ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ

Μέρες Σεπτεμβρίου 2015 –Ημερολόγιο Μυτιλήνης 2

 

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015, 8:00 π.μ.

Με βρίσκει ο Άγγελος: «Μη γράφεις πως άδειασε η Μυτιλήνη από πρόσφυγες. Η Μόρια, τα Τζαμάκια, το Καρά Τεπέ, είναι γεμάτα.»


Δεν είμαι δημοσιογράφος. Δεν κάνω ρεπορτάζ. Είδα το κέντρο της Μυτιλήνης άδειο και το 'γραψα. Αν μεταφέρω κάτι λάθος, θα το διορθώνω στο επόμενο κείμενο. Δεν είμαι καν συγγραφέας που αναζητάει υλικό. Έχω κολλήσει τα ένσημά μου στην ευαισθησία, τη συμπόνοια εξ αποστάσεως, την αδιαφορία, τον κυνισμό. Έχω μετατρέψει αυτά που συμβαίνουν γύρω μου σε σκέψεις λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένες. Εξάντλησα τα πέντε τετράγωνα των Αθηνών που μου αναλογούσαν. Βούλιαξα στον καναπέ μου. Μέτρησα τους χειμώνες της ανεργίας, της κατάθλιψης, του κοινωνικού αποκλεισμού. Οι σελίδες των καινούριων βιβλίων μού φάνηκαν ασήκωτες, οι επιτυχημένες παραστάσεις αβάσταχτες. Έπαψα να εμπιστεύομαι τους άλλους, και ο πρώτος που την πλήρωσε ήταν ο εαυτός μου. Κατάλαβα πως ο μορφωμένος μπορεί να είναι βαθιά ανόητος, ο όμορφος άσχημος μέσα του, ο φιλάνθρωπος κτήνος. Με τούτα στο μυαλό μου κολύμπησα στα άπατα και πνίγηκα στα ρηχά. Το ταξίδι στη Μυτιλήνη, η απόφαση για βοήθεια, το χέρι που απλώνεται για αλληλεγγύη ήταν για μένα η ανάσα την κρίσιμη στιγμή. Από την άνοιξη είδα τρεις φίλους μου να πεθαίνουν· χώρια, τη μάνα μου: σ' αυτό το ταξίδι έχω καλή παρέα.

 

4:00 μ.μ.

Στο ΠΙΚΠΑ στη Μυτιλήνη. Τη λένε Χαντιτζέ. Η ομορφιά της σου κόβει την ανάσα. Δεν πρέπει να 'ναι πάνω από 20 χρονών. Μόλις γέννησε το τρίτο της παιδί. Το μεγαλώνει εδώ. Έρχεται από το Αφγανιστάν μαζί με τον άντρα της. Είναι ήδη δυο χρόνια στην κατασκήνωση, έχουνε πάρει άσυλο, αλλά τους λείπουν τα χρήματα για να φύγουν στο εξωτερικό.


Η κατασκήνωση είναι ήρεμη, οι περισσότερες τέντες άδειες. Ελάχιστοι πρόσφυγες έχουν απομείνει. Οι εθελοντές από τις ΜΚΟ είναι κουρασμένοι. Η κούραση του εθελοντή πατάει πάνω στο σώμα της και συνεχίζει. Έρχονται ντόπιοι και ξένοι κάθε λεπτό. Ανοίγουν τα πορτ μπαγκάζ και βγάζουν κούτες με είδη πρώτης ανάγκης. Παραδίπλα, το βαν των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Οι αλληλέγγυοι συμπυκνώνουν την αναγνώριση στον χαιρετισμό τους: φιλιούνται σταυρωτά, ψιθυρίζουν δυο τρεις λέξεις και τραβάνε γι' αλλού. Κανείς δεν στέκεται σ' ένα μέρος: το παρακάτω είναι η αποστολή τους. Η Έφη μεσολαβεί να με αφήσουνε στην Καλλονή τρεις ακτιβίστριες από το Ισραήλ που κατευθύνονται στον Μόλυβο.

 

6:00 μ.μ.

Οι Ισραηλίτες μοιάζουν με τους Έλληνες: η Naama, η Οlly και η Τally, από την IsraAID, μιλάνε αποκλειστικά στη γλώσσα τους. Tους είμαι ευγνώμων. Δεν θέλω να με ρωτήσουν τίποτα, δεν θέλω να τους πω τίποτα. Με αφήνουν έξω από την Αγκαλιά. Ένα κατάστημα στη μέση του δρόμου προς τη Σκάλα Καλλονής. Οι πρόσφυγες ξαπλωμένοι μέσα, σε στρώματα, καθισμένοι έξω, στο πεζοδρόμιο. Ελάχιστοι εθελοντές ανάμεσά τους. Προλαβαίνω να ρίξω μια ματιά στον παραφουσκωμένο μου σάκο: με πιάνει ντροπή.

 

Μέρες Σεπτεμβρίου 2015 –Ημερολόγιο Μυτιλήνης 2

 

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου, 11:00 π.μ.

Οι πρόσφυγες δεν σταματάνε να έρχονται. Μπουλούκια ολόκληρα, φτάνουν από τον Μόλυβο με τα πόδια. Σύριοι στην πλειοψηφία τους, κι ανάμεσά τους μετανάστες από το Ιρακ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Οι άνθρωποι της Αγκαλιάς μετρημένοι στα δάχτυλα. Μέσα στη γενική τρέλα, η Μυρτώ μου δίνει ένα ζεστό φιλί για καλωσόρισμα. Τα υπόλοιπα είναι εικόνες: πληγιασμένα πόδια, σπασμένα νύχια, πρησμένοι αστράγαλοι και γόνατα, εκδορές, εκζέματα. Πληγές και τραύματα κάθε είδους. Η Μυρτώ βάζει αντιβιωτικές και αντισηπτικές αλοιφές, μπεταντίν, επιδέσμους και χάνζαπλαστ. Ζητάει βοήθεια. Βρίσκω την Αν Μαρί που έχει φτάσει μόλις με την Χένκε, Ολλανδέζες νοσηλεύτριες ή γιατροί. Αναλαμβάνουν αυτές. Από το μυαλό μου περνάνε η Μαγδαληνή με τον Χριστό. Η εικόνα δεν έχει χρόνο να σταθεί. Χάνεται.


Ανάμεσα στα πράγματα που φέρανε οι Ολλανδέζες, τέσσερα πέντε ζευγάρια γυαλιά ηλίου, από αυτά που πουλάνε στα περίπτερα. Ρωτάω πού να τα βάλω, μου λένε «δώσ'τα.» Πέφτουν πάνω μου ποιος θα τα πρωτοπάρει. Η ώρα του παιδιού.


Η Αγκαλιά είναι ασφυκτικά γεμάτη μέσα κι έξω. Οικογένειες με μωρά, ένα από αυτά βρέφος, λίγων μόνο ημερών. Έγκυοι πέντε κι έξι μηνών. Ηλικιωμένες με μπαστούνια και άντρες κάθε ηλικίας. Με σταματάει μια οικογένεια στο δρόμο, με ρωτάνε πώς θα πάνε στην Αγκαλιά. Τους λέω να με ακολουθήσουν. Τους ρωτάω αν θέλουν να τους πάρω κάτι να φάνε. Αρνούνται κατηγορηματικά. Τρεις ώρες αργότερα με ξαναβρίσκουν μέσα στο πλήθος. Στο βλέμμα τους υπάρχει μια προσμονή σαν να τους έχω υιοθετήσει. Ο άντρας μου δείχνει την μπλούζα του, μου ζητάει μια άλλη. Του λέω να περιμένει και κάτι θα βρω. Δεν τα καταφέρνω. Το κουβαλάω...


Οι άντρες φεύγουν με τα πόδια για τον Μόλυβο, 40 χιλιόμετρα δρόμος, ο Πάτρικ τον υπολογίζει γύρω στο δεκάωρο, αν συνυπολογίσει κανείς τις στάσεις και τις αντοχές τους. Οι οικογένειες με τα παιδιά μπαίνουν σε πούλμαν. Φτάνουν διαρκώς καινούριοι. Δυο τουρίστριες σταματάνε και προσφέρονται να δώσουν τα 250 ευρώ που κοστίζει η ενοικίαση του οχήματος για μια διαδρομή. Ο Γιώργος τους δίνει ραντεβού για το επόμενο πρωί, που θα 'χει μαζί του το μπλοκ των αποδείξεων. Τους λέει «χαμογελάω, χαμογελάω από τώρα.»


Τον πετυχαίνω για πέντε λεπτά μόνο του. Του λέω για τα κείμενά του στο φέισμπουκ. Κάποια από αυτά τρυπήσανε την οθόνη. Ένας από τους λόγους που είμαι εδώ: οι λέξεις του και η μνήμη του παπα Στρατή. Τον ρωτάω τι να κάνω, μου απαντάει «ό,τι κι εμείς, τρέχεις πάνω κάτω και βοηθάς.»

 

9:00 μ.μ.

Επιστρέφω στο δωμάτιο. Αποφασίζω να μη γράψω. Δεν ξέρω τι να κάνω με όλα αυτά τα βλέμματα που στριμώχνονται στο κεφάλι μου. Θέλω να τ' αφήσω απλώς να κατοικήσουν τον ύπνο μου. Για χρόνια. Δεν θέλω να ξεχάσω το πεντάμηνο μωρό που πήρα στην αγκαλιά μου, φωνάζοντας στην οικογένειά του να με ακολουθήσουν για να προλάβουν το πούλμαν. Δεν ξέρω αν καταφέρουν να φτάσουν στην Αυστρία, τη Γερμανία ή τη Νορβηγία. Δεν θέλω να ξεχάσω το τετράχρονο που κράτησα από το χέρι, σπρώχοντας πλάτες κι ανοίγοντας δρόμο για να επιβιβαστεί με τους δικούς του· τον πανικό μου τη στιγμή που νόμισα πως το έχασα. Δεν θέλω να σκέφτομαι τι όνειρα θα βλέπουν αυτά τα παιδιά όταν μεγαλώσουν. Αν καταφέρουν να μεγαλώσουν. Ποιοι φόβοι έχουν κλέψει ήδη την ψυχή τους για πάντα.


Σκέφτομαι τους εθελοντές και τους αλληλέγγυους που γνώρισα στη Μυτιλήνη κι εδώ. Θα γράψω κι άλλα γι' αυτούς τις επόμενες μέρες. Τους σκέφτομαι μέσα από δυο στίχους του Ρίτσου, που με βρήκανε τυχαία:


Αν τίποτ' άλλο δεν κερδίσαμε,
μάθαμε τουλάχιστον πως αύριο θα συναντηθούμε.

 

Αυτά.

 

 

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr