε «δεκάδες χιλιάδες βίντεο του QAnon και κατέβασε εκατοντάδες κανάλια», ενώ ταυτόχρονα ενημέρωσε την πολιτική του για θέματα βίας και θεωριών συνωμοσίας. Όμως, ήταν αργά.

Ο Τραμπ είχε προλάβει να κάνει εξαιρετική δουλειά και να εκμεταλλευθεί τόσο το νομικό κενό που διέπει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φυσικά την εξουσία στα χέρια του. Και για την Jennifer M Grygiel, επίκουρη καθηγήτρια επικοινωνίας και μέσων δικτύωσης στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών η ντροπή της Τετάρτης ήταν το αναμενόμενο αποτέλεσμα 4 χρόνων ελεεινής προπαγάνδας. Και ακριβώς επειδή υπάρχει νομικό κενό στο διαδίκτυο, εκείνη επικαλείται τον νόμο Smith-Mundt του 1948, ο οποίος ρυθμίζει το όριο της κυβερνητικής προπαγάνδας ή επί το ευγενέστερο περιορίζει τη «φλυαρία» του εκάστοτε αρχηγού του κράτους.

 

Facebook/Twitter: Θα κατεβάσουν τη φωτογραφία ενός γυμνού αγάλματος, αλλά 4 χρόνια άφηναν τον Τραμπ να δηλητηριάζει την Αμερική. Γιατί;
Ένας από τους αληθινούς κυβερνήτες του κόσμου: ο Τζάκ Ντόρσι του twiiter, σε μια τηλεδιάσκεψη με την Γερουσία, τον περασμένο Οκτώβριο


Και πάλι, όμως, δεν απαντάμε στο γιατί δεν «κλείδωσαν» τους λογαριασμούς του Τραμπ νωρίτερα. Η απάντηση κρύβεται σε δύο σημεία, πέρα από την ύπαρξη του νομικού κενού.

 

1. Ελλείψει ουσιαστικής, νομοθετημένης ρύθμισης οι εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν από τη φίμωση ενός πολιτικού αρχηγού με τόσο impact στα social media, αν και το εν λόγω επιχείρημα μοιάζει κάπως φτωχό.
 
2. Κανείς δεν φανταζόταν ότι ο Τραμπ θα έφτανε στο σημείο να αποπειραθεί πραξικόπημα –γιατί πρακτικά αυτό πήγε να συμβεί- μέσω του Twitter. Όλοι πόνταραν ότι θα παραμείνει ακόμη ένας σεξιστής, επηρμένος, αλαζών πολιτικός, αλλά προφανώς πόνταραν λάθος.


Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, επίσημη τοποθέτηση τόσο από το Facebook όσο και από το Twitter δεν είχε υπάρξει. Ωστόσο, θεωρείται απολύτως βέβαιο, κρίνοντας και από μία μετριοπαθή δήλωση του Adam Mosseri («ναι, νομίζω μία ρύθμιση τώρα θα ήταν καλό να συμβεί») ότι μέσα στο '21, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί θα αναγκάσουν –νομοθετικά- τις πλατφόρμες σε μεγαλύτερη επιφυλακή...

 

Ας πάμε, όμως, τώρα σε μερικές άβολες αλήθειες για την ολιγωρία τόσο του Facebook όσο και του Twitter:

1. Τι είναι ο κύριος Ντόρσεϊ και ο κύριος Ζάκερμπεργκ; Τα ονόματά τους –ακόμη- δεν έχουν βγει στη σέντρα, καθώς –ακόμη- μετράει στην κοινή γνώμη η «φίμωση» στον Τραμπ. Τι έχουν αυτοί οι δύο; Εξουσίες, ίσως μεγαλύτερες από του πλανητάρχη. Κατέχουν δύο εταιρείες –εταιρικές απολυταρχίες για την ακρίβεια- που πολιτεύονται ως μίνι δημοκρατίας και συχνά ρυθμίζουν αθέατα τα επουσιώδη, αφήνοντας περιθώριο για τα πραγματικά ανησυχητικά που συμβαίνουν στις πλατφόρμες τους.

2. Ας υποθέσουμε ότι ο Τραμπ αποκλείεται από παντού, από όλα τα δημοφιλή Μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ποιος εγγυάται ότι αύριο το πρωί ο μεγιστάνας και απερχόμενος δεν θα προχωρήσει αύριο το πρωί σε μία εξαγορά ή ακόμη χειρότερα στη δημιουργία μίας νέας πλατφόρμας, όπου θα μπορεί να γράφει ό,τι εγκληματικό του κατέβει, συσπειρώνοντας εκ νέου το κοινό του;


(Βέβαια, για να είναι κανείς αντικειμενικός θα παρατηρήσει ότι η «μετακίνηση» των followers από μία πλατφόρμα σε μια άλλη μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι, αλλά το σενάριο εμφανίστηκε με κατηγορηματικό τρόπο στους New York Times και ο Τραμπ έχει ακόμη σύνδεση στο Internet). Σε κάθε περίπτωση, ο ηττημένος θα έχει πάντα το Fox, αλλά η τηλεόραση δεν είναι πια το κυρίαρχο Μέσο ελέγχου και (παρα)πληροφόρησης τέτοιας χυδαιότητας πολιτικών ανδρών).

3. Ίσως αυτό που συνέβη στο Καπιτώλιο «δείχνει» προς μία εξαιρετικά δύσκολη, τόσο στους χειρισμούς, όσο και στον πυρήνα της- κατεύθυνση: ενδεχομένως, οι πολιτικοί τέτοιων εξουσιών, θα έπρεπε με κάποια ρύθμιση να μένουν μακριά από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ή να συναινούν με κάποιου είδους δέσμευση στη λελογισμένη χρήση τους. Είναι ένα εξαιρετικά ακανθώδες ζήτημα, σηκώνει πολλή –και νομοθετική κουβέντα- και μοιάζει περιοριστικό, αντιδημοκρατικό και ανελεύθερο, αλλά ο πειρασμός της δημοσίευσης –πόσω μάλλον της προπαγανδιστικής ανάρτησης- είναι τεράστιος, ενίοτε ακατανίκητος και, δυστυχώς, δεν εντοπίζεται μόνο στην Αμερική...

Όσο οι ιστορικοί του μέλλοντος θα προσπαθούν να εξηγήσουν ποιον ακριβώς ρόλο έπαιξαν τα social media τη μέρα που ντροπιάστηκε η αμερικανική δημοκρατία, λογικά, θα έχει βρεθεί κάποια φόρμουλα.