ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ της πρώτης βδομάδας του Δεκέμβρη, βγαίνοντας με τον κωδικό 6, χάραξα διαδρομή διαφορετική από τη συνηθισμένη. Χώθηκα σε κάποια πιο μακρινά στενά που δεν τα είχα προσέξει και σε λίγο συνειδητοποίησα πως οι ονομασίες των οδών διαιρούνται χοντρικά σε δύο «συστήματα»: τα μισά μπορείς να τα πεις αρχαιόπρεπα και τα υπόλοιπα της Ανατολίας. Σοφοκλέους, Θερμοπυλών, Χαιρώνειας και, από την άλλη, Νίγδης, Σινώπης, Καππαδοκίας. Κάπως έτσι. Στοιχειώδης γνώση των ανθρώπων και της ιστορίας της περιοχής μάς λέει πως μόνο η μια πλευρά αληθεύει. Αν θα άξιζε μια γενική ονομασία για όλους τους δρόμους, θα ταίριαζε καλά το οδός Πόντου, ενώ η καημένη η οδός Αρχαιοτήτων (απ' όπου περνάω κάθε μέρα) είναι απλώς ένα μικροσκοπικό δρομάκι που το μοναδικό αρχαίο πάνω του είναι ένα εγκαταλειμμένο Pony όπου, καμιά φορά, λαγοκοιμάται ένας μονόφθαλμος γέρος γάτος.


Κάποια στιγμή έφτασα μέχρι την περιμετρική της περιοχής Ρήγα Φεραίου. Από κει έστριψα πίσω, για να ακολουθήσω από τη ρίζα του τον μεγάλο ανήφορο της Καυκάσου, που στην ευθεία της βρίσκεται το σπίτι. Ανέβαινα, φορώντας τη μάσκα και με τα γυαλιά θολωμένα, όχι μόνο από τις άγριες εκπνοές της προσπάθειας αλλά και από την υγρασία αυτής της πόλης, που θυμίζει γέφυρα καραβιού.

 

«Όλα τα παιδιά βγαίνουν, μπαμπά» φώναξε, χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες, προφανώς για να μη δώσει βορά γνωστούς της στην κριτική μου. Και τι έκανα; Αντί να το αγκαλιάσω το κορίτσι, άκουσα πάλι τον μονότονο εαυτό μου, για άλλη μια φορά, να λέει τη λέξη «υπομονή» και να υπενθυμίζει πως το σχολείο της είχε κρούσματα και πως υπάρχουν οι ασυμπτωματικοί και οι κρυφοάρρωστοι που το βγάζουν στο πόδι.


Γυρίζοντας σπίτι ακούω κλάμα. Κάποια έκλαιγε σιγανά και αντικρίζοντάς με ξέσπασε. Η υπερβολή μας την έσκασε, είπε. Θέλει να δει τις φίλες της, να δει τις φίλες της, να τις δει. «Όλα τα παιδιά βγαίνουν, μπαμπά» φώναξε, χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες, προφανώς για να μη δώσει βορά γνωστούς της στην κριτική μου.

 

Και τι έκανα; Αντί να το αγκαλιάσω το κορίτσι, άκουσα πάλι τον μονότονο εαυτό μου, για άλλη μια φορά, να λέει τη λέξη «υπομονή» και να υπενθυμίζει πως το σχολείο της είχε κρούσματα και πως υπάρχουν οι ασυμπτωματικοί και οι κρυφοάρρωστοι που το βγάζουν στο πόδι. Μα μπορείς να στηριχτείς στην υπευθυνότητα αυτών των ανθρώπων; Και δεν παρέλειψα να τονίσω πως η βελτίωση της κατάστασης δεν πρέπει να οδηγήσει ξανά σε αυταπάτες και μάλιστα στις πιο επικίνδυνες, στις χριστουγεννιάτικες αυταπάτες. Κάπως έτσι σκόρπισα την απογοήτευση και βέβαια ήξερα την ίδια τη στιγμή που της μιλούσα πως ήμουν ένας βαθύτατα βαρετός επαναλαμβανόμενος άνθρωπος 56 χρονών (στα 57).


