Τα Θεοφάνεια είναι μεγάλη ετήσια χριστιανική γιορτή της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον ποταμό Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
Γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία γιορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων).
Τι είναι τα Θεοφάνεια
Το όνομα προκύπτει από τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη, σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Τα Θεοφάνεια ονομάζονται έτσι επειδή η φωνή του Θεού ακούστηκε στη γη.
Η γιορτή των Θεοφανείων λέγεται επίσης και Επιφάνεια, Φώτα ή Φωτά ή Εορτή των Φώτων.
Την ημέρα αυτή γιορτάζουν: Ο Φώτιος, η Φωτία, ο Φωτεινός, η Φωτεινή, ο Φαίδων, η Φαιδωνία, ο Θεοφάνης (Φάνης), η Θεοφανία (Φανή, Θένια), η Φένια, ο Ιορδάνης, η Ιορδανία κ.α.
Η θρησκευτική σημασία της ημέρας
Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, που ήταν 6 μήνες μεγαλύτερος του Χριστού, και διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό.
Κατά την στιγμή της Βάπτισης, κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα από τον ουρανό ακούσθηκε φωνή που έλεγε: «Οὗτος ἐστίν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα».
Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζεται η μνήμη του γεγονότος της Βάπτισης του Ιησού δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Φαίνεται όμως ότι αναφάνηκε πολύ νωρίς στην πρώτη Εκκλησία των Χριστιανών. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς, βιβλ. α΄) αναφέρει πως κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί στις αρχές του 2ου αιώνα, γιόρταζαν την ημέρα της Βάπτισης του Κυρίου «προδιανυκτερεύοντες» και ότι η εορτή αυτή γινόταν κατ΄ άλλους μεν στις 6 Ιανουαρίου, κατ΄ άλλους στις 10 Ιανουαρίου.
Κατά τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη τη Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι ενώ ο Γκίζελερ δέχθηκε ότι πρώτοι οι Βασιλειδιανοί καθιέρωσαν την εορτή των Θεοφανείων, ο Νέαντερ θέτει το ερώτημα: «πώς από αιρετικούς το δέχθηκε η Εκκλησία;». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως «αρχαία πανήγυρις», μάλλον στην Αντιόχεια τη Μεγάλη, και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί Βασιλειδιανοί. Κατά τις Αποστολικές Διαταγές, η εορτή των Επιφανίων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος».
Στο τέλος του 3ου αιώνα προστέθηκε και άλλη έννοια στον εορτασμό αυτό που άρχισε να πανηγυρίζεται και ως ημέρα της «εν σαρκί» φανερώσεως του Κυρίου. Ούτως και στην Αλεξάνδρεια κατά τον Κασσιανό, και στην Κύπρο κατά Επιφάνιο. Από τότε λοιπόν, ξεκίνησε, κατά την πιθανότερη εκδοχή, και ο εορτασμός των Χριστουγέννων.
Κατά τον 4ο αιώνα, η εορτή των Θεοφανείων τελείται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως «εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος», απ' όπου και το όνομα «Τα Φώτα».
Στη Δύση τα Θεοφάνεια απαντώνται στα μέσα του 4ου αιώνα, αλλά από της εποχής αυτής φαίνεται στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και άλλη μια εορτή αφιερωμένη στη Γέννηση του Ιησού στις 25 Δεκεμβρίου. Όταν πλέον καθιερώθηκε αυτή η ημερομηνία για τα Χριστούγεννα σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο, έγινε και ο διαχωρισμός της εορτής των Θεοφανείων στις 6 Ιανουαρίου, στα μέσα του 6ου αιώνα.
Τα βασικά έθιμα στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, αλλά και στις χώρες όπου υπάρχουν απόδημοι Έλληνες, τα έθιμα των Θεοφανείων είναι:
- Τα παιδιά την παραμονή της εορτής και την επόμενη ημέρα λένε τα Κάλαντα των Φώτων.
- Το πιάσιμο του Σταυρού από κολυμβητές, τους βουτηχτάδες. Αυτός που πιάνει το Σταυρό αφού πρώτα τον φιλήσει, τον περιφέρει στις οικίες και λαμβάνει πλούσια δώρα. Απεικόνιση του εθίμου υπάρχει στην ταινία «Μανταλένα».
- Ο αγιασμός των οικιών από τους ιερείς.
- Το πλύσιμο των εικόνων.
- Ο χορός των «καλικαντζάρων».
Ο «Μέγας Αγιασμός» γίνεται ανήμερα των Θεοφανείων εντός των Εκκλησιών σε ειδική εξέδρα στολισμένη επί της οποίας φέρεται μέγα σκεύος γεμάτου ύδατος. Στη συνέχεια γίνεται η κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα ή σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη.
Η κατάδυση του Σταυρού, κατά τη λαϊκή πίστη, δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών μετά την κατάδυση τρέχουν στις παραλίες της θάλασσας ή στις όχθες ποταμών ή λιμνών και πλένουν τα αγροτικά τους εργαλεία ακόμη και εικονίσματα.
Κατά την κοινή λαϊκή δοξασία ακόμη και τα εικονίσματα με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους, που την αποκτούν όμως εκ νέου από το αγιασμένο νερό.
Αυτή ακριβώς η διαδικασία δεν αποτελεί παρά μόνο ακριβώς πιστή επιβίωση των αρχαίων δοξασιών. Οι αρχαίοι π.χ. Αθηναίοι είχαν την τελετή (διαδικασία) των γνωστών «Πλυντηρίων», όπως την αποκαλούσαν, κατά την οποία μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς. Εκεί το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από ρύπους και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του αγάλματος.
Σήμερα, οι γυναίκες πολλών περιοχών επαναλαμβάνουν αυτό το αρχαίο έθιμο το πλύσιμο των εικόνων. Όπως στην Πλάκα της Μυτιλήνης, την ώρα που βουτούν οι βουτηχτάδες να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες την ίδια στιγμή «παίρνουν με μια κρατούνα (νεροκολοκύθα) νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα χωρίς να μιλούν σε όλη αυτή τη διαδικασία («άλαλο νερό») και στη συνέχεια το νερό το ρίχνουν σε μέρος που δεν πατιέται, στο χωνευτήρι της εκκλησίας».