ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ LOCKDOWN, 22 Μαρτίου, πρέπει να κατέβω κέντρο με τον Hλεκτρικό. Αν και ψύχραιμος στα δύσκολα –στα εύκολα τα θαλασσώνω–, η ψυχολογία μου δεν είναι η καλύτερη.

 

Οι ειδήσεις και οι εικόνες, ειδικά από τη γειτονική Ιταλία, είναι τρομακτικές, οποιοσδήποτε ολόγυρα φαντάζει δυνάμει ασθενής ή φορέας του επίφοβου ιού, κάθε επιφάνεια εκεί έξω πιθανή εστία μόλυνσης, χώρια οι καθόλου ευοίωνες «παρενέργειες» στο οικονομικό και κοινωνικό τοπίο. Οι γνώσεις μας για την πανδημία είναι ακόμα πολύ περιορισμένες και ο φόβος, ο χειρότερος σύμβουλος σαν αφεθεί ανεξέλεγκτος, είναι που σπεύδει να φυλάξει τα έρμα. Η ανάμνηση μιας σοβαρής γρίπης δύο χρόνια πριν, συν ότι βρίσκομαι σχετικά κοντά στις ηλικίες «υψηλού κινδύνου», με κάνουν ακόμα πιο επιφυλακτικό.

 

Πριν μπω στο βαγόνι, πετυχαίνω μια φίλη, κάνουμε να αγκαλιαστούμε, τα χέρια μένουν μετέωρα.


Ο συρμός μυρίζει ολόκληρος φρεσκοπερασμένο αντισηπτικό, σαν να βρίσκεσαι σε ασθενοφόρο ή φορητό νοσοκομείο. Οι λίγοι την ώρα εκείνη συνεπιβάτες στο βαγόνι, κάποιας ηλικίας οι περισσότεροι, μερικοί με μάσκες, άλλοι χωρίς (δεν ήταν ακόμα υποχρεωτικές στα ΜΜΜ, δεν είχαν καν ακόμα ομοφωνήσει οι ειδικοί στο πόσο προστατεύουν), μοιάζουν κι εκείνοι μουδιασμένοι, κάτι φανερό στα βλέμματα και στον τρόπο που καθένας ζαρώνει στη γωνιά του.

 

Αν έχει κάποιο ηθικό πλεονέκτημα το είδος μας, είναι αυτό που δοκιμάζεται περισσότερο σε οριακές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, λοιμοί και λιμοί. Όταν καθένας χρέος έχει να οχυρώνεται απέναντι όχι στον άλλον αλλά απέναντι στην αναδυόμενη βαρβαρότητα.

 

Στα Άνω Πατήσια μπαίνει ένας ταλαίπωρος κουρελής άστεγος επαίτης κι αρχίζει τα δικά του. Χωρίς μάσκα, εννοείται, μάλλον και χωρίς αντίληψη της νέας πραγματικότητας. Είμαι από τους πρώτους που πλησιάζει και η ενστικτώδης αντίδρασή μου, αντί για μια βοήθεια ή έστω έναν λόγο, ένα νεύμα παρηγορητικό, είναι να γυρίσω αυτόματα αλλού, κάνοντας φανερή την αποστροφή μου. Ο επαίτης κοντοστέκεται για λίγο, με κοιτά –εγώ αποφεύγω ακόμα και το στοιχειώδες eye contact που συνιστάται σε τέτοιες περιστάσεις ώστε ο άλλος να νιώσει ότι είναι ορατός, ότι υπάρχει– και συνεχίζει.


Στην παρακάτω στάση κατεβαίνει. Ανακούφιση – ο «κίνδυνος» πέρασε. Για να ακολουθήσουν, σχεδόν αμέσως, οι ερινύες.

 

Ώστε, λοιπόν, αυτή ήταν η καλύτερη δυνατή αντίδραση ενός υποτίθεται σκεπτόμενου, καλλιεργημένου, κοινωνικά ευαίσθητου, αλληλέγγυου και άλλα τέτοια ωραία τύπου απέναντι σε κάποιον που υποφέρει; Ο οποίος τύπος έχει επιπλέον ασχοληθεί και γράψει επανειλημμένα για ευάλωτους ανθρώπους, ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, για ευπαθείς πληθυσμούς, για πρόσφυγες, άπορους, άστεγους, τζάνκια και λοιπούς απόκληρους. Κι αν τέτοιοι άνθρωποι απανθρωποποιούνται τόσο εύκολα, τι να αξιώσεις από τους υπόλοιπους;


Κι όμως, αυτό είναι το στοίχημα της ανθρωπιάς, του νοιαξίματος, της συναίσθησης, της ενσυναίσθησης. Να μπορούν να βλασταίνουν και να πετάνε κλαριά στο πιο άγονο, στο πιο ξερό, στο πιο αφιλόξενο έδαφος, εμποδίζοντας το αγρίμι εντός μας να αδράξει τα ηνία της συνείδησης στο όνομα της αυτοσυντήρησης.

 

Αν έχει κάποιο ηθικό πλεονέκτημα το είδος μας, είναι αυτό που δοκιμάζεται περισσότερο σε οριακές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, λοιμοί και λιμοί. Όταν καθένας χρέος έχει να οχυρώνεται απέναντι όχι στον άλλον αλλά απέναντι στην αναδυόμενη βαρβαρότητα.

 

Σε μια τέτοια δοκιμασία, έστω μικρή, λοιπόν, ζυγίστηκα τη μέρα εκείνη και βρέθηκα ελλιποβαρής. Θέλω δουλειά ακόμα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr