Από τις ισχυρότερες φυσιογνωμίες στον κόσμο των media, ο Ρούπερτ Μέρντοχ μίλησε -και είχε αρκετά να πει- για τον τρόπο που το Facebook επιτρέπει στους χρήστες του να καθορίζουν την αξιοπιστία των ειδήσεων που αναρτώνται στην πλατφόρμα του. 

 

Ασκώντας δριμεία κριτική τόσο στο Facebook όσο και στο Google ότι προωθούν τα fake news, ο Μέρντοχ ούτε λίγο ούτε πολύ ζητάει πλέον τόσο από το δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης, όσο και από τον τεχνολογικό κολοσσό να πληρώνουν τα ΜΜΕ για τις αξιόπιστες ειδήσεις που δημοσιεύουν κατά τον ίδιο τρόπο που πληρώνει κανείς συνδρομή στα τηλεοπτικά κανάλια που επιλέγει να παρακολουθήσει. 

 

Όλα αυτά μέσω επίσημης ανακοίνωσης που εκδόθηκε σήμερα Δευτέρα από τη "News Corp", φέρει την υπογραφή του Μέρντοχ και πρακτικά αποτελεί ένα δημοσιογραφικό, αλλά και επιχειρηματικό μανιφέστο στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί εδώ και καιρό το Facebook και στους χειρισμούς που -υποτίθεται- εξασφαλίζουν αξιόπιστη ενημέρωση στον χρήστη. 

 

«Το Facebook και η Google έκαναν δημοφιλείς αχρείες πηγές ειδήσεων μέσω των εξαιρετικά επικερδών, αλλά απολύτως αναξιόπιστων αλγορίθμων τους. Το να αναγνωρίζει κανείς το πρόβλημα είναι ένα βήμα στο μονοπάτι της επίλυσής του, αλλά τα διορθωτικά μέτρα που έχουν προτείνει μέχρι στιγμής και οι δύο εταιρείες είναι ανεπαρκή, τόσο από επιχειρηματική και κοινωνική όσο και από καθαρά δημοσιογραφική άποψη.»

 

Το δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης βρέθηκε στο επίκεντρο σκληρής κριτικής όταν στις 19 Ιανουαρίου ο CEO Mark Zuckerberg ανακοίνωσε εκ νέου αλλαγές που θα εξασφαλίζουν την αξιοπιστία των ειδήσεων που φθάνουν στους χρήστες. Όμως πολλοί είναι εκείνοι που εκφράζουν ανοιχτά τον προβληματισμό τους για το σύστημα ελέγχου που θα εφαρμόσει το δίκτυο και για τον τρόπο που θα θεωρεί μία είδηση αξιόπιστη ή όχι. 

 

Ανάμεσα σε αυτούς και ο μεγιστάνας των media του οποίου ακολουθεί αναλυτικά η σκληρή -εταιρική- ανακοίνωση: 

 

«Το Facebook και η Google έκαναν δημοφιλείς αχρείες πηγές ειδήσεων μέσω των εξαιρετικά επικερδών, αλλά απολύτως αναξιόπιστων αλγορίθμων τους. Το να αναγνωρίζει κανείς το πρόβλημα είναι ένα βήμα στο μονοπάτι της επίλυσής του, αλλά τα διορθωτικά μέτρα που έχουν προτείνει μέχρι στιγμής και οι δύο εταιρείες είναι ανεπαρκή, τόσο από επιχειρηματική και κοινωνική όσο και από καθαρά δημοσιογραφική άποψη. 

 

Έγιναν πολλές συζητήσεις σχετικά με τον τύπο συνδρομής, αλλά δεν έχω δει ακόμη μια πρόταση που να αναγνωρίζει πραγματικά την επένδυση και την κοινωνική αξία της επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Θα παρακολουθήσουμε στενά την τελευταία στροφή στη στρατηγική του Facebook και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Mark Zuckerberg είναι ειλικρινής, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει μια σοβαρή έλλειψη διαφάνειας που θα πρέπει να προβληματίσει τους εκδότες και τους υπερασπιστές των πολιτικών προκαταλήψεων σε αυτές τις πανίσχυρες πλατφόρμες.

 

Ήρθε η ώρα να εξετάσουμε μια διαφορετική πορεία. Εάν το Facebook θέλει να εντοπίσει τους "αξιόπιστους" εκδότες τότε θα πρέπει να καταβάλλει στους εκδότες αυτούς μία συνδρομή παρόμοια με αυτή που καταβάλλει κανείς στις εταιρείες καλωδιακής τηλεόρασης.

 

Οι εκδότες ενισχύουν προφανώς την αξία και την ακεραιότητα του Facebook μέσω των ειδήσεων και του περιεχομένου τους, αλλά δεν επιβραβεύονται επαρκώς για τις υπηρεσίες αυτές. Αυτού του είδους η καταβολή συνδρομής θα επηρεάσει ελάχιστα τα κέρδη του Facebook, αλλά θα έχει σπουδαία επίδραση σε ό,τι αφορά τη δουλειά και τις προοπτικές τόσο των εκδόσεων και των εκδοτών όσο και των ίδιων των δημοσιογράφων».

 

Με στοιχεία από το Ηollywoodreporter.com