Θυμάμαι την πρώτη καραντίνα, που είχε το άγχος της προσαρμογής, του αγνώστου. Τρέχαμε να μάθουμε την τεχνογνωσία της καινούργιας κατάστασης κι έτσι πέρασαν κάμποσες μέρες. Η Θεσσαλονίκη δεν είχε σκεπαστεί από αυτή τη διάσταση τρόμου που επικάθισε το φθινόπωρο, αφού πρώτα εισπράξαμε επαίνους τον Σεπτέμβρη σαν «καλή εξαίρεση στη χώρα».

 

Στις αρχές της άνοιξης η ανησυχία μας είχε ακόμα κάτι αφηρημένο, δίχως απτή υπόσταση. Περνούσες μπροστά από πολυκατοικίες της γειτονιάς μας και δεν σκεφτόσουν πως ο βήχας που ακούγεται από κάποιο διαμέρισμα είναι το κακό. Ο ανοιξιάτικος Covid υπήρξε ένα φάντασμα που ξέραμε πως είναι υπαρκτό, μα δεν είχε καταφέρει να στοιχειώσει ακόμα κοντινά και οικεία πρόσωπα.

 

Μέχρι που ο Νοέμβριος αποτρελάθηκε κι έξαφνα η Θεσσαλονίκη σκιάστηκε και «κοκκίνισε ο χάρτης». Ήρθε έτσι το δεύτερο κλείσιμο, που είχε πάντως περισσότερα ανοίγματα και ελάχιστο βαθμό επιτήρησης, τουλάχιστον εκτός των πολύ κεντρικών αρτηριών. Αρρώστησαν συμμαθητές της κόρης μου, οικογένειες ολόκληρες στην περιοχή. Κάποιοι καταγράφηκαν στη γνωστή λίστα των κρουσμάτων, άλλοι όμως δεν μίλησαν, παραμένοντας αφανή περιστατικά μιας αόρατης ζώνης. Σε μια περιοχή με πολλούς φτωχούς ανθρώπους, όπου τα ρώσικα, τα γεωργιανά και άλλες γλώσσες του Καυκάσου ακούονται από παντού καθώς περπατάς, τα πρωτόκολλα της ενημέρωσης και οι δημόσιοι διαξιφισμοί για την πανδημία ούτε που διαπερνούν τα άτυπα κανάλια των ανθρώπινων επαφών.


To βράδυ εκείνο, λοιπόν, η Αλεξία μου λύγισε. Το laptop για τα μαθήματα μέσω Webex πάνω στο γραφειάκι της έκαιγε ακόμα αργά το απόγευμα. Και τότε συνειδητοποίησα πως τα γνωστά τεχνάσματα με τις λέξεις και τις γεωγραφίες δεν μπορούν να παρηγορήσουν μια δεκαπεντάχρονη. Εδώ και μέρες καταβάλλω προσπάθεια να μην επαναλαμβάνω πληροφορίες, να μην εξακοντίζω δεξιά κι αριστερά πένθιμες ειδήσεις και συναγερμούς. Ούτε ζόφος ούτε ψεύτικες ελπίδες, τι όμως; Αποτυγχάνω διαρκώς να τηρήσω τις υποσχέσεις μου.


Το βράδυ εκείνο πρώτη φορά έχασα τα λόγια μου. Πώς να μιλήσεις σε πρόσωπα αγαπημένα σαν να δίνεις δημόσιες συμβουλές; Πώς να κάνεις μάθημα σε κάποιον που έχει σπάσει; Κι αυτή η σκηνή στάθηκε για μένα η χαρακτηριστική πικρή γεύση αυτής της άτιμης χρονιάς με τα αδύναμα λόγια, τους σιωπηλούς θανάτους και τη γελοία αναξιοπρέπεια των καβγάδων μας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr